10 Δεκεμβρίου 2008

τί σου ζητάνε ρε ......ΔΗΛΩΣΗ.

"Καλούμε, από αυτή τη θέση, την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να σταματήσει να χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων. Δε λέμε ότι ταυτίζεται με αυτούς."

Πάλι καλά που δε λέτε, γιατί άμα το λέγατε πως θα το λέγατε δηλαδή;
Νάσαι καλά κοριτσάρα μου.
Είναι φορές που αργείς να κάνεις δηλώσεις, και ξεχνιέμαι.
Νομίζω πως το ΚΚΕ ειναι ακόμα κομμάτι της αριστεράς.
Νασαι καλά κοπελλάρα μου με το χαμόγελο σου, σαν ξυνό τραχανά.
Που μου ξαναθυμίζεις τις ιστορίες του κυρ- Γιώργη,  γιά τότε στο Μακρονήσι, που δεν του μιλάγατε και δεν τον παίζατε, - γιατι ήταν προδότης .
Και ρεβιζιονιστής του ΚΚΕ εσ., αδερφή , σαλονάτος, (και τι άλλο μας έχετε πει;)- και κόντεψε να αυτοκτονήσει ο άνθρωπος.
Τις ξέρετε καλά αυτές τις τακτικές της αυτοκτονίας ,ναι μωρό μου;
Σε είδα εχτές που βγήκες στα γρήγορα γιά να προλάβεις το φρέσκο χώμα και τη φρέσκια φωτιά.
Είχες εκείνο το χαμόγελο, και πριν προλάβει να μου εγκατασταθεί η σκέψη : δόξα το θεώ η Αλέκα χαμογελάει ,-(γιατί πως να το κάνουμε βρε παιδάκι μου, εσείς εκει οι αγωνισταράδες, ένα παλούκι τόχετε καταπιωμένο όταν μιλάτε.)-
Με έπνιξες μές στον εμετό.
Αχ βρέ καλή μου !
μου θύμισες τις Κυριακές στις Τζιτζιφιές, που έρχονταν ο νεολαίος με το ριζοσπάστη, και με το που έμπαινε στο σπίτι, πηγαίναμε κατευθείαν στην κουζίνα γιά καφέ και μας τάλεγε.
Τώρα μπορώ να σου το ομολογήσω.
Άν έχασες κάποιον στο μέτρημα απ' την περιοχή της Καλλιθέας, αυτός θάναι.
Απ' την πρώτη Κυριακή που μπήκε το παιδόπουλο στο σπίτι, εικοσπεντάρηδες και μεις, του είπαμε , πως :
-Μανάρι μου εμείς παίρνουμε την αυγή.
Και του δείξαμε το έντυπον ανάσκελα εις το τραπεζάκι του σαλονιού.
Γιατί είχαμε και σαλόνι βρε, που το ξέρατε;
-Σας παρακαλώ, μας είπε,πάρτε και το ριζοσπάστη , γιατί σας έχουνε βάλει στο πλάνο μου.
Πολλά ανέκδοτα λέγαμε τότε γιά τα πλάνα σας Αλέκα μου, αλλά τελικά δεν ήταν και τόσο γιά γέλια.
Πίναμε καφέ, του αγοράζαμε τον ριζοσπάστη, και μας έλεγε τον πόνο του.
Πως γιά να εκτεθούνε λεει και να χρωματιστούνε κόκκινα , τα στέλνατε γιά αφισσοκόληση ,- γιατί τότε ήταν παράνομη η αφισσοκόληση πασσιονάρια μου εσύ-.
Γιά να τα μάσει η αστυνομία, να τους κάνει φάκελλο ,να τα περάσει από αυτόφωρο ,να μαζευτείτε απόξω απ τα δικαστήρια να φανείτε αγωνιστές,και να μείνουν γιά πάντα χαρακτηρισμένα και αγκαλιασμένα μαζί σας.
Πως έχει μιά γκόμενα στη Θεσσαλονίκη, αλλά δε βλέπονται λέει , γιατί ούτε σ' αυτόν , ούτε σε κείνη δίνει άδεια η ΚΟΒΑ γιά να ταξιδέψουν τα Σαββατοκύριακα.
Επειδή έχουν το ΧΡΕΟΣ απ τα κόκκαλα βγαλμένο να πουλήσουν το ριζοσπάστη και τον οδηγητή.
Πως ρόκ μουσική δεν ακούει ο έρμος,- αχ, βάλτο ξανά αυτό  ρε Δήμητρα-,μα ούτε και Σαββόπουλο γιατί απαγορεύεται απ' το κόμμα.
Και ψέμματα δε μπορούν να πουν γιατί έχουν και τη ξευτίλα της αυτοκριτικής μετά.
Από τότε εμείς ξέρουμε γιατί είστε αγέλαστοι.
Κάθε φορά που σε βλέπω θυμάμαι την δικιά μας μέσα στο αμφιθέατρο στα Γιάννενα που ΤΟΛΜΗΣΕ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ( γιατι δεν μιλούσε και κανένας αν δεν πέρναγε απο Κουκουεδόπορτα),στον κνίτη που τσαμπουκαλεμένα την ρώτησε δημοκρατικότατα,:
- και γιατί να σ' ακούσουμε συντρόφισσα;
-που καταξιώθηκες εσύ;
Και κείνη ......αααα ρέ μάγκισσες κοπελλάρες :
-Καταξιώθηκα γιατί με γαμάει ένας καταξιωμένος σαν και σένα ρε !
Όλα- όλα τα θυμάμαι.
Σαν σε βλέπω μ' αυτό το χολερικό χαμόγελο να απευθύνεσαι μόνο στους αριστερούς, γιατί  αυτούς φοβάσαι φαίνεται μονάχα.
Θυμάμαι που εκεί γύρω στο '84 έφαγα τέτοιο ξύλο απ τον τεράστιο κνατατζή που κατέβασατε στο πολυτεχνείο γιατί ήτανε δικό σας λέει,(απ' την προίκα της μάννα σας κιαυτό,οπως κι η Μπουμπουλίνας ), που πήγα πίσω απ την ασπίδα του ματατζή να κρυφτώ και που είχε ξεκολωθεί στο γέλιο μ' αυτό που έβλεπε να συντελείται εμπρός του.
Τζάμπα μεροκάματα τους δίνατε.
Χωρεσα ολόκληρη από πίσω, γιατί δε στόπα, στόπα;
Είμαι μικρή και τριανταφυλλένια.
1,61 όλο κι όλο και με απαίτηση στο αστυνομικό τμήμα να γραφτεί και ο πόντος στην ταυτότητα.
Θυμάμαι που την επόμενη χρονιά έμαθα και γώ να κουβαλάω το γουδοχέρι το ξύλινο( που τόψαχνε η μάννα μου για καιρό μετά) στο ταγάρι,γιατί υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως έτσι και με ξαναακουμπήσει κανένας θα του σπάσω το κεφάλι.
Νάσαι καλά Αλέκα μου, που μου θυμίζεις πως πρώτο το κόμμα σου αποφάσισε να κατεβαίνει σε μπλόκα μακρυά απ' τα δικά μας.
Ύστερα σε ξεχωριστές πορείες στις διαδηλώσεις.
Και μετά σε διαφορετικές πλατείες.
Ήταν γιατί ποτέ δεν ανεχτήκατε το διαφορετικό από σας άραγε;
Ή γιατί έτσι γινόμασταν πιό εύκολη λεία;
Δόξα τω θεώ αρχηγίνα μου ,γιατί τωρα δε χρειάζεται να κάνω άλλες κουβέντες με τα παιδιά μου ,για το ποιοί είστε.
Βέβαια τόχασα το δούλεμα του Μήτσου που μου πετάει γιά καλημέρα ένα:
.... πέστα Αλέκα,...πέστα ...
- Αλέκα θα ψηφίσω ...., 
μόνο και μόνο γιά να με μπαρουτιάσει.
Σε είδαν χτες και κατάλαβαν.
Ούτε να πείσω γιά τίποτε άλλο το δεκαπεντάχρονο ανηψιό μου .
Σε είδε κιαυτός.
Ξέρεις και  κάτι ακόμα που πιθανό να σου διαφεύγει;
 άααει άαει τρομάραμ',τι θα ξεστομίσω η κακούργα!!!
Απ' το '73 και δω, η " αλλαγή γίνεται χωρίς το κουκουέ".
Και να με συχωρέσεις μωρέ Αλέκα, δεν ήθελα να στο πω τόσο καιρό γιά να μη σε σοκάρω.
Κάθεσαι;
Αλλά ξέρεις ,να .. , ο Στάλιν πάει, πέθανε..τον χάσαμε.
Από χρόνια.
Και τον Μπέρια επίσης, τον χάσαμε κιαυτόν.
Δεν υπάρχει θέμα να κρατήσετε το λόγο σας πιά, να διαλύσετε το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα.
Λυπάμαι που το μαθαίνεις έτσι από μένα, και πρωί-πρωί.
Αλλά τα γύρευε ο κώλος σου.





γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά Αλέκα;




Υ.Γ για τα φασιστόμουτρα τύπου Πρετεντέρη δεν το συζητώ.
Απορώ μόνο.
ΔΕ βρέθηκε κανένας με λίγη αξιοπρέπεια να τους σταματήσει;
όχι ρε.
"Δήλωση" δεν θα κάνουμε ,ούτε κάν "δι' υπόθεσίν μας".
παλιοφασίστες.

27 Νοεμβρίου 2008

φοινίκια απ' τη Σινώπη

Καθόμουνα ήσυχα- ήσυχα σε καναπέ χρώματος μπλε ράφ.
Έπλεκα πουλοβεράκι με χοντρές βελόνες για να τελειώσει γρήγορα και αναλογιζόμενη το παιδί στην ξενητειά, άφηνα που-και-που-βαρυ-α-να-στε-να-γμο).
Το μαστίγιο έσκισε αγριεμένο τον αέρα.
Ευτυχώς που τραβήχτηκα έγκαιρα προς τα αριστερά, γιατί θάχα το σημάδι του Τσαμτσίκα στο μάγουλο.
Καμτσίκα πρέπει να τον λένε αυτόν τόλμησα να σκεφτώ,αλλά την ίδια στιγμη το μετάνοιωσα μη μ'ακούσει και με γδάρει.
Μόπεσαν τα κουβάρια, μόφυγαν οι πόντοι έτσι όπως έσερνα το πλεχτό, καθώς σηκώθηκα γρήγορα να κλείσω τα πατζούρια.
Μετά ξανακάθησα στον καναπέ άκρη- άκρη έτοιμη γιά όλα, γιατί λέω από μέσα μου, δε μπορεί.Από κάπου με βλέπει αυτός , γιατί γιά μένα τα λέει αυτά.
Χαμηλοκοίταξα με τρόπο προς την τιβι,μη και με παρει χαμπάρι ο Τσαμτσίκας, που ούρλιαζε εν τω μεταξύ , πως εφέτος θα κάνουμε μαύρα Χριστούγεννα, γιατι οι κουραμπιέδες θα έχουνε 24 ευρω το κιλό και τα μελομακάρονα 20.
Και πως θα κάνουνε οι γριές Χριστούγενα άνευ κουραμπιέ και μελομακάρονο;
Γιατί από ενάμισο κιλό στο καθένα δεν το θέλεις ; το θέλεις.
Κάτι τα παιδιά, κάτι τα αγγόνια, κάτι η γριά στα κρυφά ;
Το τρίκιλο το θέλεις.
Επίσης αυτός ο Τσαμτσίκας, ήταν πολύ αγριεμένος γιατί πήγε μές στο ανεμοβρόχι, σε μιά λαϊκή που ήταν όλο γερόντια, με άδεια καρότσια και τους έδειχνε με το δάχτυλο: -Να αυτός.. αυτός που αγόρασε φασολάκια- και δώστου να βρέχει-, μόνο ενα κιλό.
Και δώστου να τον δείχνει.
-Να παιδάκι μου, μόνο λιγα κολoκυθάκια και λιγες μελιτζάνες.
Τώρα μεταξύ μας, εγώ δε θα αγόραζα ποτέ μες στο καταχείμωνο κολοκυθάκια,μελιτζάνες και φασολάκια.
Για σπανάκια ,μάπες και κανά πράσο θα πήγαινα στη λαϊκή.Αλλά πάλι όρκο δεν παίρνω.
Δεν ξέρω τι θα νάκανα και γω άμα με αγρίευε ο Τσαμτσίκας.
Οι γέροι τρόμαζαν έτσι που τον έβλεπαν σαν μαύρο πίκατσου να τους δείχνει με το δάχτυλο και να τους κουνάει τις σακκούλες από κάτω απ'την ομπρέλλα.
Δεν ήξεραν κιόλας άν ήταν γιά καλό τους που βρέθηκαν στο δρόμο του,απαντούσαν αμέσως σε όλες τις ερωτήσεις.
Μετά την έστησε έξω από ένα φουρνάρικο.
Εκεί έσκιαζε τις γυναικούλες.
Με το που έβγαιναν αυτές τις άρπαζε ο Τσαμτσίκας.
-Θα αγοράσεις κουραμπιέ τα χριστούγεννα.
-θα αγοράσω
-θα αγοράσεις μελομακάρονο;
-θα αγοράσω.
-Και με τι λεφτά; κυρά Θεοφανία; αφού δέν έχετε.
-Έχετε;
-Όχι όχι δεν έχουμε παιδάκι μου.
(Χα ,μπανταλό είσαι;κουβέντα με το τρελλαμένο θα πιάσω;σκέφτηκε η Θεοφανία.)
Μόλις γύρισε ο Νίκος (που τον περίμενα με λαχτάρα) ,με βρήκε σκεφτική και ανταριασμένη.
-Ποιός σε πείραξε;(το λες ο Τσαμτσίκας; δε το λές!!)
-Τι σου κάνανε;
-Μαύρα χριστούγεννα θα κάνουμε φέτος του είπα.
-Οι κουραμπιέδες θάχουνε 24 ευρώ το κιλό .
-Τα μελομακάρονα 20.
Τι λές να κάνω;
Να φκιάσω φέτος φοινίκια και κουραμπιέδες;
ή θα με βαρέσει ο Τσαμτσίκας;

-Υποννοείς κάτι; μου λέει με την υποψία στο μάτι.
-Όχιιι; και τότε τι μαλακίες μου κοπανάς ,δε θυμαμαι να αγόρασαμε ποτέ κουραμπιέδες και μελομακάρονα.
Μετά βγήκε ο ήλιος στην τηλεόραση.Ένα πράμμα ,θα κεντήηηησω πάνω στο δίκοπο σου λάα-αζο το βλέμα σου το καθαρόοο. ...
Ο Αλογοσκούφης μας.
Ήταν τόσο μα τόσο αστραφτερός και χαρούμενος που στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανεργία,που ο ρυθμός ανάπτυξης ανεβαίνει και που η οικονομία της χώρας άντεξε περισσότερο από αυτή των ισχυρών εταίρων.
Μα τόσο χαρούμενος!
Κοίτα να δείς ,που κι αυτός γιά μένα τα λέει.
Κοιταχτήκαμε με το Νίκο και ρίξαμε από μία μούτζα διπλή και με ήχο.
Εκείνος ουδόλως ενοχλήθηκε και σηκώνοντας ελαφρά το δεξί φρύδι μας δήλωσε :




Lynn Anderson - Ro...

φοινίκια γιά ατρόμητους.

συνταγή της γιαγιάς της πρόσφυγας


4 φλυτζάνια λάδι
2 φλυτζάνια ζάχαρη
1 κουτ.σούπας κοφτό σόδα
1 κουτ.σούπας κοφτό μπέικιν πάουντερ
400 γραμ ψίχα καρύδι φρέσκο.(τα 200 γρ κοπανισμενα μεσα στη ζυμη )*
1 και μισό κουτ. σουπας κοφτό κανέλλα.
1 κουτ. κομπόστας γαρύφαλλο+μοσχοκάρυδο.
μισο φλυτζανι τσαγιου χυμο πορτοκαλι φρέσκο
3 και μισο κουτ. σούπας στάχτη **
ξυσμα απο δυο πορτοκαλια
μισο κουτ. γλυκου, κοφτό αλάτι.
1 φλυτζάνι σιμιγδάλι ψιλό
μισό φλυτζάνι γάλα.
αλεύρι γιά ολες τις χρήσεις, όσο παίρνει γιά να γίνει μιά ζύμη σφιχτή.

