30 Ιανουαρίου 2008

ΜΙΑ ΜΠΙΡΙΜΠΑ , ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Εν τω μέσω του χειμώνος τι μόρθε τώρα στο μυαλό!
Πως ήρθε κιέφυγε εκείνο το ένδοξο καλοκαίρι της μπιρίμπας, που είχε ακολουθήσει έναν επίσης ένδοξο χειμώνα μπιρίμπας και μια άνοιξη μπιρίμπας που πέρασε πάρα πολύ γρήγορα.
Η μπιρίμπα έτσι ξαφνικά μπήκε στη ζωή μας.
Στη ζωή μου, στης ζωή της Λιάνας και στη ζωή της Μαρίας.Πού και πού, παρακαλώντας για την τέταρτη βρίσκαμε και καμμιά ξέμπαρκη για να συμπληρώνουμε το καρρέ.
Αλλά βασικός πυρήνας πάντα εμείς οι τρεις.
Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν.
Δεν μας έφτανε που παίζαμε φιδάκι και γκρινιάρη κάτω απ την ομπρέλα.
Δε μας έφτανε που πηγαίναμε στην θάλασσα λες και θα ανοίγαμε υπαίθριο νηπιαγωγείο.
Θέλαμε και τα απογεύματα, αυτά τα ζεστά σκιερά αποχαυνωμένα απογεύματα του καλοκαιριού , να παίζουμε και μπιρίμπα.
Βρήκαμε και ένα στέκι λοιπόν ,ένα κάμπινγκ,- γιατί τη θέλαμε και την άνεσή μας -, και κει, κάτω απ την περγουλιά, στή γωνιά με τους ξύλινους πάγκους,
οι τρεις, παίζαμε τη μπιριμπούλα μας.
Και δώστου οι μπύρες,.... - μαλάκα παχαίνουν..
Και δώστου οι καφέδες,... - εγώ δεν πίνω…,
Και δώστου τα ούζα με τους μεζέδες να ισορροπούν κάπου που να φτάνει και το χέρι…
Αυτό πρέπει νάναι το ευτυχία , σκεφτόμασταν ,αχ θεούλη μου , η αγαλλίαση του να έχουμε το κενό στο μυαλό .
Η νιρβάνα του μηδέν, αχ παναίτσαμ επιτέλους!
Έγινα μιαανεμελησαυρίτσαστονήλιο ,
εναδαχτυλακιποδιουπουτοχαιδευειτοκυμα.
Σχεδόν βούρκωνα από ευτυχία.
Και ξαφνικά, εκεί ανάμεσα στο Q
-έχεις καλό χαρτί ρε ;
- σκατάα έχω, ένα αρχίδ΄ κιένα μύδ΄….,
-και γώ τα ίδια σκατά…, που στα σκατά πήγαν τα μπαλαντέεεεεεεερ…. Τέτοια σκατά της ευφοσύνης..
Ακούστηκαν κάτι ψιλογελάκια.
Νοικοκυρίστικα.
Κυριλέδικα.
Καθώς πρέπει.
Από ασώματες κεφαλές .
Ξανθιές.
Κρεπαρισμένες .
Με το μαργαριταράκι στο λαιμό, θαμπό απ τις κολόνιες.

Και είδαμε να περνάνε από δίπλα μας δύο 60αρες με την τράπουλα στο ένα χέρι , και τους καφέδες στο άλλο…
-Εδώ καλά είναι; έχει και σκιά.
Και νάρχονται πίσω τους κάτι κύριοι συνταξιούχοι .
χαλαροπρησμένοι απ τον μεσημεριάτικο ύπνο , νερουλιασμένοι
- Ναι καλά είναι δω.
-Το κέρατό μου λέει η Λιάνα, από ολόκληρο το μαγαζί εδώ βρήκανε το μέρος κατάλληλο;
-Το κατάλαβαν πως εδώ είναι η φωλιά της μπιρίμπας είπα εγώ,
Κάτι μας χάλασε πολύ όμως.
-Ρε μαλακισμένες, μούγκρισε η Μαρία έντρομη ,
-ΕΓΏ ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΙΖΩ ΜΠΙΡΙΜΠΑ. Σκέφτεστε να καταντήσουμε έτσι;;;;;;;
Είπαμε:
-Έλα ρε, τι σχέση έχουμε εμείς μ αυτούς,
-Σιγά μωρέ, εμείς που αλωνίζουμε στην πίστα και στην πιάτσα,
-Που δεν έχουμε αφήσει μπάρ για μπάρ,
-Ουζάδικο για ουζάδικο!