για σιρόπι

3 ποτηρια νερο.
2 ποτηρια μελι
φλουδα απο πορτοκαλι χωρις το ασπρο.
............................

Χτυπάμε τη ζάχαρη με το λάδι, την αλυσσίβα** και τα μπαχαρικά.
Το σιμιγδάλι.
Στο τέλος βάζω το αλεύρι .
Ριχνω και τα κοπανισμενα καρυδια στη ζυμη και αφου τα ζυμωσω καλά, την αφηνω κανα μισάωρο να σφιξει αρκετά.***
μετά παίρνω λιγη στην παλάμη μου, κανω ενα λακουβάκι, βάζω μεσα μια κουταλιά γλυκού ανακατεμενα καρυδια με μπαχαρικα, και, ξανακλεινω με τη ζύμη.
Τα ψηνω σε ταψι που έχει λαδόκολα από κάτω.
Οταν κρυώσουν.
Ετοιμαζω το σιρόπι.
Οταν αρχισει να βράζει βάζω λίγα λίγα τα φοινίκια μέσα(6 ) και τα βγάζω μολις παρουν μία βράση .Πριν λασπώσουν.
Οσο πιο πηχτό ειναι το σιροπι, τοσο πιο λιγο λασπώνουν.
Μετα βρισκουμε μιά ωραία πιατέλα, βαζουμε καρύδι με μπαχαρικα στον πάτο και απο πανω βαζουμε , στρώση φοινίκια καρύδια από πανω, ξανά φοινίκια, και πάει λέγοντας.Άειντε και καλοφάγωτα.


* τα υπόλοιπα 200 γρ. τα κοπανιζω χοντρα, και τα ανακατευω με ζάχαρη κανέλα και γαρύφαλλο και τα κρατάω γιά το πασπάλισμα.
**η αλυσσίβα γινεται με τη σταχτη της συνταγής κοσκινισμένη και βρασμένη σε 1 φλυτζάνι καφέ νερό.Το αφηνωνα κατακάτσει και ριχνω αυτο το νερο στο μίγμα.
***η ζυμη να είναι σφιχτη σαν του κουραμπιέ.

17 Νοεμβρίου 2008

ένα δύο τρία πολλά Πολυ - τεχνείαα

.....................γιά κάψιμο.


Αφιερωμένο στους τριακόσους αναρχικούς και προβοκάτορες του νοέμβρη του 1973









Έχουν δοθεί ως αντιπαροχή τα πιό πολλά .
Έχουν πουληθεί τα υπόλοιπα.
Το μυαλό μου όμως έχει κολλήσει εκεί.
Σε κάτι που είχε πεί ο Μήτσος παλιά , στην αρχή.
Πως “Τελικά ,το πολυτεχνείο είναι μιά μεγάλη σαμπρέλα που τους χώρεσε όλους από κάτω.”
(εκτός από αυτούς που ήταν πραγματικά εκεί,και αρνήθηκαν τις ομπρέλλες των κομμάτων αργότερα. Σκέφτηκα τότε οργισμένη.)
Θυμάμαι την πρώτη-πρώτη μεγάλη πορεία το 1974 πριν τις εκλογές.
Η αφορμή για να μας πλακώσουνε στο ξύλο και στα δακρυγόνα επισήμως και δημοκρατικά.
Την είχε απαγορέψει ο θείο-Καραμανλής ,-γιατί λέει-, τόπεφτε ανήμερα των εκλογών και θα του τις χάλαγε.
Έτσι την μετακύλησε, λες κι ήταν εγκαίνια γκαλερύ .
Θα μου πεις γιατί έκλαψε και κανένανε αυτός;
Με τη συναίνεση τών κομμάτων βέβαια.
Με πρώτο και καλύτερο το ΚΚΕ στη συναίνεση,γιατί πάντα βαρέως τόφερνε το πολυτεχνείο. Αφ' ενός γιατί ξεκίνησε μέ αλλους ,αφ'ετέρου ,γιατί και οι δικοί του δεν πειθάρχησαν στη γραμμή.
Μέχρι που το πήρε παραμάσκαλα ,αλλά του τη χάλαγαν γιά χρόνια ο Τζουμάκας,ο Λαλιώτης και ο Παπουτσής .(Ναι ναι αυτοί που υποψιάζεστε είναι.)
Απ' ό,τι λέγανε την επομένη οι εφημερίδες , εκείνη η πρώτη πορεία των “προβοκατόρων και αναρχικών” , θα είχε καμμιά 60αριά χιλιάδες κόσμο.
-Που πας σκύλα με το μωρό στην πλάτη -μούπε ο Παντελής πάντα μές στη γλύκα -, ανήμερα στις 17 σαν με είδε να μαζώνω ταγάρια, αμπέχωνα,τσιγάρα ,νερά και παιδί.
Ευτυχώς που τότε βρεθήκανε πολλοί γιά να κουβαλήσουν το μικρό.
Σάμπως και φανταζόμουνα όλα αυτά που γίνανε κατόπι;Το γλέντι το τρελλό με τα βαρελότα, και τον καπνό επί σκηνής; Νάναι καλά όπου και να βρίσκεται ο νταγκλαράς που έβαλε πλάτη ανάμεσα στο μπάτσο και την είσοδο της πολυκατοικίας.Προλάβαμε να χωθούμε μέσα και γλυτώσαμε.
Για χρόνια πολλά,μέχρι που η ξεφτίλα ήταν πιά χειροπιαστή ,  τρέχαμε συμπούρμπουλοι και ανελλιπώς στις πορείες της επετείου.
Ήταν βέβαια κι ο φίλος μας ο Γιάννης , έδινε και τη θέση του στη σημαία (προτού να γίνει προικιό ) να την κρατάει η Κική, όπου σαν το γύφτικο σκεπάρνι γκάνιαζε ό,τι θυμόταν γενικώς από σύνθημα, και διαπιστωμένο, είχε μιά καταπληκτική αντοχή στο περπάτημα, αρκεί να φώναζε κατι μαζί με πολλούς άλλους.
Οι πορείες τότε δεν ήταν αστείο πράμμα.
Ξεκίναγαν στις 12 το μεσημέρι , και τελείωναν το βράδυ.
Ξεκίναγες στις 3 το μεσημέρι απ το πολυτεχνείο φερ' ειπείν, και γιά να φτάσεις να πετάξεις το αυγό σου, τη μπογιά σου, τη μούτζα σου, το νεράτζι σου , τη χλέμπα σου τέλος πάντων στην πρεσβεία, έπρεπε να πάει 7 η ώρα...
Εκατομμύρια ο κόσμος Μαρία .
Βλέπεις, η Αθήνα ακόμα τότε είχε ενοχές .
Ο Μήτσος ως μικρότερος βολεύονταν στο σβέρκο μας, όπου και κάθεται ώς τα σήμερα. Αυτός όμως τουλάχιστο ξέραμε τι φώναζε:,
-λιβικιντσελο.*
Τούχε μείνει απ' τα σαββατιάτικα πάρτυ όταν χοροπηδάγαμε όλοι μαζί, η παρέα των Εξαρχείων.Έτσι τόχε πιάσει ,έτσι το είδε, έτσι ταφήσαμε.
Και σαν τι περίμενες μαντάμ έτσι που τα σουρνες τα μωρά από δώ κι από κει;
Μακρυά θάταν η Γένοβα;
-μαμμά μη με πάρεις τηλέφωνο γιατί θα παμε εκδρομή με τα παιδιά και μπορεί να μη πιάνει το κινητό είπες και συ μιά μέρα.
Και γώ όμως έ;
-Καλά παιδάκι μου , πάρε όμως μαζί σου και βαζελίνη ,σύρε στο φαρμακείο και ζήτα κανα αντισταμινικό, δεν ξέρω αν υπάρχει πια φενεργκάν,.λεμόνια, και κοίτα, άμα δεις και σου πρήζονται τα μάτια, βάλε βούτυρο κακάο από κάτω,ή αμα δεν έχεις λιπ γκλός , και αααααααααα , πάρτε τσιγάρα με φίλτρα μαζί σας, γιατί σπάτε τα φίλτρα και τα βάζετε στα ρουθουνια σας.Πάρτε και καμμιά μάσκα απ αυτές τις χειρουργικές.
Τόσα θυμόμουνα, τόσα έλεγα και γω
τόσα ήξερες τόσα έλεγες και συ.
-Καλά ,που το κατάλαβες,; μου είπες οταν τέλειωσαν όλα.
-Αμ' δεν είμαι και μαλάκας,  σούπα εγώ, μαννούλα είμαι απλώς.

Ά! Όλα κιόλα !Κάθε χρόνο το κάνω ανελλιπώς και με τά όλα του το μνημόσυνο.
Με το πρέπον του .Με τα σέα του .Με τα μέα του.
Απ' το πρωί το αρχίζω με αντάρτικα,(με πιάνουν καλύτερα το πρωί) .
Μετά με ριζίτικα.
Ανάμεσα στα ριζίτικα και το Θοδωράκη, ρίχνω μιά εκπαιδευτική με τις κασέτες πούχω μαζέψει τόσα χρόνια.
Μετά,εκεί στον επιτάφιο ,πάντα στο ίδιο τραγούδι,παρατάω το ξεσκονόπανο και ρίχνω την πρώτη ζεϊμπεκιά μπροστά στο έπιπλο με το μάρμαρο και τους προγόνους απάνω,να βλέπουν κι αυτοί τι σόϊ πράμμα έχουν αφήσει πίσω να τους εκπροσωπεί.
Και στην προσγείωση απ' το σάλτο, να ανανταριαζόμαστε όλοι μαζί.
Πρόγονοι, γυαλικά,πατώματα, ο καθρέφτης.
Και το σερβίτσιο το καλό.
............ κόσμος περνά και με σκουντά
στρατός και με πατάει........

Να μ' ακούει και όλη η περιοχή που ξελαρυγγιάζομαι σα νάναι το τελευταίο μου τραγούδι επί της γης.
Φάλτσο - ξεφάλτσο,προσωπικώς χέστηκα.

........ και να που ανασηκώθηκα , το πόδι στέκει ακόμα
φώς ιλαρό λεβέντη μου, μ' ανέβασε απ' το χώμα.


Και δόστου η γυροβολιά μέχρι να κουνιούνται τα σώψυχα ζωντανών και πεθαμένων,με το ξεσκονόπανο παρατημένο .
-Γιατί παίρνεις κάθε φορά και το ξεσκονόπανο; με ρώτησες μιά μέρα όλο απορία.
-Γιατί είμαι μιά οικιακά σου απάντησα.

.......σημαίες τώρα σε ντύσανε παιδι μου εσύ κοιμήσου
Κι εγώ τραβώ στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.


Ά ρε χρόνια άτιμα, λαχανιάζω τώρα με τη γυροβολιά και το ξελαρύγγιασμα συγχρόνως. Αυτή η Παππαρίζου πως διάλο το κάνει ρε γαμώτο!!!!
Έχουνε εκπαιδευτεί και οι γειτόνοι τελευταία, ούτε που διαμαρτύρονται σαν τα πρώτα χρόνια.Σου λέει, η ζουρλή τα ξαναπήρε.Μέρα είναι θα περάσει , του χρόνου ξανά.Ζωή σε μάς .Και τέτοια.
Γιά επίλογο έχω κρατήσει τους βασανιστές.
Θεοφιλογιαννάκος .
Χατζηζήσης.
Μάλλιος
Μπάμπάλης
Πέτρου.
Σπανός
Λάμπρου.
Τσέλιγκας.
Ρουφογάλης.
Και 'κείνο το σκούπρο, ο γιατρός απ'το Ρυθμιστικό.

Απολαμβάνω την ώρα που ξεπουπουλιάζει τους χαζεμένους διχτάτορες ο Ντεγιάννης ,και τους ξεφτιλίζει με κείνη την ευγενή ,αξιοπρεπή ,ειρωνική φωνή.
ΕΛΑ ,λεβέντη μου ευτυχώς υπήρξες και σύ! Ό,τι πρόλαβες.
Στήνομαι στην τιβι.
Έχω καταγράψει ό,τι παίχτηκε σε ντοκυμαντέρ ,αφιέρωμα, οτιδήποτε,τα τελευταία 25 χρόνια.Γιά να μη τολμήσω και ξεχάσω ποτέ.
-Μαμά γιατί κλαίς ;ρώταγαν κάθε που βλέπαμε ξανά και ξανά τις ίδιες καμπάνες, τις ίδιες αφάνες και τα ίδια ριγέ ζιβάγκο να τρέχουν μπροστά απ τους μπάτσους.
Τότε ακούγανε και την ιστορία.
Δε ρώτησα ποτέ θέλουνε δε θέλουνε; χέστηκα επίσης.
Ομως είμαι σίγουρη πως άμα τα ρωτήσουνε τα βλαστάρια μου "ποιός είναι ο Μανώλης Γλέζος", δεν θα πούνε:
-Είναι ένας που τάχει με μιά παρουσιάστρια στο Αντένα.,.
Κοίτα - κοίτα, κλάψε- κλάψε , βρίσε -βρίσε , μήπως έτσι δε βρήκα κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα και γιά το Νίκο;(τον αδερφό μου).
-Ρε μαλάκα του λέω, στο πολυτεχνείο που πηγες τελικά ήσουνα μόνος σου ε;
-και φορούσες, το χακί το αμπέχωνο που έφερες απ την Ιταλία ε;;
-και είχες και το μαλλί αφάνα ε;
-και είχες πάρει αγκαλιά τα κάγκελα, σφιχτά-σφιχτά με τα δυό σου χέρια ε;
-Ναι , μου λέει.
-Πάρτη ρε ζωντόβολο, του λέω, για να μάθεις να μιλάς.
-Για να μάθεις να περηφανεύεσαι.
-Για να μάθεις να λες ήμουνα και γω εκεί.
-Για να μάθεις να κορδώνεσαι στο γιό σου.
-Για να μάθεις να κοκορεύεσαι στη δουλειά σου.
-Για να μάθεις να περηφανεύεσαι στα σκουλήκια γύρω σου.
Και του πέταξα την κασέτα στα μούτρα.
-ΤΌΞΕΡΑ , ΤΟΞΕΡΑ ,φώναξα θριαμβευτικα στον Νίκο (κι ο άντρας μου Νίκος είναι.)
Τόξερα όταν έτρεχα στον Οτε στη Θεσσαλονίκη στις 11 τη νύχτα, τότε το Νοέμβρη του '73 πως είχα λόγο που έτρεχα.
..........................................................................
Είχαμε μαζευτεί από το μεσημέρι της 16ης οι κουμπάροι (4 τον αριθμό) στο σπίτι της Σερρών 8 που ήταν πιό κοντά στο κέντρο, δήθεν να φάμε.
Η Αθήνα είχε τρείς μέρες που έβραζε, η Θεσσαλονίκη ήταν λίγο πιό αργή, γιατί ο Τετραδάκος έκανε καλή δουλειά, αλλά και ήταν απομονωμένη η πολυτεχνική.
Γιαυτό εξάλλου δεν κατάλαβε η πόλη τι έγινε. σικ!!
Αργότερα οι Θεσσαλονικείς,-που κιαυτοί σαν τους Αθηναίους άφησαν τα παιδιά τους αβοήθητα εκείνη τη νύχτα,- το κράτησαν το άλλοθι που τους βόλεψε.
Εκεί κατά τις 3 πέρασαν και τα κουμπάρια της αρχιτεκτονικής, γιά λίγο είπαν να μας δουν γιατί άρχισαν την κατάληψι στη σχολή.Φάγαμε, αρχίσαμε να πίνουμε, εγώ γκαστρωμένη στην Κική 6 μηνών.Άλλα λέγαμε , άλλα σκεφτόμασταν άλλα κάναμε.
Ήξερα απο τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα ,απο τη Νομική τι είναι ικανοί να κάνουν τα φασισταριά.Κι από ένα ένα πρωτοξάδερφο που είχε μπει στην Ευελπίδων.
"Τι θα κανεις ρε μαλάκα, άμα με βρεις απέναντι;"τον ρώτησα.
- θα σου ρίξω μου ειπε το αρχίδι!Κι ήμουνα η αγαπημένη του ξαδέρφη.
(Δεν πειράζει τούριξα εγώ μαύρο , και θα μου πεις στακάκαλατ' κιαυτός, , αλλά εγώ τουλάχιστο τον έσβησα απ' το χάρτη μου, κιόταν μετά από χρόνια μόκανε το δημοκράτη τον ξεμπρόστιασα μπροστά στα παιδιά και τα σκυλιά του.Να μάθ' ο παλιοσκατιάρης..)
Λέγαμε λοιπόν μαλακίες περι ανέμων και υδάτων. Φοβόνταν ο ένας τον άλλον.
Γιός πλωτάρχη ο ένας, τελωνιακού ο άλλος, εργάτη οι άλλοι δυό οι Πειραιώτες, αγρότη του αλλουνού του Κρητικού, δάσκαλου εγώ, μαγαζάτορα ο έκτος.
Και μία ορφανή.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο, άρχισα να στρίβομαι.
Να μη κάθομαι καλά,να μ' ενοχλεί η κοιλιά, να μη μ' αρέσει το κρασί ,να με σφίγγει το λάστιχο, να μη μ' αρέσει το φαί, έβγαλα και μιά τσιρίδα στο τέλος και ίσιωσα.
Τι έγινε! τι εγινε!ήρθε κι έκατσε μιά βαβούρα στο τραπεζι .
-Θα τους σκοτώσουν μαλάκες!Θα τους σκοτώσουν, και μεις καθόμαστε εδώ και ξυνόμαστε!Κανείς δε ρώτησε ποιούς.
Σκιάχτηκε ο Νίκος,
- Τι είν' αυτά που λες μου κάνει.
Παρατάει ο Γιώργης το μπουζούκι και κοπανάει το χέρι του στο τραπέζι μαζί με το κρασί,
(αρε Γιώργη τόκαψες και συ το μυαλό σου λεβέντη μου, )
-Άστηνε ρε , άστηνε να τα πει ρε .
-Αυτοί εχουν αρχίδια ρε μαλάκες !φωνάζει ,
-Αυτοί, αυτοί ρεε .Άντε στην υγειά τους.. ....
ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΤΙΠΟΤΑ , ΟΛΟΙ ΞΕΡΑΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.
Κάναμε ένα τσιμπούσι γιά πάρτη τους και ξαναγνωριστήκαμε απ την αρχή.
Εκεί έμαθαν συγκάτοικοι 4 χρόνων πως ο Γιώργης δεν είχε παει στην Κρήτη τότε που τον χάσανε τον προηγούμενο χρόνο, αλλά στο Μακρονήσι.
Πως δεν περπάταγε σαν το καβούρι από χόμπυ , αλλά από φάλαγγα.
Πως ο Βαγγέλης ήταν από πάντα αριστερός με τον πατέρα στις εξορίες, ο Γιώργος ο Άβερελ -μαύρα ειν' τα κάρβουνα -κόκκινος κατακόκκινος.
Πως ο Πλωτάρχης ήταν κιαυτός ανακατεμένος στο κίνημα του ναυτικού.
Πως ο Νίκος δεν ήταν βασιλικός σαν τον πατέρα του, και διάβαζε κρυφά την Χριστιανική που τόστελνα εγώ στη θυρίδα.
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε που θάλεγε κιο Παντελής.
Και δόστου το μπουζούκι ο Γιώργης και δόστου τα απαγορευμένα εμείς, και δόστου κλάμμα και κρασί.Και να φυσάμε τις μύξες.Και που να βγεί αντάρτικο με μύξα.Βγαίνει;
Κατά τις 6 σηκώθηκαν οι δυό :- Πάμε στη σχολή .Ερχόμαστε και μεις λένε οι άλλοι.
Τσούπ , σκώθηκα και γω με την κοιλιά τούρλα.
-Άν πας και πάθει τίποτα το παιδί , κάηκες μου λέει ο Νίκος.
-Λίγο θα παω να δώ και θα γυρίσω , λες και πήγαινα γιά φραπέ.
-Εμείς δε σε αναλαμβάνουμε μου είπαν τα κουμπάρια, δεν ξέρουμε τι θα βρούμε.
-Μη κάνεις μαλακίες με το μωρό ,πέσανε απάνω μου και οι άλλοι.
(Σαμπως και που δεν πήγα; δεν έπαθε; οπου γάμος και γιορτή η Βασίλω πρωτη.)
Ακόμα πάντως όταν το σκέφτομαι αισθάνομαι δειλή.
Ευτυχώς που δεν υπήρξα ντιπ καταντίπ κότα, γιατί τον προηγούμενο χρόνο που ήμανε μοναχήμ'  άνευ μωρό ,και όλους τους προηγούμενους απ' αυτόν ,δεν ειχα αφήσει ξύλο για ξύλο τρεχάλα για τρεχάλα, και ταράτσα για ταράτσα.Κι έτσι τόσωσα.
Γυρίσαμε στο σπίτι.
Τέρμα Θεαγένους Χαρίση.,
Νυχτωσε. Σαν τους βρυκόλακες, γυρνάγαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο.Η γειτονιά μές στο σκοτάδι.Μούγκα.
Θα τους σκοτώσουν , δεν υπάρχει περίπτωση να τους αφήσουν τόσες μέρες.
-Πόσες μέρες είναι μέσα;
-Τρεις.
Τελείωσε, σήμερα θα τους σκοτώσουν.
Εκεί κατά τις 11 δεν άντεξα άλλο.
Βάζω γαλότσες κασκόλ και αδιάβροχο που δεν κούμπωνε μπροστά λόγω κοιλάρας,γιατί σημειωτέον μισώ τις ομπρέλες, ,,,,,,Ο Νίκος δεν ηρθε , γιά να μου αποδείξει πως είναι ολα ήρεμα, .........και τι θα καταλάβεις που θα τους ταράξεις όλους νυχτιάτικα;
Ξεκίνησα με τα πόδια, μέσα στο ψοφόκρυο και στο ψιλόβροχο.
Μέχρι να φτάσω είχα κάνει και σενάριο, έσκουζα στο δρόμο,μίλαγα ,κούναγα τα χέρια,
μετά σταμάταγα ξαφνικά και κοίταγα γύρα-γύρα επειδή φοβόμουνα μη μ' ακούσει κανένας.Εικόνα γιά τσίρκο.
Προσπαθούσα να σκεφτώ τι παραμύθι θα σερβίρω στον υπάλληλο μες στη νύχτα για να με συνδέσει με το σπίτι του πατέρα μου στην Αθηνα.(Το 11 μπορεί να φαίνεται αστείο τώρα, αλλά τότε ήταν μαύρα μεσάνυχτα, και με απαγόρευση κυκλοφορίας).
-Θα πω πως είναι άρρωστος,όχι καλύτερα να πω πως η μαμμά είναι άρρωστη.Θα πω ετούτο.Θα πω εκείνο.
Σιγα που χρειάστηκε να πω κιόλας.Από μακρυά είδα το πληθος που περίμενε απ' έξω στο πεζοδρόμιο.Ολοι με το μάτι αγριεμένο.Ποιός ξέρει με τι έμοιαζα και γω ,έτσι τρελλαμένη. κλαμμένη ,γκαστρωμένη και βρεμένη και με βάλανε αμέσως μέσα .
Κόσμος και κοσμακης στην αίθουσα του ΟΤΕ. Με 'κείνο το ύφος, το ξερωγιατιεισαιεδώ γιατονιδιολογοπουειμαικαιγω.
Με σπρώξανε μπροστά στον υπάλληλο .Ήταν ενας νεαρός ,πανιασμένος.Τόσο τρομαγμένος με αυτό που έκανε,ή που είχε αποφασίσει να κάνει, που δεν τούβγαινε η μιλιά απο τα χείλια.Ούτε στοιχεία ζήτησε του πατέρα μου , ούτε τίποτα, ,μόνο το νούμερο που ήθελα και το όνομά μου .Δε ζήταγε ούτε ταυτότητα.Ε! Τούπα και γώ ό,τι λέγανε όλοι.
-Παπαγεωργίου.Δήμητρα Παπαγεωργίου.
Το Παπαδόπουλος μούρθε πρώτο, αλλά το πέταξα.
Έτσι γέμισε  από Παπαγεωργίου η Θεσσαλονίκη εκείνο το βράδυ.
Ευτυχώς που είχαμε τα μικρά μας γιά να ξεχωρίζουμε.
-Καθήστε και περιμένετε.
Εκατσα. Μούσκεμα με το νερό να σουρώνει απ' το μαλλί, μέσα απ το σβέρκο κατέβαινε άκρη-άκρη στη ραχοκοκαλιά, έφτανε ως το βρακί.
Κατάλαβα πως ήρθε ένας και βολεύτηκε δίπλα,.
-Γιά δικό σας ανησυχείτε και σεις; μου λέει..........
Δεν πρόλαβα καλά-καλά να γυρίσω να τον δω.
Τον είχαν βάλει στο σημάδι άλλοι .
Για πότε τον έπιασαν απ' το γιακά ,- βλέπετε τότε δεν πέταγαν γκαζάκια οι μάγκες- ,
Για πότε τον πήραν σηκωτό, -βλέπετε, τότε δεν έβγαζαν σουγιάδες οι  λεβέντες-,
Για πότε τον πέταξαν όξω, -βλέπετε τοτε δέν άνοιγαν κεφάλια οι "ανάρχες"-.,
μέσα σε ένα γενικό γιούχα, που θα το θυμότανε γιά χρόνια.
Φώναξαν το όνομά μου, κατά τις 12 στο θάλαμο 4 .
Ήταν τότε οι θάλαμοι στον απέναντι απ' την είσοδο τοίχο.Πηγαίνοντας κατά κει έβλεπα τους κλαμένους.
Κλαμένοι έμπαιναν ,κλαμένοι έβγαιναν,...Μουγκοί. Κατάλαβα τι με περίμενε και μένα. -
-Μαμμά , τι γίνεται εκεί; Το ξεκίνησα ψύχραιμα.
Αλλά σαν ήρθε ο θρήνος απ τη Βικέλα, έπεσε θρήνος και στην Ερμού.
Είχε πάει λέει και αυτό το πρωί, έδωσε φάρμακα και λεφτά γιατί τα παιδιά είχαν τραυματίες.
...Τον αδερφό σου όχι δεν τον αντάμωσα πουθενά,μόνο η Κούλα μας είπε πως γύρισε το μεσημεράκι να φάει και να πλυθεί......Της είπε να μας πει πως είναι καλά.
Τι θυμήθηκες μωρε μάννα και άρχισες το Θρήνο εκεί απάνω "στο να μας πει πως είναι καλά;Με τί σόμοιασε η στιγμή;"
.........>Ο Παντελής είχε πάει απο νωρίς, και γύρισε να με πάρει και μένα.
.......Δεν τα καταφέραμε να ξανακατέβουμε γιατί πυροβολούσαν στους δρόμους.Θα πήγαιναν λέει πάλι αύριο.Ούτε και κείνη που είχε περάσει τόσα το πίστευε πως θα τους έκαναν ξανά τα ίδια....
-Αύριο θάναι αργά μαμμά.
-Ηταν κόσμος πολύς ; η τελευταία μου ελπίδα .
-Το πρωί ήταν , αλλά τωρα το απόγευμα δεν ήταν κανένας.
-Αύριο ,....μου λέει σαν γιά εξορκισμό.
-Αύριο θα πάμε και θα μείνουμε εκει απ' όξω.Τι θα κάνουν θα μας σκοτώσουν όλους;....
-Αύριο θάναι αργά μαμμά.Δεν το χώραγε το μυαλό της αυτό το αργά.
Ξανάδωσα το νούμερο στις 6 το πρωί.
Με ξανασύνδεσε ο νεαρός που εντωμεταξύ είχε γυαλίσει το μάτι του πολύ περίεργα πιά μετά από τόσους Παπαγεωργίου.
-Μαμμά ο Νίκος; Γύρισε;
-Γύρισε.Αλλά δε μιλάει.
Και τι να πει;
Η αλήθεια είναι πως έκανε κανά εξάμηνο να μιλήσει.
Μετά από χρόνια, μάθαμε πως γύρισε στο σπίτι απ' τα Τουρκοβούνια.
Πώς έφτασε εκεί τρέχοντας , ούτε κιαυτός δε το θυμόταν πιά....
Μετά απο 3-4 χρόνια, μας είπε πως το απογευματάκι της 16ης Νοεμβρίου μάζεψαν απο το σταθμό της Βικτώριας μιά σκοτωμένη κοπελλιά και την πήγαν μέσα στο πολυτεχνείο.
Έτσι και έμεινε μέσα το τελευταίο βράδυ.
Μετά απο 6-7 χρονια σε μιά άλλη επέτειο ,μας είπε ,πως πήραν κι άλλους από τους γύρω δρόμους και τους μετέφεραν στο πολυτεχνείο.
Μετα απο 20 χρονια όμως, σε ένα μνημόσυνο ,του είπα εγώ .
-Παλιομαλάκα, άν δεν πεις εσύ στον Αλέξανδρο τι έκανες, θα το πω εγώ .
Διάλεξε να το πει εκείνος με τρεις λέξεις ως συνήθως, , αλλά επειδή είμαι και γω παλιάς σχολής πουτάνα, πήρα το παιδί κατά μέρος και του τάπα με το νι και με το σίγμα.
Τόδειξα και τη φάτσα του πατέρα του γραπωμένον στα κάγκελα.
Να κοιτάει με μάτια τεράστια τους απέξω..
Ο μπαμπάς μου; πετάρησε ο μικρός.
Ναι ο μπαμπάς σου του λεω.
Έτσι τάμαθε κιαυτός.
...........................................................
Κάθε χρόνο ανελλιπώς το κάνω το μνημόσυνο από τότε που σταμάτησα συνειδητά να ακολουθώ το δρόμο της ξεφτίλας του πολυτεχνείου.
Επειδή βαρέθηκα να παρακολουθώ τα δήθεν ανάρχια,- που ούτε και με νοιάζει πιά, από πού έρχονται και που πάνε-,να καίνε και να σπάνε.
Α ρε μεγάλε Κιούμπρικ, και συ και το πορτοκάλλι σου.
Δεν τους βρίσκω δικαιολογίες .
Ούτε μία.
Γιατι ξέρω ,πως και μεις θύμωσαμε, και μεις τάβαλαμε με το κατεστημένο, και μεις δεν είχαμε να πάρουμε τα αντίντας ,και τότε κοιτάγαμε τις βιτρίνες και ζηλεύαμε,αλλά δεν σπάσαμε το μαγαζάκι κανενος.
Και σε μας παραδώσανε μιά προδοσία οι προηγούμενοι.
Αλλά δεν πήγαμε να κάψουμε τον Περισσό
Και οι καθηγητάδες μας ήτανε προσκυνημένοι, αλλά δεν τους κάψαμε τα σπίτια.
Και πατεράδες μας ήταν προδομένοι, -η αντιπαροχή δεν ανακαλύφτηκε βλέπετε ,στη δεκαετία του 80.
Κιαυτές τις μπούρδες ,γιά τα δήθεν παρατημένα παιδιά που τα σπάνε.
Ποιός γονιός ασχολήθηκε με μάς, αφού δούλευαν πρωί και βράδυ.
Ας είναι καλά οι αλάνες που μας δέχονταν.
Και μετά
Ψαχουλεύοντας στα τυφλά μεγαλώναμε.
Την εφηβεία μας, την περάσαμε φτωχοί.Όμορφοι.Υποψιασμένοι και σκιαγμένοι.
Τα καλύτερα χρόνια μας τα ανακαλύψαμε τσακισμένα , με καθυστέρησι δεκαετίας.
Στα βιβλία που δεν διαβάσαμε όταν έπρεπε.
Στις μουσικές που δεν ακούσαμε όταν έπρεπε.
Στην ιστορία μας που δε μάθαμε όταν έπρεπε.
Δεν ενδιαφέρομαι πια να δικαιολογήσω γιατί θα πρέπει να κάψει κάποιος την αίθουσα Γκίνη γιά να αποδείξει πως είναι επαναστάτης.
Δε με αφορά πιά γιατί το καθε κακομαθημένο κωλόπαιδο που εχει πρόβλημα με τη γκόμενα, θα πρέπει να διαλύσει το Χημείο ή το αμφιθέατρο της Νομικής.
Και μανάρια, να πάτε να βρείτε τα δικά σας σύμβολα.
Αγοράστε τα.
Στολίστε τα
Κεντήστε τα ,ματώστε, πουλήστε τα, νοικιάστε τα ,κάψτε τα , ποσώς με ενδιαφέρει.
Αυτά είναι δικά μας.
Και αισθάνομαι , είτε γιατι μεγάλωσα, είτε γιατί τάχω πάρει ,
πως όχι, .
Να πάτε να αγωνιστείτε γιά δικά σας οράματα .
Και ίσως έτσι να μάθετε επιτέλους πως το Πολυτεχνείο δεν είναι αργία.
Ούτε απεργία,
Ούτε πορεία διαταγμένη απ το κράτος.
Ουτε εθνική γιορτούλα.
Ούτε αναιμικές πορείες, και συνθήματα του κώλου κάτω από διαφορετικά κοκκινάδια.
Ούτε γιά συνδικαλιστικά όρνια που περιφέρουν μιά σημαία με πέντε γαρύφαλλα απάνω.
Ούτε γιά την πιτσιρικαρία που περιμένει την αργία να πάει βόλτα.

Το πολυτεχνειο
είναι μόνο για όποιον έχει μείνει ζωντανός  κι ανέγγιχτος απ' αυτούς τους ........"τριακόσους αναρχικούς και προβοκάτορες",
Ακόμα  κιαν υποτάχτηκε στη ζωή και την  ανωνυμία του.
Το πολυτεχνείο είναι γι αυτούς που στα χρόνια της  "δημοκρατίας" μετά, αγκαλιάστηκαν με τους πρώτους νεκρούς του.
Το άσυλό μας αποχτήθηκε με μαγκιά , που δεν τη δικαιούται κανένας άλλος εκτός από αυτούς που την είχαν.
Ποτέ δεν κατάστρεψε κανένας, τίποτα, εκτός απο τότε που κάψανε τα έδρανα για να φυλαχτούν απ τα δακρυγόνα.
Το σπάσιμο και η καταστροφή, τότε, ήταν αλλονών - πεςμε Μαστοράκη -δουλειά.
Και για να τελειώνουμε με τα δήθεν.
Το πολυτεχνείο , ταιριάζει σ' αυτούς που το πήγαν ως εκεί.
Σ' αυτούς ,που έκαναν την κατά λάθος εκκίνησι εκείνο το πρωί.
Και σ' αυτούς , που το κατοίκησαν γιά τρείς μέρες και 3 νύχτες.
Ζωντανούς και νεκρούς
Και πιστέψτε με ,δε θα βρίσκονταν πολλοί από κείνους διαθέσιμοι πιά ,για να το παραδώσουν "σ' αυτήν την αλοίθωρη νεολαία, που κάνει κριτική."
..............
Μα να που ΄ήρθε η μέρα να κάνω το μνημόσυνο πάλι σήμερα .
Βρέχει του χαμού αλλά τα παράθυρα θα τανοίξω,θα τ'ανοίξω , γιατί πως αλλιώς θα βουήξει ο τόπος.
Κι έτσι όπως το τσεκάρησα,
σήμερα στις 17 νοεμβριου 2008 είμαστε 7 που κάνουμε μνημόσυνο σ' αυτό το πολυτεχνείο.
μιά ζουρλή μεσήλιξ στη βορειοδυτικη Ελλάδα,
μιά ζουρλή γριά στην Πρέβεζα
μιά ζουρλή συμμαθήτρια στην Κορινθία,
μιά ζουρλή κόρη στην Ολλανδία
και μιά ζουρλή φίλη κόρης στο Μιλάνο,

Κι ένας χοντρός σκύλος στα Εξάρχεια
κι ένας μουρλος μεσήλιξ απ' τη Σάμο
..................................................
Έχουν δοθεί αντιπαροχή τα πιό πολλά .
Έχουν πουληθεί τα υπόλοιπα.
Κι άν μένουν κάτι ρέστα, βρίσκονται στα μάτια αυτών που ακόμα κλαίνε κάθε χρόνο την ίδια μέρα.

όπαααααααα κοπελλιές ,μεσήλικες, και σκυλιά , άλααααααα.














* και όποιος βρει τι σημαίνει το σύνθημα του Μήτσου, κερδίζει σαββατοκύριακο σε παραλία το καλοκαίρι.

7 Νοεμβρίου 2008

ο Σπίθας








Τον Σπίθα τον βγάλαμε Σπίθα γιατί ήταν μονίμως πεινασμένος.
Τον έφερε η Κική στο σπίτι 20 ημερών γιά τις διακοπές του Πάσχα, και έμεινε.
Η Κική γενικώς έφερνε διάφορα ζώα ,- που βαριότανε να τα φροντίζει-, στο σπίτι ποντάροντας στο λιώσιμο το δικό μου όταν τα έβλεπα.
Έτσι έφερε και αυτή τη μαύρη κηλίδα που έτρωγε ακατάπαυστα .
-Παιδάκι μου γιατί χλαπακιάζει έτσι; τής είπα ανήσυχη μιά μέρα.
-Δεν είναι τιποτα μαμμά, ήταν το πιο μικρά απ'τ' αδέρφια του ,και ποτέ δε χόρτασε γάλα απ' τη μάννα του.
Του πήρα πιατάκια, του πήρα κρεββατάκι ,του μαγείρευα κάθε μέρα του έβαλα και μιά κουβερτούλα.Αλλά η πείνα πείνα.Του γέμιζες το πιάτο. Όρμαγε αυτό, και όταν έβλεπε το πρώτο μεγάλο κενό απ' τη μέση και κάτω, συνέχιζε να χλαπακιάζει κλαίγοντας.
-Παιδάκι μου, μου δε μπορω άλλο να το ακούω να σκούζει 3 φορές τη μέρα σαν να προκειται να το εγκαταλείψουμε στο δάσος.
Ώσπου μιά μέρα, γέμισα ένα ταψί φαϊ, και του τόβαλα μπροστά του.
Έ, μέχρι να καταφέρει να δει άδειο το μισό ταψί , είχε σκάσει.
Αυτό ήταν ,και τελειώσαμε με το ψυχικό τραύμα της πείνας που κουβάλαγε παιδιόθεν.
Απ' το πολύ φαί πιά , είχε γίνει ένα μπαλλάκι μαύρο ,με τέσσερα πόδια, που έσερνε την κοιλιά του στο χορτάρι-όταν κατάφερνε να σταθεί στα πόδια του-.
Μόλις απόσωνε , το παίρναμε το αποθέταμε στα τέσσερα στην μέση της αυλής .
-Χέσε τώρα κακομοιρη τούλεγε η Κική, αλλιώς φαί άλλο δεν έχει.
Το κατάλαβε αμέσως.



Κιέτσι το μανουβράραμε μέχρι που άρχισε τα χοροπηδητά.
Η μαύρη κηλίδα μετά από μιά σύσκεψη στη βεράντα οικογενειακή στην αρχή , και με μιά ευρύτερη συναίνεση φίλων αργότερα, προσπαθούσε επι 2 βδομάδες να αποχτήσει όνομα.
Το "αράπης" το αποκλείσαμε διότι δεν ήτο πολιτικώς ορθόν.
Το "γύφτος" επίσης. Αν και πολύ μας άρεσε.
Το "Πάκο" το απορρίψαμε γιατί κλαίγαμε ήδη έναν απαχθέντα Πάκο.
Ρίχτηκε και το "σκεμπές"στο τραπέζι αλλά ήταν λίγο άηχο.
Τελικά εκεί επί τόπου , και εν μέσω πείνας, φαγητού, και σκουξίματος, τους είπα δημοκρατικότατα πως το αβάπτιστο ,θα βαφτιστεί Σπίθας εκ του μικρου ήρωος, και τέρμα.Κι ετσι ο Σπίθας μεγάλωνε στο χορτάρι μας.
Με το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει όποτε ήθελε παρέα.
Το βράδυ έμπαινε στο σπίτι γιά ύπνο.(γιά να γλυτώσουμε τα φολιάσματα τα οποία τα είχαμε περάσει με σκύλο ονόματι Τάλγκο.)
Του αλλάζαμε το λουρί κάθε δεύτερο μήνα γιατί γινόταν ένας ομορφος σκύλαρος, με μαύρο γυαλιστερό τρίχωμα που επειδή μας αγαπούσε πολύ τον είχαμε συνέχεια όρθιο απάνω μας , να μας λασπώνει τα ρούχα και να μας σαλιώνει τα μούτρα.
Μας αγκάλιαζε κιόλας με τα δυό του μπροστινά πόδια.
Ερχόταν δίπλα μας κάθε που ήθελε να δείξει τη χαρά του και μας πάταγε το πόδι με το πέλμα του , ενώ ο κώλος του πηγαινοέρχονταν μαζί με την ουρά του δεξιά κιαριστερά.
Είχε και διάφορα ύφη γιά κάθε περίσταση:
Το ύφος "χέσε ψηλά κιαγνάντευε" όταν έκανε τον κουτό.
Το ύφος "κακομοιριά κι ορφάνια" όταν περίμενε δίπλα στην καρέκλα σου να του δώσεις κανά κόκκαλο.
Το ύφος "γαμώ και δέρνω", όταν τον έπαιρνες αγκαλιά.
Το ύφος "αυτός ο νοικοκύρης είναι δικός μου και δικός μου", όταν ερχόταν κανένας φίλος.
Χωνόνταν ανάμεσά μας έτσι και μας έβλεπε αγκαλιασμένους γιατί ήθελε κιαυτός.
Ήθελε επίσης να μαμίσει το μικρό το κανίς του σπιτιού.
Μιά γριά γεροντοκόρη-κακιασμένη- παρθένα - χάϊλάντερ,που τον κορόϊδευε επειδή είχε άλλες εξουσίες αυτή επί του καναπέως και του κρεββατιού μας.
Τα βράδυα άλλαζε φωνή και γάβγιζε αντρικεία.
Ευτυχώς που είχε γίνει τεράστιος.
Όταν σηκώνονταν όρθιος μπροστά στη καγκελόπορτα, κανείς δεν έβλεπε τον κώλο και την ουρά του από πίσω που έκανε χαρούλες και σκούπιζε τα τσιμέντα.
Όλοι νόμιζαν ,μηδέ του τύπου που μετράει τη ΔΕΗ (ειδικά αυτός ήταν και ενοχικός),πως θα τους έκανε κομμάτια.
Μέχρι που τον αφήσαμε γιά λόγους ανωτέρας βίας σε ένα μαγαζάκι απ αυτά που τα λένε ξενοδοχεία σκύλων.
Μας έπαθε λεϊσμανίαση.
Κλάμαααααα ,κατάρεεεεεεεες,αναθέματαααααααα.
Τον πήγαμε στο γιατρό .
-Ευτυχώς -μας είπε αυτός-, είναι στην αρχή η αρρώστια .
-Θεραπεία με ενέσεις αλλά πονάνε πολύ.
-Ή με χάπια αλλά θα πάρει χρόνο.
-Με χάπια,με χάπια.
Και πήρε 1μισο χρόνο.
Μαγειρευτά κάθε μερα ο Σπίθας γιατι δεν ανεχότανε τιποτα άλλο το στομάχι του.
Τα φάρμακα ερχόταν και τα έπαιρνε απ' τη χούφτα μου, κανονικά μετά το φαγητό.
Έτσι είναι τα σκυλιά.Ξέρουν πότε θέλεις το καλό τους.
Ήρθε κιέγινε δύο χρονών.

Ένας σκύλαρος κούκλος.
Πιστέψαμε πως τη γλύτωσε
Πέρασε κιάλλος χρόνος
Πέρασε κιάλλος
Ο Σπίθας ομόρφαινε το σπίτι και την καρδιά μας.
Μόνο που κάθε άνοιξη ο μαλάκας μας ξύπναγε στις 4 τα χαράματα,γιατι νόμιζε πως οι σκαντζόχοιροι δεν τον παίζουν.
Το πρωϊ του βάζαμε λάδι στη γλώσσα που ηταν γιομάτη αγκάθια.
Ξεχάσαμε πως είχε αρρωστησει.
Του Σπίθα του άρεσε να ξαπλώνει τα καλοκαίρια κάτω απ τη μεγάλη μανόλια στη μέση της αυλής και να κοιτάει προς τη θάλασσα.

Απλωμένος όσο παίρνει.
Καμμιά φορά σήκωνε τη μουσούδα ψηλά και μύριζε τον αέρα.
Ώσπου μιά μέρα του Νοέμβρη σταμάτησε να θέλει να φάει και να πιεί.
Τον ταίζαμε αγκαλιά , κιαυτός στην αρχή μας κοίταζε με το βλέμμα "γιά σένα το κάνω μόνο" ,και κατέβαζε καμμιά μπουκιά.
Του βάλαμε και την μωρουδιακή του την κουβέρτα να κοιμάται απάνω στη μεριά της κουζίνας που προτιμούσε.Όταν είδαμε πόσο ντράπηκε που κατουρήθηκε, τον παίρναμε αγκαλιά και τον βγάζαμε έξω.Γιατι είχε αξιοπρέπεια, και δε θέλαμε να τη χάσει.
Εκείνος το περίμενε κάθε μέρα.
Ετσι είναι τα σκυλιά.Ξέρουν τι πάει να πεί αξιοπρέπεια.
Πήγε καμμιά 20αριά μέρες έτσι.
Ώσπου μιά μέρα σηκώθηκε και βγήκε ξανά στον κήπο.
Και πέθανε εκεί.
Δεν είχε τη δύναμη να ξαναγυρίσει μέσα.
Μάζεψε όση του απόμεινε , και έκανε τη μικρότερη απόσταση που μπορούσε.
Σύρθηκε κάτω από το παράθυρό μου,όσο πιό κοντά γινόταν.
Τον βρήκαμε με το κεφάλι πάνω στο τοιχάκι κάτω απ το μπαλκόνι.
Δεν είχε άλλο πιό κοντά να πάει.
Στην αρχή δεν θέλαμε να βγαίνουμε έξω , γιατί η εικόνα της αδειανής καγκελόπορτας χωρίς το Σπίθα απο πίσω να μας περιμένει τα βράδυα, μας έλειπε τόσο πολύ που κλαίγαμε ασταμάτητα.
Μετά βγαίναμε αλλά πάλι κλαίγαμε.
Μετά βγαίναμε , σταματήσαμε να κλαίμε, αλλά νομίζω πως ο καθένας ξεχωριστά σκέφτονταν το Σπίθα και έκλαιγε από μέσα του.
Μετά δήλωσα στο Νίκο:
-Εγω σκυλί δεν ξαναβάζω στο σπίτι.
-Ούτε και γώ .
Μου δήλωσε και κείνος.
Γνωστοί και φίλοι μας λέγανε για διάφορα κουταβάκια κατά καιρούς.
Αρκετοί μας είπαν , ε! πάρτε ένα άλλο και σεις, να σας περάσει.
Δήλωσα στο Νίκο:
-Σκατά.
-Και σαν τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει το Σπίθα.
-Τίποτα. Μου δήλωσε και κείνος.
Από τότε πέρασαν 4 χρόνια.
Ο Σπίθας παραμένει αναντικατάστατος .
Το σπίτι χωρίς σκυλί.
Και η ζωή μας επίσης.
Εμείς δυστυχώς με καθαρά ρούχα.
Και η μανόλια στη μέση του κήπου ,έχει παρέα κάτω απ τα κλαριά της το Σπίθα που κοιτάει τη θάλασσα .




(ελπίζω πως και η Νταγιού θα έχει γιά παρέα το Σπίθα.Ήταν πολύ κύριος.

3 Νοεμβρίου 2008

εικόνες φθινοπώρου


προστάτης οικογενείας

Η λεγόμενη αίθουσα αναμονής.
Ένα κεφαλόσκαλο με 5 καρέκλες ενωμένες,γωνιακές.
Είναι ακόμα ένας που έχει τον πατέρα του μέσα ,και έμαθα πως ο γέρος θέλει ειδικά αυτόν να τον έχει σούζα, και κανέναν άλλον από τα άλλα τρία αδέρφια.
Και μία , που μου λέει πως έχει μιά μαϊμού , και έχει εδώ τη μάννα της.
Όχι γιά προστάτη, γιά χολή.
Όχι τη μαϊμού.
Τη μάννα.
Άργησα να το καταλάβω ,επειδή νόμιζα πως εδώ έρχονται μόνο προστάτες.
Την κοιτάζω .
Μου φαίνεται για 70.
Μα πόσο είναι η μάννα της;
Μετά την ξεχνάω πάλι και ξανατσιτσιρίζομαι μ' αυτό το "παππούς" που είπε εκείνη η κάργια, η πενηντάρα, η χοντροκώλα (και χαμηλοκώλα σημειωτέον), η ξεβαμμένη , η λιγδιάρα, η μίζερη,η νοσοκόμα.
Ποιός παππούς της λέω κιέψαχνα στο θάλαμο.
Μου δείχνει το μπαμπά.
Ο πατέρας μου;
-Ε! μου κάνει 76 χρονών είναι , πως να τον πω.
-Να τον πεις κύριο της σφύριξα με το δηλητηριώδες ,το γιά σπέσιαλ περιπτώσεις.
Ο Παντελής με την λουλού σαβανωμένη και καλωδιωμένη δε μίλησε, αλλά το καταφχαριστήθηκε το ημίχρονο.
Μετά το ξανασκέφτηκε ως κοινός πολίτης και σκιάχτηκε.
-Θα με παρατήσει εδώγια, μου λέει ανάσκελος όπως ήταν.
-Μη σε νοιάζει ,θα είμαι εγώ εδώ και μετά θα έρχεται η αποκλειστική.Αυτή,έτσι κιαλλιώς περαστική είναι.
-Καλά εγώ, μου λέει σε κάποια αλλαγή που τούκανα, είμαι κι 76 χρονών.
Αυτόν τον κακομοίρ' εκεί στ' γωνία τον λυπάμαι και μου δείχνει με τα μάτια τον απέναντι.
-Πολύ πεταχτή είν' αυτή η γυναίκα τ'!!
Την περισκόπισα με τρόπο .
Μιά ζουμπουρλού ξανθιά.
Πρόλαβε και το τσεκάρησε πάντως, καμάρωσα.
............................
Μαϊμού;
Τι είπ' αυτή;
Πως έχει έχει μιά μαϊμού για κατοικίδιο.
Και ειναι και γκαστρωμένη.
Την κοιτάζω καλύτερα.
Μου κάνει τα σκέδια πώς η μαϊμού της κλέβει τα κραγιόνια και τις σκιές ,πως πασαλείβεται, γιά να με κάνει να αγαπήσω το μαϊμουδάκι-έβρυο ,γιά να μου το πασάρει όταν γεννηθει.
Όσο την κοιτάω τόσο σιγουρεύομαι πως η μαϊμού της , την βάφει κι αυτήν.
Μωρέ λες νάναι η ίδια αυτοπροσώπως που πουλάει το παιδί της;
"Ελπίς"!
Όνομα και πράμμα!
Ελπίζεις να ξεμπλέξεις από κει με το που περνάς το αριστερό πόδι πάνω απ το κατώφλι και πριν το ακουμπήσεις στο μάρμαρο .
Ελπίζεις να μη σου πέσει τίποτα στο κεφάλι καθώς αναζητάς το τέλος της ρωγμής που ξεκινάει απ το ταβάνι και συναντιέται με τη γωνιακή κολώνα.Χαιρετιούνται, και η ρωγμή συνεχίζει το μακρύ ταξίδι μέσα στο σοβά.
Ελπίζεις σήμερα να υπάρχουν αρκετοί οροί, γιά να κάνεις τις αλλαγές.
Ελπίζεις να τελειώνεις σήμερα με τη λειτανία  των κάτουρων.
Κάθε είκοσι λεφτά πηγαινέλα.
Ελπίζεις να μη τελειώσει πάλι το μπεταντίν και πλυθείς με την υπόλοιπη ελιξίρ.
Ελπίζεις να φύγει αυτή η ξευτίλα επιτέλους.
Γιατί στο κάτω κάτω της γραφής,δεν έχεις κάνει και καμμιά εκπαίδευση γιά να πασπατεύεις το πουλί του πατέρα σου, ούτε εκείνος να του το πασπατεύεις εσύ.
-Μην στεναχωριέσαι μωρέ μπαμπά, δε φαίνεται τίποτα....Κάτι γάζες τυλιγμένες βλέπω, μιά έξοδο με καθετήρα βλέπω, και δεξιά ένα άλλο παράρτημα σαν τάφ.
-Εμ τότε , αυτό δεν είναι πούτσα !
είπε με κείνο το δασκαλίστικο ύφος το κάτω απ' το μουστάκι του.
-Πολύμπριζο είναι.
Κιέτσι ,αφού το σιγουρέψαμε πως το ασπροντυμένο πράμμα εκεί χαμηλά είναι πολύμπριζο,και κατόπιν τούτου ούτε αυτός πιάνει τίποτα, αλλά ούτε και γω βλέπω, ηρεμήσαμε αμφότεροι .
..........................
Τον ακούω που απαντάει στα τηλέφωνα:
-Ναι ναι , αυτή η παλιομαϊμού, (γιά μένα λεέι, όχι για τη μαϊμού της κυρίας) με κορόϊδεψε.
-Ναι ναι, μούειπε πως θα μου κάνουν απ τη μέση και κάτω νάρκωση.
ΑΛΛΑ ΜΕ ΝΑΡΚΏΣΑΝΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ!!!!!!!.
(Τόδα εγω το όνειρο,πως με δείχνανε λέει την καταδότρια, και με πήραν οι πατριώτες να με κουρέψουν.)
Μάλλον δε θα με συγχωρέσει ποτέ γιαυτό.
Μα θα τόχει επαναλάβει ίσα με είκοσι φορές.
Τόχει μάθει όλο το σόϊ,όλος ο θάλαμος,οι διπλανοί θάλαμοι,οι συγγενείς τους στην Αθήνα , οι συγγενείς τους στο χωριό, καί όλη η παρέα του καφενείου.
- Μπαμπά, δεν γινόταν αλλιώς.Εσύ με το άγχος που σε δέρνει θα ήσουνα με το κεφάλι όρθιο , να τσεκάρεις τους γιατρούς αν το κάνουνε καλά εκεί κάτω το σύστημα.Αναγκάστηκαν οι άνθρωποι να το κάνουν.
Άδικος κόπος.
Ούτε που καταδέχτηκε να με κοιτάξει.
Η ιστορία είναι πως, επειδή φοβότανε την αναισθησία, του φέραμε και την αναισθησιολόγο επιτόπου, να του εξηγήσει πως θα του κάνει επισκληρίδιο , και όλα θα πάνε μιά χαρά.....Του έδωσε και τις οδηγίες που έτσι κιαλλιώς τις είχε ακούσει από τους άλλους.
-"Μετά το χειρουργείο, θα μείνετε 24 ώρες ξαπλωμένος ανάσκελα".
Και του τη φέραμε την τελευταία στιγμή.
Μα δε με δέρνανε καλύτερα!!!!!!!!!
Τέζα λέμε.
Ανάσκελα.
Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς.
Να κοιτάει τον ουρανό.
Ούτε τα μάτια δεν κούναγε δεξιά και αριστερά.
-Ρε μπαμπά, αυτό ήτανε για αν έκανες την την άλλη την αναισθησία.....Εσύ τελικά έκανες γενική....
Ακούνητος αυτός!
Πήρε φόρα και γιά το άλλο 24ωρο.Έτσι, για νάναι σίγουρος λέει.
"Σε παρακαλω Ελενάκι μου", τρέχω στην αναισθησιολόγο, " πέστου και συ".
Δεν αντέχω άλλο να τον βλέπω άγνωστο στρατιώτη.Αγριεύομαι.
-Κύριε Παντελή μου , μπορείτε να σηκωθείτε στο κρεββάτι, δεν χρειάζεται να είστε ανάσκελα.Σας κάναμε άλλο είδος αναισθησίας.
-Ά ναι; της κάνει ο αθώος ανήξερος.Καλά που μου τόπατε γιατρέ.
Μεσ' τη γλύκα και την τσιριμόνια με την Ελένη.
-Καλά , και συ γιατί δε μούειπες τίποτα τόσες μέρες ; γυρνάει σε μένα.
Πάω έξω γιά τσιγάρο,πριν τον σφάξω .
Μόλις πήρε ύψος ,έκατσε στον κώλο του και έχασε το ύφος του ψόφιου κοριού, άρχισε να δουλεύει τους διπλανούς.
Με πληροφόρησε την επόμενη για όλους στο θάλαμο.
Γιά τον καημένο τον πιτσιρικά τον απέναντι που έσπασε το πόδι του , και χάνει τη δουλειά του.
Επίσης το σιγουρέψαμε πιά, πως η γυναίκα του κακομοίρη ,η πεταχτούλα ντε, θα του το βάλει το κέρατο. Σάνβουαρ. Και γρήγορα.
Την τρίτη μέρα, ήταν η μασκώτ του θαλάμου.Και των διπλανών επίσης.
Έβγαινα κρυφά πιά να καπνίζω στις γωνιακές καρέκλες του κεφαλόσκαλου, , γιατί η ίδια η μαϊμού αυτοπροσώπως παραφύλαγε, και ήθελε να τον γνωρίσει οπωσδήποτε.
Την τέταρτη τούδινα και χαιρετισμούς απ τους συνοδούς των διπλανών θαλάμων.
Προλάβαμε και φύγαμε πριν μας κάνουν και κάνα προξενειό και έχουμε δράματα.
Πέρασαν πόσα χρόνια;
Δεκατέσσερα ε;


27 Οκτωβρίου 2008

μα , πρόκειται όντως γιά παιχνίδι;





Είπα μήπως και λουφάρω, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα.
Καλά ,καλά μη γρατσουνάς άλλο μ' αυτό το πράμμα.
Θα το παίξω το παιχνίδι.
Εξ' άλλου δεν ήρθε ακόμα ούτε ο ταχυδρόμος,ούτε κι ο γιός του να μου φέρει καμμιά έμπνευση κι έτσι έχω χρόνο.
Πέντε ερωτήσεις που θα έκανα άν μπορούσα .
Γιατί είναι κιαυτό.
Άν το μπορούσα.
Ανάμεσα σε άλλες,( που πιθανόν να υπήρχαν άν το ανέλυα περισσότερο), αυτές μου ταιριάζουν καλύτερα.


Σ’ ένα φιλόσοφο:
εσύ καλό μου σε τι χρειάζεσαι;αφου ετσι κιαλλιώς, ο καθένας μας τη φιλοσοφία του την έχει ενστικτωδώς.Γιατί να μπερδευόμαστε με κάποιον άλλον ;


Σ’ έναν παλιό έρωτα:

απο τους έρωτες που με πληγώσανε τίποτα δε θα ρωτήσω, γιατί όταν έκανα την απεξάρτηση έκοψα και το κομμάτι και το πέταξα.
Στους έρωτες που πλήγωσα θα ρώταγα μαλακίες για να περάσει η ώρα.
Εντάξει εντάξει, είμαι λίγο εγωίστρια .
Άμα λείπω απ' το πάρτυ δε με νοιάζει τι γίνεται εκεί.

Σ’ ένα μέντιουμ θα ρώταγα:
τι σκατά έκανες και τάμαθες όλα αυτά;Θέλω και γώ.

Σ’ ένα παιδί:
θα με θέλεις πάντα για παρέα;

Γιά τον καθρέφτη δε μου βγήκε καμμιά ερώτησι, παρά μόνο η διαπίστωση:
το κέρατό μου μέσα, γέρασα και ακόμα δεν πήγα στο Περού,
στη Γουατεμάλα, στην Αργεντινή, στη Νέα Ζηλανδία, και στο σπα της Μπλού Λαγκούν.



15 Οκτωβρίου 2008

Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Έκανα έναν άσκημο ύπνο προχτές.
Κοιμήθηκα νωρίς , με την τηλεόραση ανοιχτή, και κάτι κουβέντες μουρ –μουρ - μουρ – μουρ του κώλου , απ αυτές που σε λoβοτομούν.
Λίγο νωρίτερα διάβαζα στο κρεββάτι.
Κακή συνήθεια αυτή παιδιόθεν, που την αντέγραψα απ’ τον μπαμπά, ο όποιος είχε ανακαλύψει νωρίτερα από μένα πως το κρεββάτι και το πάπλωμα είναι το καλύτερο μέρος και γιά διάβασμα.
Εν τω μεταξύ τόχω παρατητηρημένο.
Αυτοί που διαβάζουνε στο κρεββάτι , στον καμπινέ έχουνε δώσει ακριβώς τις διαστάσεις που του πρέπει …..Μπαίνουνε τρέχοντας ,τον χέζουνε στα γρήγορα και φεύγουνε.
Τέλος πάντων, έλεγα λοιπόν πως διάβαζα στο κρεββάτι για πολλοστή φορά κάτι παλιές ιστορίες με συνθήκες , συμφωνίες , εμφύλιους, Άγγλους, αντάρτες και πρωθυπουργούς.
Ξύπνησα κανά δυο φορές εν τω μέσω της νυχτός σαν τον νυμφίο, ιδού , αλλά πουθενά δεν ερχόμουνα .
Αφενός γιατί κανένας δε με περίμενε, και αφετέρου, γιατί βαριόμουνα να φύγω απ το κρεβάτι που ήταν και χουχουλιάρικο.
Την τρίτη φορά που ξύπνησα τα πήρα με την κατάστασή μου και μετακομίστηκα στο καθιστικό.
Μαζί με το βιβλίο για να με ξαναπάρει ο ύπνος.
Σαν και μπορεί να σε πάρει ο ύπνος με τους βουρδούλακες ,τους Άγγλους και τους πρωθυπουργούς.
Το κατάλαβα ταχύτατα πως μόνο για εξετάσεις θα μπορούσα να πάω μετά από τέτοια μελέτη, γιατί εκτός των άλλων έχω και τη μαλακία να μαθαίνω απ’ έξω τις ημερομηνίες, λες και έχω μόλτιπλ τσόϊς την άλλη μέρα.
Έκλεισα το βιβλίο, και ξανάνοιξα το μαλακιστήρι .
Μάλλον κοιμήθηκα εκ νέου, αλλά πετάχτηκα τρομαγμένη και τσιμπλιάρα τρέχοντας να βρω την παντόφλα για να τρέξω να κρυφτώ.
Γιατί άκουγα μέσα στο κεφάλι μου πως ένας Γεώργιος Παπαντρέου, ήθελε να κάνει «κυβέρνηση ενότητας» με τους αριστερούς, για να κυβερνήσει λέει, και να σώσει την Ελλάδα απ την καταστροφή.
Αυτή η κυρία, η εθνική ενότητα ,είμαι χίλια τα εκατό σίγουρη πως κάτι κάνει που σε στέλνει ή σε θάλασσα ή σε βουνό καθότι μόνο σ΄αυτά τα δύο φύονται θυμαράκια..
Το διάβασα πρόσφατα κάπου αλλά δε θυμάμαι που.
..........<<Η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου,η λεγόμενη κυβέρνηση ‘ Εθνικής ενότητας ’, είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα .Συμμετείχαν σ’ αυτήν και 6 δικοί μας υπουργοί: Σβώλος,Τσιριμώκος, Ζεύγος, Αγγελόπουλος, Ασκούτσης , και Χατζήμπεης.
Ουσιαστικά η δική μας συμμετοχή στην κυβέρνηση ‘εθνικής ενότητας’, ήταν εντελώς διακοσμητική ,απλώς και μόνο για να τηρηθούν τα προσχήματα περί ενότητας.
Εκτός του ότι ήμασταν μειοψηφία, τα υπουργεία που μας παραχωρήθηκαν ήταν δευτερεύοντα και
……………………...................>>
Η πρώτη μου αστραπιαία σκέψη ήτανε πως εδώ στο σιάδι δεν μπορώ να κρυφτώ ούτε εγώ , ούτε τα άρματά μου. Μα πού είναι τα άπαρτα βουνά;
Η δεύτερη αστραπιαία σκέψη ήτανε πως πρέπει να κρύψω το Μήτσο και τον Αλέξανδρο , μη τους πάρουνε στο στρατό .
Η τρίτη και καθυστερημένη ήτανε κατά που να παρακαλέσω για να μην αφαλοκόψουνε εμένα και την Κική.
Μετά η ροή αποτρελλάθηκε.
Χλόμιασα , βρέθηκα λέει όξω στον κήπο,με το μαλλί ξέπλεκο, σαν την Αστέρω ένα πράμμα αλλά χωρίς το σεγκούνι το κεντητό και την φευγατίλα στο μάτι ,παρά μόνο με το μεταξωτό σακκάκι της πιτζάμας.
Ήμουνα μια ξυπόλητη μια παξιμαδοκλέφτρα , και με κυνήγαγε ο Γεώργιος Παπανδρέου να μου δώσει τα δαχτυλίδια λέει, ίνα με πείσει πως πρέπει να μπω στην κυβέρνηση του.
Δήμητρααααααα βέλαξε , σε χρειάζομαι.
Πρίτς του κάνω .Εγώ ούτε να σε βλέπω δε θέλω.
Θέλεις δε θέλεις Θα μόρθειιιιιιιιιις .Ξαναβέλαξε Και μου κούναε και το δάχτυλο.
Κάνω έτσι και τι να δω, από κοντά του έτρεχε κιένας χοντρός .
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΧΟΝΤΡΟΣ; Αναρωτήθηκα
Τι σου πέρασε απ το μυαλό;;;ούρλιαξε αυτός κροταλίζοντας τα δόντια της κοιλιάς του.
Μια ΕΒΓΑ της γειτονιάς είσαι.
Μαζί μας θα γίνεις το μαγαζάκι της κεντρικής οδού.
Δε θέλω … δε θέλω ….δε θέλω …..
Τρέμοντας ,προσπάθησα να μπω μέσα στο σπίτι να βρω τα παπούτσια μου και κάνα παντελόνι ,μήπως το κόψω στην τρεχάλα και σωθώ.
Αλλά που τέτοια τύχη!
Εκεί!!
Ακίνητη !Αστραποβαρεμένη.
Γιατί εδώ που τα λέμε δεν είναι και λίγο πράμα να περιμένεις να σε ακουμπήσει από ώρα σε ώρα το χέρι ενός Γεωργίου Παπαντρέου!!.
Σπρωχνόμενο μάλιστα απ’ την κοιλιά ενός Πάγκαλου!
Άσε που κάπου από το βάθος της αυλής , νομίζω κάτω απ το τοιχείο, το βορινό ,άκουγα κι έναν να φωνάζει ,,,,,,,,λέτμι γκόου θρούυυύύύύ – λετμιγκόου θρούυύυυύ. Μπρεικ ον θρου το δε αδερ σάινττττ…………………..Είμαι ο Έέεεβεεερτ…………… Είμαι ο Έβεεερτ!!!!!!!!!!!

Θεέ μου, ικέτεψα , κοίτα λίγο χαμηλάααααά .
Κυνήγα με μπας και τρέξω!
Ίσα για να ρίξω κάτι απάνω μου. Γιατί άν δεν απατώμαι, εκτός από ξυπόλητη ήμουνα και με το βρακί.
Ξέρεις τι είναι να τρέχεις με τον κώλο ξεσκέπαστο κι αλαφροΐσκιωτο!!!!!!!
Ξέρεις τίναι να μην έχεις ένα φίλο;κι απο πάνω να σε δέρνει κι ντουνιάς; ε;
Τουλάχιστο νάχω φυλαμένο τον απαυτό μου.
………Όχι Παπανδρέου,……… όχι Παπανδρέου……..κάντε μια καντηλίτσα…… σώστε τα παιδιά……. σώστε τα παιδιά,……….
.,………….και κει ακριβώς που με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απ τη λάσπη, τα κατάφερα και όρμησα κατά μεριά της ντουλάπας-αυτή που την έκανα να μοιάζει σαν τις εννιάμισι βδομάδες , αλλά κανένας δε βρέθηκε να κάτσει μέσα από τις γρίλιες-, είδα να με περιμένει μπροστά στο δεξί φύλλο ένας σπηλιωτόπουλος.
Του κόλλησα αστραπιαία το σταυρό στο κούτελο.τσσσσσσσσσσσσ
Άμα δείτε έναν σπηλιωτόπουλο με τη βούλα στη μπάλα ,ο δικός μου θα είναι .
Έκανα με απόγνωση το κεφάλι δεξιά …. Αριστερά. Δεξιά … αριστερά….
Φύσηξα το μαλλί που κόλλησε στην άκρη απ’ τα σκασμένα μου χείλη..
Ένα φύσα αγέρι - φύσα αγέρι τέϊκ μι ντάουν του μάϊ μπόουτ ον δε ρίβερ -που σηκώθηκε ξαφνικά θροΐζε τα φρεσκολουσμένα μου μαλλιά και πέταξα προς τον δαμασκηνό καλόγερο της κρεβατοκάμαρας, μια και είχα αποθέσει εκεί από βραδύς το μπουφαν το πουπουλένιο το πορτοκαλί, και ένα απρέ σκι παντελόνι. Γκρί.
Αλλά η ατυχήσασα, μάζωξα τα απομεινάρια του άλλου καλόγερου ,που μου άφησε μόνο ένα βατοπέδιον ελεύθερον, επι του οποίου εκρέμοντο ένα τζίν και ένα μπουφανάκι.
Πλανάροντας τα άρπαξα, αλλά δεν έμελλε να τα φορέσω, γιατί πως τα κατάφερα και βρέθηκα πάλι χωρίς ρούχα στην άκρη στο Ζάλογγο, καθισμένη ακριβώς από κάτω απ την δεύτερη σουλιώτισα κουνώντας αμέριμνα τα πόδια.
Τραγουδώντας γκουανταναμέρα γουαχίρα γουανταναμέρα,ένα κινέζικο φεγγάρι ξεπρόβαλε κάτω απ την δεξιά μασχάλη της κεραυνοβολημένης κόρης.
Κάτω απ την πρώτη κάθονταν ένας φαλακρός ψηλός κρυόκοωλος, με αθλητική φόρμα και μ’ ένα κασελάκι για παπούτσια μπροστά του.
Ελεήστε το φτωχόοοο, ελεήηηστε το φτωχόόό , για τη μαννούλα μου που είναι στο νοσοκομείοοοοο είπε με ραγισμένη φωνή.
Γραββάτες έχετε; Τούπα εγώ .
Τι λέτε κυρία μου ,απάντησε, τι να τις κάνετε τις γραββάτες εδώ ψηλά στο Ζάλογγο ,ψηλά στα κορφοβούνια;;
Κι εκεί που σκεφτόμουνα ,σα νάχει δίκιο ο χλιμίτζουρας , τι να τις κάνω τις γραββάτες, εγώ παντελόνια γυρεύω, είδα το δαχτυλάκι του που ήτανε στραβοκολλημένο και τον αναγνώρισα.
Τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος φιλοσοφίστηκα.
Και ενώ , αυτός αρχίνησε το μια βοσκοπούλα αγάπησα μια ζηλεμένη κόρη,
ήρθε το άλλο το πουλί,το αλάλητο. Ένας Καραμανλής, που τον άρπαξε απ τη μέση και άλλαξαν ευθύς τροπάρι, φωνάζοντας σε μένα που την έκανα με μεγάλες απλωτές:
-Που πάάάάςςςς μύύυύυγδαλαααααααααα.
Ιπτάμενη πια και σε απόσταση ασφαλείας , απ’ το υπερπέραν , παίζοντας σε ένα αλλήθωρο μπαντονεόν με γαλάζιους φακούς επαφής:
οι παντρεμένοι +οι+ οι+ οι +οι δε γιορτάζουνε ποτές και καθώς ο κώλος μου συνέχιζε να κρυώνει ,εξέπεσα του καναπέως αφυπνιζομένη αληθώς αυτή τη φορά, την ίδια στιγμή που ο λυριτζής του Οικονόμου διέδιδε πως:

-Ο Γεώργιος Παπανδρέου επιμένει να καλεί τον Συνασπισμό σε κυβέρνηση ενότητας , για να σωθεί η Ελλάδα-.


2 Οκτωβρίου 2008

-Cammino e canto, a la rabbia che mi fa-


Έφηβος ετών δεκαπέντε και λίγο παραπάνω. Κοινώς Λώλος



Παιδί, αναρωτιόμουνα γιατί στον τόπο μου είμασταν τόσο άγρια φυτρωμένοι στα αριστερά.
Μεγαλύτερη, όποτε αποφάσιζα να παίξω την ήμερη και την καλή και συζητούσα με κανά δεξιούλη ,ανακάλυπτα κάθε φορά πως ήμουνα πολύ άγρια φυτρωμένη στα αριστερά.
Τωρα που μεγάλωσα περισσότερο, συνειδητοποίησα πως είμαι ακόμα πιό άγρια και δε θα ημερέψω ποτέ, μιά και επιτέλους κατάλαβα το γιατί.
Είναι το ίδιο πράμμα που με έκανε να είμαι εως θανάτου με τον Έκτορα όταν διάβασα για πρώτη φορά παιδάκι πράμμα γιά τον Τρωϊκό Πόλεμο.
Είναι το ίδιο που με έκανε να μισήσω εως θανάτου αυτόν τον σκατομαλάκα με τη φτέρνα την ελαττωματική, τον Αχιλλέα.
Είναι αυτό, που όταν είσαι παιδί , σε κάνει να είσαι δίκαιος.
Και όταν είσαι δίκαιος , με το ένστικτο ,τη μυρίζεσαι την επέλαση της δύναμης .
Της πονηριάς.
Της προστατευόμενης εξουσίας.
Της φαυλότητας.
Είναι αυτό το ίδιο ,που σε κάνει να είσαι από πάντα και γιά πάντα, με τον Νικημένο Μαχητή.
Ιστορικά, μάλλον είναι καταχωρημένα όλα αυτά που γράφω, πολύ ή λίγο.
Κανονικά ή ακανόνιστα.
Λίγο ψέμματα ή λίγο αλήθεια.


Αλλά καθώς η τελευταία φουρνιά των Πιτσιρικάδων Μαχητών μάς φεύγει σιγά-σιγά ,








γιατί τα άτιμα τα χρόνια περνάνε με μαλακές πατημασιές και δε μας ξυπνάνε τα γαμημένα να μας χαιρετήσουν την ώρα που ξεπορτίζουν ,
νομίζω πως πρέπει να το κάνω αυτό.
Εγώ, γιά μένα.
Γιά τη μαμμά , την Κική ,το Μήτσο , και τον Αλέξανδρο. 
Τη Χριστίνα,τον Άρη, και τη Λουΐζα.
Και γιά τους πεθαμένους μου.
Η μάχη της Πρέβεζας,και αυτό το πεντάμηνο του '44 (Σεπτέμβρης -Φλεβάρης) είναι η φωτογραφία της προδοσίας του κινήματος του ΕΑΜ.
Ανάμεσα στην απελευθέρωση απ' τους Γερμανούς,τους ενδοτισμούς της Γιάλτας ,του Λίβανου,της Καζέρτας και της Βάρκιζας ,
η Πρέβεζα και το λιμάνι της ,πηγαινοέρχονταν πότε γιορτάζοντας με τον ΕΛΑΣ , πότε λουφάζοντας με τον ΈΔΕΣ.
Μπασιά και βγαλσιά.
Μπασιά και βγαλσιά.
Όπως ακριβώς και τα νερά του Αμβρακικού.


"Είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς.
Το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις"

είπε ο αγαπητός Μάνος Ελευθερίου για να μας δείξει το φασισμό της.
Όοοοοχι λεβέντη μου.
Δε στάπανε καλά.

.......................................................................................


ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
ΕΤΩΝ 15 και μισό













...........<< Ο Θοδωράκης γεννήθηκε λίγο πρίν από μένα στο τέλος του '28 ,και γω γεννήθηκα στις αρχές του '29.


Οι γονείς του τσακωνόντανε συνέχεια και τον περισσότερο καιρό η μάννα του ,τον έπαιρνε και ερχόντανε στο σπίτι του παππού του Νικολή ,που μέναμε και μεις γιατί δεν είχαμε ακόμα σπίτι, και έμενε μαζί μας .

Εγώ, ήμουνα η μοναδική παρέα του Λώλου , επειδή η μάννα του και ο πατέρας του μιά χωρίζανε μιά ήτανε μαζί , δεν είχε και πολλες φιλίες ο κακομοίρης , αφού και φτωχός ήτανε , και δεν τον θέλανε οι άλλοι γονείς για παρέα των παιδιών τους.
Έ ! Ήτανε και λίγο γαβριάς τρομάρα μου.
Ο Λώλος αγάπαγε πάρα πολύ τη μάννα του.
Και τον πατέρα του νομίζω ,όταν εκείνος άφηνε να τον ζυγώσει.

...................

Όταν έρχονταν στο σπίτι του παππού,( ο παππούς,αγιογράφος ήταν βέβαια, αλλά ήτανε και φωτογράφος και έτσι έβγαζε κυρίως το ψωμί του),τον έντυναν κιαυτόν με τα καλά του όπως ήμουνα και γω και τα άλλα τα παιδιά ντυμένα ,επειδή στο μεγάλο το δωμάτιο που παίζαμε περίμεναν και οι πελάτες μαζί.
Σαν αίθουσα αναμονής ενα πράμμα.
Γιαυτό είμασταν πάντα στην τρίχα και πεντακάθαροι.
Ήταν ένα παιδί που δεν μπορούσε να ισορροπήσει πουθενά.
Έβλεπε τη μάννα του να  τη δέρνει ο πατέρας του όταν τσακώνονταν.Και στο σπίτι του παππού πάλι που ερχότανε όταν χωρίζανε , πάλι φωνές .
Ήταν ζωηρός και με μεγάλη φαντασία.
Και παρόλο που εγώ ήμουνα πολύ ήσυχη, με το Θοδωράκη , έκανα ζούρλιες και γώ.
Γιαυτό, όποτε είμασταν μαζί , μας έβαζαν και τρώγαμε χωριστά.
Στο διπλανό δωμάτιο ,γιατί ο παππούς ήτανε πολύ αυστηρός και δεν ήθελε φασαρίες στο τραπέζι.
Δεν υπήρχαν και άλλα αγγόνια σε τετοια ηλικία,- τά άλλα ήτανε μωρά -, και έτσι είμασταν τα μοναδικά παιδιά σε ένα σπίτι με τόσους μεγάλους.
Όταν ο Λώλος έμενε στο σπίτι του ,εγώ είχα πρόγραμμα.
Γύριζα απο το σχολείο,έτρωγα και πήγαινα και παρακολούθαγα τον παππού που ζωγράφιζε ψέλνοντας,και έψελνα και 'γω μαζί του.
Με ήθελε κοντά του.Με άφηνε να τριγυρνάω στο εργαστήρι γιατί ήξερε πως δεν ακούμπαγα τα πράμματα του ,πως δεν πείραζα τίποτα, και γιατί του έκανα παρέα.
Άλλά όταν ήταν ο Θοδωράκης στο σπίτι ,μας έβαζε χώρια ,επειδή αυτός ήταν διάολος.
Θυμάμαι μιά φορά, πρέπει νάταν τότε όταν πηγαίναμε στην τρίτη - τετάρτη δημοτικού.
Ακουγότανε πως θα γίνουν φασαρίες (το'39 πρέπει νάτανε, )και πως θα ρίξουνε αέρια οι Ιταλοί.
Ο παππούς ήταν μανιώδης με την πολιτική και ό,τι άκουγε το έφερνε στο σπίτι.
Εμείς τα παιδιά είμασταν τρομοκρατημένα, σχεδόν κατουρημένα απ' το φόβο μας .
Μιά μέρα ,που ο παππούς ηταν νευριασμένος μ'αυτά που μάθαινε, και έτρωγε με την οικογένεια, -εμείς παραδίπλα στο σοφρά- , εκεί που καθόμασταν , σκώθηκε ο Λώλος και πήρε δύο βούρτσες παπουτσιών,-πώς τούρθε-, τις κράτησε αντικρυστά ανάποδα, ξέρεις με το ξύλο,και πήγε στην πόρτα απέναντι απ τους μεγάλους που τρώγανε στην τραπεζαρία, τις σήκωσε ψηλά και φώναξε κοπανώντας τες ράχη με ράχη:
-Είιιιμαι ο Ηρακλής!!
- Είιιιιμαι ο Ηρακλής!!
-Είιιιιιιμαι ο Ηρακλής και θα σκοτώσω τις στυμφαλίδες όρνιθες!!
Και δόστου και κοπάναγε τις βούρτσες που καλά και σώνει τις ήθελε κρόταλα.
Σκώνεται τότε ο παππούς του δίνει μιά κλωτσά και τον πέταξε όξω απ' την πόρτα μαζί με τα κρόταλα.
Πάει τον σωροβόλιασε τον Ηρακλή.Και ήτανε και λιανό- λιανό .
Αυτό στην αρχή άργησε να κλάψει γιατί τάχασε .Έβαλα και γω τα κλάμματα που τον σβούρηξε έξω και τον άφησε και νηστικό.
Δεν έφαγα ούτε και γω , και πήγα γιά παρηγόρια κοντά στο Λώλο να τον καλοπιάσω γιατι νόμιζε πως δεν τον αγάπαγε καθόλου ο παππούς.

................................................................

Ήρθε η ώρα να πάμε στο γυμνάσιο.
Τότε όποιος ήθελε ,έδινε εξετάσεις, από την τετάρτη δημοτικού.
Ο Λώλος δεν είχε δώσει εξετάσεις γιατι είχε χάσει χρονιά και θα δίναμε μαζί.Έπρεπε να μάθουμε πως γίνονται οι αιτήσεις , γιατί ούτε η μάννα μου ούτε ο πατέρας μου ήξεραν.
Τη σύνταξη δηλαδή γιατί γράμματα ξέρανε.
Βρέθηκε τότε ο θείος ο Μήτσος, ο πατέρας του Λώλου ,που ηταν κουρέας και ήθελε οπωσδήποτε να μάθει γράμματα ο γιός του και είπε:
- θα βρω εγώ τι γράφουνε και θα κάνω εγώ τις αιτήσεις ,να πάνε και τα δυό να μάθουνε γράμματα.
Μας έγραψε πραγματικά ανορθόγραφα ό,τι έπρεπε, το διόρθωσα εγώ , τις παραδώσαμε, μας καλέσανε να δώσουμε εξετάσεις.
Μπήκαμε και τα δυό.Και γω , κι' ό Λώλος.
Όμως καναδυό μέρες πήγε μόνο και μετά δεν ξαναπάτησε γιατί δεν τάθελε τα γράμματα.
Τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια ,νομίζω πως του άρεσε το γυμνάσιο, αλλά μάλλον πρέπει να είχανε κάτι τα μάτια του και κουραζότανε.Ποιός τα ήξερε τότε αυτά να τα κοιτάξει.
-Αφού δεν θέλεις γυμνάσιο να πας να τελειώσεις την πέμπτη και την έκτη δημοτικού. Του είπε ο πατερας του
-Και μετά να 'ρθεις στο μαγαζί.
Έτσι γινότανε τότε.
Σάμπως πήγα και γω στο σκολείο!Όύτε μήνα καλά - καλά




Ξέσπασε ο πόλεμος.
Εγώ πρώτη γυμνασίου και αυτός ,ούτε που πρόλαβε να ξαναπάει στο δημοτικό, επειδή κλείσανε τα σχολεία.
Όσο κράταγε ο πόλεμος και μέχρι να γίνει η συνθηκολόγηση, εμείς, η οικογένειά μου δηλαδή, πήγαμε να μείνουμε στο Νιοχώρι κοντά στον Αηθωμά για να γλυτώσουμε απ' τους βομβαρδισμούς.
Επειδή οι Ιταλοί την βομβαρδίσανε πολύ την Πρέβεζα εξαιτίας του λιμανιού και σκοτώθηκε πολύς κόσμος τότε.
Τον έχασα το Λώλο.
Μείνανε με τον παππού στο πατρικό.
Έγινε η συνθηκολόγηση.
Μπήκανε οι Ιταλοί στην Πρέβεζα.
Γυρίσαμε και μεις στο σπίτι μας.
Στην Πρέβεζα ο Λώλος είχε μπλέξει ήδη με το αντάρτικο και ήταν στρατολογημένος.
Θυμάμαι όταν γύρισα τον βρήκα στην ΕΠΟΝ.
Εγώ μπήκα κάνα χρόνο μετά.
Οι Γερμανοί ήρθαν το Πάσχα του '43 και κάτσανε μέχρι το Σεπτέμβρη του '44 ,που τους ξαπόστειλε ο ΕΛΑΣ.
Με τους Γερμανούς ο Θοδωράκης ,ήταν ήδη αντάρτης στην περιοχή της Πρέβεζας και πολέμησε σε πάρα πολλές μάχες στην Καμαρίνα και στην περιοχή του Λούρου.
Γιατί γίνανε πολλές εκεί γύρω.Σε μία μάλιστα ,-και το ξέρω γιατί μου τάπε ο ίδιος όταν τον είδα -, επιτέθηκε και ο Ζέρβας και χτύπαγανε μαζί με τους Γερμανούς τους Ελασίτες.
Όταν ήρθε η ώρα να λευτερωθούμε, την Πρέβεζα την λευτέρωσε ο ΕΛΑΣ.
Ήρθαν οι αντάρτες στο λιμάνι.. απ' το Άκτιο,.. απ' τον ελαιώνα.., απ' τον Αηθωμά.... ..Λαοπροσκύνημα.......
Μας είπανε πως θα γιορτάσουμε την απελευθέρωση την Κυριακή 18/9/44.
Τότε έγινε η μεγάλη γιορτή .
Μεγάλο γλέντι.Ομιλίες χοροί .
Πράμματα.Θάμματα.Σαν ζουρλοι ήμασταν όλοι απ' τη χαρά μας.
Όμως εκεί που γλεντάγαμε, μέσα στο πλήθος ακούστηκε πως οι Ζερβικοί θα επιτεθούν στον ΕΛΑΣ και στους δικούς μας .
Νομίζω εκείνη την ώρα ,δεν ξέρω από ποιό σοφό κεφάλι ,ήρθε η διαταγή να παραδώσει ο ΕΛΑΣ την πόλη στον ΕΔΕΣ.Αλλά δεν προλαβαν να φύγουν και τους επιτέθηκαν οι Ζερβικοί γιά να τους ξεκάνουν.
*
Μέχρι να πολωθούνε τα πράμματα και να αρχινήσει ο εμφύλιος πέρασαν καναδυό μέρες.
Πάντως οι δικοί μας, μόλις κατάλαβαν τί πάει να γίνει, έπιασαν το κάστρο του Αγιαντρέα
με δυό λόχους και διοικητή τον Νούτσο.
Την Εθνική την έπιασε ο καπετάνιος ο Γιαννούλης απ τη Λευκάδα με το ΕΛΑΝ (το ναυτικό σκέλος του ΕΛΑΣ), όταν έκαναν τη λεγόμενη "έξόρμηση "γιά να ενισχύσουν τους αντάρτες στα κάστρα μέχρι τη τη Βάση.
Απ' τα Σφαγεία ως τον Αγιώργη, όλη η ακτογραμμή ηταν πιασμένη απ' τους αντάρτες.
Κι από πάνω ,το Γυμνάσιο, η υποδειγματική της ΕΠΟΝ.
Μόνο στο κάστρο του Παντοκράτoρα μπόρεσαν και μπήκαν αυτοί .
Και τούτο ,γιατί τους είχαν αφήσει οι δικοί μας να μπούν στη πόλη από κείνη τη μεριά τότε που θα γιορτάζαμε την απελευθέρωση όλοι μαζί.
Οχυρώθηκαν εκεί,και άρχισαν να χτυπάν τους Ελασίτες.
Αρχίζει ο πόλεμος.
Τότε σκοτώθηκε κι ο πατέρας του Θοδωράκη.Αλλά τον βρήκαμε μετά  μέσα στα ερείπια, και δεν τόμαθε ποτέ αυτός.
Απ' τον Παντοκρατoρα
χτύπαγαν αυτοί.
Απ' το κάστρο του Αγιώργη οι δικοί μας.
Οι οβίδες πέρναγαν απάνω απ' τα κεφάλια μας σταυρωτά και δεν είχαμε κατά που να κάνουμε γιά να γλυτώσουμε.(η Κοκκινιά είναι ανάμεσα στο κάστρο του Αγιώργη και το γυμνάσιο)
Πρέπει να ήτανε Οχτώβριος του '44**.
Εμείς τρομάρα μου σφάχτ'καμαν πρώτα.Κι ούτε π' το μελετάει κανένας.
Τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα ήρθαν μετά.
............
Πρώτα έφυγε το ΕΛΑΝ και ο καπετάνιος ο Γιαννούλης απ' την Εθνική τράπεζα και τη Βάση.Μάζεψε όσους είχε και έκανε έξοδο.
Μπήκανε άλλοι στα πριάρια (μακρόστενες βάρκες χωρίς καρίνα)και άλλοι κολυμπώντας, περάσανε απέναντι στη Λασκάρα , μετά στο Άκτιο και εν μέσω πυρών και κανονιοβολισμών πέρασαν στο Ξηρόμερο(Αιτωλοακαρνανία) .
Η Εθνική τράπεζα έπεσε σχετικά γρήγορα αφου έφυγαν οι υπερασπιστές της .

Οι άλλοι που έμειναν στο κάστρο του Αγιώργη

,είχαν και τους τραυματίες συγκεντρωμένους εκεί,τα κατάφεραν κουτσά στραβά και έφυγαν κιαυτοί.
Έμειναν αυτοί του Γυμνασίου.
Ειδικά στο Γυμνάσιο , επειδή έπρεπε να κρατηθεί ο δρόμος προς τα περιβόλια και τον ελαιώνα(η έξοδος της πόλης) ανοιχτός,τοποθετήθηκε μετά απο διαταγή της πολιτικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ της περιοχής , η υποδειγματική διμοιρία της ΕΠΟΝ*****. Όμως εγώ ξέρω, πως ο μπάρμπας σου ο Μιχάλης και ο Νούτσος διαφώνησαν . Ο Αραχναίος ήταν που επέμενε .
Η υποδειγματική είχε τα πιο γενναία επονιτόπουλα.
Με το σκεπτικό πως αυτά τα παλληκαράκια θα πολεμήσουν μέχρι το τέλος και δεν θα περάσει εύκολα κανένας, τους ανάθεσαν να υπερασπιστούν
το γυμνάσιο.
Ααααχ!Δεν ξέρω πιά άν έκανε καλά ή όχι.
Ποιό το όφελος;
Κι αυτοί που γλύτωσαν τους περίλαβαν μετά στα βουνά ,στις εξορίες ,και στις Τασκένδες.
Αλλοίμονο στα παιδάκια μας που πήγαν να λες!
................
Η Εθνική είπαμε έπεσε σχετικά γρήγορα στα χέρια του στρατού -είχε έρθει και στρατός στο μεταξύ γιά να βοηθήσει το Ζέρβα, γιατί αυτοί, πέντε ψύλλοι ήταν όλοι κιόλοι κακή τους ώρα. Κι ήθελαν να κάνουν και κατοχή στην πόλη...
Έπρεπε όμως οπωσδήποτε να καταλάβουν και το Γυμνάσιο, επειδή ήταν απάνω στο σταυροδρόμι σε ύψωμα, και εμπόδιζε τους Εδεσίτες της πόλης να επικοινωνήσουν με αυτούς του Παντοκράτoρα.
Το Γυμνάσιο δεν έπεφτε.
Τι έγινε ομως.
Ο γυμνασιάρχης ο Κοντός ******-καλή του ώρα εκεί που είναι μαζί με τα παιδιά-που ήταν κάτι σαν δήμαρχος επειδή τον είχαν βάλει οι Πρεβεζάνοι Άρχοντα της πόλης μέχρι να βγει δήμαρχος με εκλογές κανονικές ,είχε μαζέψει τους χωροφύλακες της περιοχής γιά να μη τους σκοτώσουν οι Ελασίτες .
Αφού, οι πιο πολλοί απ' αυτά τα μούτρα τάχανε κάνει πλακάκια και με τους Γερμανούς και με το Ζέρβα και είχανε φάει πολύ κοσμάκη ,ειδικά στα χωριά.
Τους είχε μαζέψει λοιπόν και τους είχε βάλει όλους στο λιοτριβιό του Θεοφύλαχτου απέναντι απ το γυμνάσιο.
Εκεί που έφκιασε μετά σπίτι ο Στάρας.
Θυμάσαι;
Δεν είχε σκοπό να τους πειράξει.
Να φανταστείς ήτανε με τον οπλισμό τους, και έβαλε να τους φυλάνε μη τους σφάξει κανένας και τα ρίξουνε στον ΕΛΑΣ μετά.
Αυτοί λοιπόν , καθώς δεν ηταν αφοπλισμένοι βγήκαν και πήγαν απέναντι στο τζαμί και πυροβολούσαν από κει τα παιδιά.
Τα παιδιά σκότωσαν πάρα πολλούς απο δαύτους .Τους ρήμαξαν.
Βλέποντας οι χωροφύλακες πως αποδεκατίστηκαν ζήτησαν ενισχύσεις απ' τους Ζερβικούς που ήρθαν με αρχηγό τον περιβόητο Γαλάνη, αυτόν απο το τάγμα των Κρητικών.
Λέγανε πως είχε έναν ανηψό που σκοτώθηκε, εκεί μπροστά ,στο Γυμνασιο.
Γιαυτό , αυτός ο Γαλάνης,μετά μας κολύμπησε στο αίμα.
Αλήθεια είναι ;
Ψέμματα είναι ;Και το είπανε έτσι για να δικαιολογήσουνε τα φονικά που έκανε;
Δεν ξέρω .
Ήρθε απ' τη μεριά που είναι τώρα το καφενείο του λαού , περικύκλωσαν το Γυμνάσιο και το βάραγαν από όλες τις μπάντες.
Μέσα ήταν τα 14 παιδιά και καμμιά 40αριά μεγάλοι.
Ο Λώλος, με την υποδειγματική , μπήκε στο Γυμνάσιο μαζί με τους αντάρτες όταν ξεκίνησαν οι υποψίες και κατάλαβαν πως θα γίνει μακελειό.
Ο Νούτσος όμως, (Κ.Νούτσος διοικητής του 1ου λόχου του ΕΛΑΣ που απελευθέρωσε την Πρεβεζα) τον ειδοποίησε τον κουνιάδο που ήταν στην ηλικία του Λώλου να μην κλειστεί μέσα γιατί τάξερε από πρώτο χέρι.
Και τον γλύτωσε.
-Τον βρήκα όταν ήρθε στην Πρέβεζα και του τάπα.- Έκανε πως δεν  με ήξερε , και σκώθηκα κι έφυγα-.
Το καταλάβαμε και μεις πως θα πολεμήσουν μέχρι το τέλος, γιατί το ίδιο πρωΐ που άρχισε ο πόλεμος, ήρθε κατά τις 11 η ώρα ο Θοδωράκης .
-Θεία ,ήρθα με αφορμή πως θα πάρω το νερό για να σας το πω.
-Θα γίνει μεγάλος πόλεμος.
Ζήτησε και του φέραμε στο σπίτι τη μάννα του να τη δει και να τη χαιρετήσει.
Γιατί σε μας ήρθε μέσα απ' τα περιβόλια ενώ στο δικό του το σπίτι δεν μπορούσε να πάει.
Ήταν μαζί με το φίλο του τον Περικλή***.Ήταν  κι αυτό ένα ξανθούλικο, λιανό πιό μικρό απ' το  Λώλο....Χρυσά τα κάναμαν να κάτσουν.Να μη ξαναγυρίσουν μέσα....Χρυσά τα κάναμαν.

-Τί λες μωρ ξαδέρφ' και να προδώσω  εγώ τους συντρόφους μ' ;
Τότε ,όπως τον φίλησα και τον τέντωσα γιά να τον καμαρώσω, είδα τα σοσονάκια του στριμμένα απάνω απ τις αρβύλες του, που είχαν κεντημένο με κόκκινα γράμματα ΚΚΕ, και του λέω πειράζοντάς τον.
-Αχάαααα ξάδερφε , τι βλέπω; κάπα κάπα ε;
-Ξαδέρφη ,μου λέει.
Εγώ στην υποδειγματική της ΕΠΟΝ είμαι.
-Δεν είμαι κάπα-κάπα
.
(Σάμπως το μολόγησαν και ποτέ, ακόμα γιά δικό τους τον μελετάνε )
-Όταν βρώ την ευκαιρία θα τα ξηλώσω.
Αμ' τρομάραμ' δεν πρόλαβε ο Ηρακλής να τα ξηλώσει τα γράμματα.

Ήταν η τελευταία φορά που είδα το Λώλο ζωντανό.
Ένα μαυροτσούκαλο λιανό με το τσουλούφι το σγουρό να πετάει.

.................................
Τα παιδιά κλείστηκαν λοιπόν στο γυμνάσιο και πολέμησαν μέχρι που τελείωσαν τα πυρομαχικά.
Τους φώναζαν να παραδοθούν.
Όταν τους τέλειωσαν τα πυρομαχικά, έπεσε μιά ησυχία.
Μιά νέκρα , που παγώσαμε σύγκορμοι.
Εγώ έβαλα τα κλάμματα και έπεσα κάτω και μαδιόμουνα, γιατί ήξερα τι θα πάθουν.
Η μάννα μου είχε πιαστεί με την αδερφή της και έκλαιγαν ήσυχα- ήσυχα βάχ μάννα μου , βάχ μάννα μου ,σαν να μην περίμεναν τίποτα.
Μετά αρχίνησαν τα ουρλιαχτά.
Τα βρισίδια για τις μαννάδες τους και τις αδερφές τους.
Μπήκαν όλοι μαζί απ' όλες τις πόρτες του γυμνασίου.
Κι όπως ήτανε οι υπερασπιστές άϋπνοι, πεινασμένοι και με χωρίς πυρομαχικά,τους ξέκαναν με τις ξιφολόγχες.
Τα πήραν και τα κλείσανε στα μπουντρούμια στο κάστρο του Παντοκράτoρα.
Πιάσανε καμμιά 800αριά πολίτες τότε.

Ήταν και ο πατέρας μου ,ο πάππος  σου ο Σάββας, μαζί , γιατί τον κατέδωσαν γιά αριστερό αυτοί που τους έδινε τις πληροφορίες γιά το λιμάνι και έπαιρναν τις λίρες απ' τους Εγγλέζους...
Το Λώλο τον είχανε μαχαιρώσει στα πλευρά και τον πήρανε τραυματισμένο όπως και πολλούς άλλους.



Get this widget |Track details |eSnips Social DNA





Get this widget |Track details |eSnips Social DNA





Πάγαινε η θεία η Χρυσή η κακομοίρα και του άφηνε φαΐ και ρούχα να ξαλλάζει και να ζεσταθεί.
Σάμπως ήξερε ;

Ζεί;Πέθανε;
Του τάδιναν;Δεν του τάδιναν;
...........................................................................
Πάντως αυτή πήγαινε κάθε μέρα το φαί.
Ούτε που την άφησαν να το δεί το έρμο καθόλου.Τα κορμόσκυλα.****
Πρέπει να τους εκτέλεσαν μιά δυο μέρες πριν τη συμφωνία της Καζέρτας.
Νομίζω μάλιστα πως μιά ομάδα την εκτέλεσαν και μετά τη συμφωνία.
Τα παιδιά, είτε επειδή ήταν ζωηρά και προσπαθούσαν φαίνεται να το σκάσουν,είτε γιατί τα είχαν μεγάλη μανία γιατί σκότωσαν πολλούς από δαύτους,τα είχαν δεμένα δυό -δυό με καλώδια απ τα πόδια.

Ετσι τα πήραν.Έτσι τα εκτέλεσαν.

Τους εκτέλεσαν στην Παργινόσκαλα.(την έλεγαν έτσι γιατι εκεί έπιαναν τα καΐκια τα Παργινά που έφερναν ψάρια και άλλα προϊόντα).Δυό - δυό.
Το Λώλο τον εκτέλεσαν με τον Περικλή μαζί .
Δεμένα τα βρήκαμε ,και όπως είχαν σαπίσει τα κρέατά τους, τα καλώδια είχαν ακουμπήσει στα κοκκαλάκια τους τρομάραμ'.
Εμείς στην Κοκκινιά το μάθαμε αμέσως πως τα εκτέλεσαν.Ήρθαν δυό -τρεις δικοί μας απ' τον Παντοκράτoρα και μας τάπανε.
Αλλά δεν μπορούσαμε να πάμε.Δε μας άφηναν τα τσακάλια ,ούτε στο θάνατο να πάμε ανθρωπινά.
Μεγάλος θρήνος.
Όλη η Πρέβεζα θρηνούσε.
Θρηνούσαμε για το Λώλο.Θρηνούσαμε γιά τους άλλους....Θρηνούσαμε γιατί δεν ξέραμε τι μας περίμενε και μας......Σαν ζουρλοί κλαίγαμε.
Τότε ήταν που ο παππούς ο Νικολής που είχε πολλες ενοχές επειδή κλώτσησε τον Ηρακλή εκεί απάνω στην ώρα που χτύπαγε τα κρόταλα και θα σκότωνε τις στυμφαλίδες όρνιθες,έκλαιγε με αγκομαχητά και φώναζε τον Ηρακλή του...Αλλά ήταν αργά πιά.



Μας άφησαν να πάμε να πάρουμε τους νεκρούς και να τους θάψουμε μέρες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας.Ήρθαν κι οι Παντοκρατoρίτες οι δικοί μας μαζί , λίγοι ήταν,- οι πιό πολλοί ήταν ζερβικοί και δεξιοί-, και μας έδειξαν που τους είχανε παραχώσει.

.....Άλλοι ήτανε στα ορύγματα που μείνανε απ' τους Ιταλούς , απ' τον πόλεμο, σκαμμένα κατα μήκος της παραλίας.....Οι άλλοι , με το Θοδωράκη ,ήταν πιό προς τα μέσα...Σε ένα μεγάλο τετράγωνο λάκκο.
Τους είχανε παραχώσει πρόχειρα πρόχειρα ,με τη σειρά και κατά στρώσεις.
Μία στρώση άνθρωποι.Μιά στρώση χώμα.
Μια στρώση άνθρωποι ,μιά στρώση χώμα.
Κορμιά και χώματα σε στρώσεις.
Πρέπει νάτανε πολλοί .......Έμαθα πολύ αργότερα ,πως ήτανε καμμιά εκατοστή όλοι μαζί.
Τα παιδιά ήταν δεκατέσερα .Εμείς, οι συγγενείς τους ανοίξαμε .Αναμεράγαμε τα χώματα και τους βγάζαμε έναν- έναν.Έρχονταν οι αλλολοΐσμένοι να ιδούν μην είναι ο δικός τους.
Που να δεις τη μάννα του Περικλή.
Έτρεχε κιαυτή σαν ζουρλή, όλη της η οικογένεια βλέπεις ήταν στο αντάρτικο.
Μέχρι και το μικρό- μικρό ο Πύρρος.
Μόνο αυτή έμεινε πίσω για να ψάχνει στους σκοτωμένους.
Εκεί να δεις θρήνος και απελπισία.
..............

Το Θοδωράκη τον γνώρισα εγώ απ' τα αρβυλάκια με τις κάλτσες που έγραφαν κάπα - κάπα -ε και δεν πρόλαβε να το ξηλώσει.
.................
Και από τα μαλλάκια του που είχανε ισιώσει και από κατσαρά είχανε γίνει σαν πράσα και είχανε κάτσει στο μετωπάκι του .
............................

Εγώ ήμουνα κοντά στα δεκαπέντε και ο Λώλος δεκαπέντε και και λίγο παραπάνω .
Ακόμα το θυμάμαι.

.....................

Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μυρωδιά.
Εκεί να δεις.
Να μαδιώμαστε και να μη μπορούμε να ζυγώσουμε απ τη βρώμα.
Δεν μπόραες να πας να μαζέψεις στην αγκαλιά τον ανθρωπό σου.
Σαν εγκληματίας ένοιωθες που ενώ σπάραζε το φυλλοκάρδι σου να τον πάρεις απάνω στο κορμί σου και να τονέ χαϊδέψεις, δε σάφηνε αυτή η βρώμα, και τον απόδιωχνες τον αγαπημένο σου.
Όρμαγαν οι γυναίκες και οι άντρες με απόφαση να πάρουν τα πτώματα αγκαλιά έτσι οπως τα βγάζαμε, και εκεί έπεφταν και ξέρναγαν απ τη σαπίλα.
Βρώμαε το τόπος σου λέω.Βρώμαε.
Βρώμαε το χώμα όπου και να το πάταγες.
Πάταγες στο χώμα και νόμιζες πως σκύλευες τα κορμιά που δεν έπρεπε να τα πατάς.
Απελπισία.
Ο κόσμος οδύρονταν και ξέρναγε μαζί.
Άστα να πάνε.
Άστα να πάνε.
Ακόμα μόρχονται όμως μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά που βλέπω τους καταδότες και τους εγγλεζόφιλους που καλοζήσανε και πλουτίσανε και ακόμα δεν ψόφησαν όλοι όπως θάπρεπε!!!!!......>>  >>









Αυτό μου διηγήθηκε η μάννα μου γιά τη μάχη της Πρέβεζας.
Έκλαψε γιά λίγο με το ήσυχο κλάμμα της επίγνωσης ,και μετά ,ήσυχα πάλι, με ρώτησε άν είναι καλά να μαγειρέψει ντομάτες γεμιστές γιά το μεσημέρι
.

................................................



ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΝ






Δημήτρης Κων. Τρουμπάτας (Ηγουμενίτσα), Αρχηγός της ομάδας
Βασίλης Χρ. Τσούκης, (Ωρωπός) καπετάνιος της ομάδας
Δημήτρης Χρ. Πέτρης (Ωρωπός), πολιτικός καθοδηγητής
Δημήτρης Αριστοτ. Καλδάνης, σκοπευτής οπλοπολυβόλου
Θεοχάρης Θεοδ. Γκόγκας (Ωρωπός)
Χαράλαμπος Σπ. Διαμάντης (Ωρωπός)
Γιώργος Δημ. Πανάγος (Καμαρίνα)
Αλέξανδρος Φ. Πεπόνης (Βρυσούλα)
Σιδέρης Αθ. Κύρλας (Ωρωπός)
Θόδωρος Δ. Καββαδίας ( Κομνηνός,Πρέβεζα)
Γιάννης Ζαρονίκας (Πρέβεζα)
Απόστολος Γ. Δρόσος (Ωρωπός)
Νίκος Π. Σαμιώτης
Περικλής Ευ. Αναγνωστόπουλος (Λαμπέτης)
Χριστόφορος Λεόπουλος
Γιώργος Αντύπας



ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ


Αριστείδης Τσούτσης διοικητής του 3 λόχου
Κώστας Δέδες , διμοιρητης εφεδρικού έλας
Σωτήρης Ντούρος , διμοιρίτης 3ου λόχου
Σπύρος Τσατέρης αντάρτης εφεδρικού ΕΛΑΣ
Στάθης Καραστάθης κρεοπώλης
Αβραάμ Λεσπέρογλου , ανήλικος.

..............................................................





"Είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς.
Το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις"
είπε ο αγαπητός Μάνος Ελευθερίου για να μας αποδείξει το φασισμό της.

Όοοοοχι καμάρι μ'
Δε στάπανε καλά
.
"Ειν' ο Αη-Γιώργης, η Εθνική ,κι Παντοκράτoρας.
Ο Αγιαντρέας , το Γυμνάσιον κι η Παργινόσκαλα".

Κατάλαβες τώρα;
Άαααααει γειά σ'.

...............................................................................








*χρονικά πρέπει να είναι η εποχή που ήδη έχει υπογραφεί η συνθήκη του Λιβάνου , όπου οι παπάρες του ΕΛΑΣ μεταξύ των άλλων δεχτήκανε να βρεθούν κάτω απ'τις διαταγές των Άγγλων .Ακολουθεί η συνθήκη της Καζέρτας όπου υπήρξε και όρος να αποχωρήσει ο ΕΛΑΣ από την Πρεβεζα και η πολη να παραδοθεί στους 80 Εδεσίτες που εμφανίστηκαν φρέσκιοι- φρέσκιοι και λουσμένοι.

** η Μάχη της Πρέβεζας ξεκίνησε στις 19 Σεπτεμβρίου του '44 και κράτησε 13 μέρες.
Η απαγκίστρωση πρέπει να τελείωσε στις 3 Οχτωβρίου του '44)

***Περικλής Αναγνωστόπουλος (Λαμπέτης)γιός του ταγματάρχη του πυροβολικού Αναγνωστόπουλου.Όλη η οικογένεια Αναγνωστόπουλου, ηταν στον αγώνα.Ο αδερφός του Περικλή, ο Αλέκος που σκοτώθηκε κιαυτός αργότερα  ήταν καπετάνιος στο επιτελείο του Άρη και σκοτώθηκε στις τελευταίες μάχες .
Η Νίνα η μία αδερφή του ήταν γραμματεας της νομαρχιακης επιτροπης ΕΠΟΝ Πρέβεζας,η άλλη αδερφη η Βαρβάρα ήταν στην ΕΠΟΝ και ο μικρός αδερφός ο Πύρρος, ήταν στα αετόπουλα.)


****απ οτι φαίνεται απ' τις ημερομηνίες, τα παιδιά τα είχαν εκτελέσει γρήγορα- γρήγορα εκεί γύρω στις 26, 27 του Σεπτεμβρη.Βιάζονταν γιατί υπήρξαν αντιδράσεις μεγάλες και απ' τον Πυρομάγλου που δεν το ήθελε αυτό ,και από πολλά άλλα στελέχη τους.
Αλλά τα τρόφιμα και τα ρούχα απ τους συγγενεις έπαιρναν ανελλιπώς.



*****"η Υποδειγματική διμοιρία της ΕΠΟΝ" απαρτίζονταν από επίλεκτα στελέχη της ΕΠΟΝ γιά να δείχνουν πως πρέπει να συμπεριφέρονται οι ΕΠΟΝΙΤΕΣ






η μάννα μου μαζί με την αδερφή της τη μικρή στα μνήματα της Παργινόσκαλας





 
................................................................................

..................................................................................
Get this widget |Track details |eSnips Social DNA