Πάντως εμείς οι τρείς , μπιρίμπα δεν ξαναπαίξαμε απόγευμα καλοκαιριού.
Μόνο χειμώνα και άνοιξη..

21 Ιανουαρίου 2008

ΠΩΣ Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ ΣΥΝΤΗΡΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Η γιαγιά η Ουρανία, ήταν απ τη Σινώπη του Εύξεινου Πόντου.
Ο προπάππος ο Νικολής, ο πατέρας της δηλαδή,ήταν αγιογράφος σπουδαγμένος στο Αγιο Όρος.
Και φωτογράφος.
Απ τη Σινώπη κιαυτός,με καταγωγή από την Πόλη.
Όταν τους μάζεψαν για την εξορία, ο προπάππος μου και η γιαγιά μου είχαν βρεθεί σε μιά γειτονική πόλη , όπου είχαν πάει γιά να βγάλει κάτι φωτογραφίες ο πατέρας της σε μιά οικογένεια.
Η υπόλοιποι,δηλαδή η μάννα της και οι τρεις αδερφές της , κατάφεραν να το σκάσουν -αφου πρώτα τους ειδοποίησε ένας καλός τούρκος γείτονας.
Ο ίδιος, που τους ανάγκασε και του ¨πούλησαν ¨ και το τριώροφο που μόλις είχαν χτίσει.
Αφού έκαναν πρώτα ένα συνωστισμό για λίγο στο λιμάνι της Σινώπης, μετα, με το πλοίο της γραμμής διπλοφορτωμένο , μέσω της Γεωργίας, ήρθαν στην ελλάδα.
Η γιαγιά μου και ο πατέρας της , ένα τσούρμο γυναίκες , άντρες και παιδιά , δεν έτυχαν χάριτος ιστορικής υπόμνησης .
Ωστόσο μεσω διάφορων ευρωπαικών μονοπατιών, και απο χιονοδρομικό σε χιονοδρομικό , βαδίζοντας στο δρόμο του θανάτου, έφτασαν -όσοι απόμειναν ζωντανοί -στο Μπερούτι, στο Λίβανο.
Ο προπάππος ο Νικολής ζαλώθηκε ξανά τα σύνεργα τα φωτογραφικά που ευτυχώς τα είχε μαζί του όταν τον έστειλαν εξοχή, και ξεκίνησε τη νέα του φωτογραφική του καριέρα στη Βυρηττό.
Η γιαγιά 12 χρονώ παιδάκι πήγε ψυχοκόρη σε μιά κυρά.
Από σπίτι εχούμενο, που έκαναν και σοροπιαστά.
Εκεί λοιπόν η γιαγιά μου, έμαθε να κάνει μπακλαβά.
Μετά από πολλά χρόνια , έμαθα και γω τη συνταγή του μπακλαβά μελωμένη με το παραμύθι της εξορίας.
Πρίν από μένα την είχε μάθει η μαμά μου.
Τώρα περιμένω και γώ να τη μάθω στην κόρη μου.
Άν καταφέρω να τον πετύχει κιόλας , θα πεί , πως η γιαγιά δεν βολτάρισε αδίκως μέχρι το μπερούτι .
Γιατί μαζί με την συνταγή του μπακλαβά, η δισέγγονη , θα γευτεί και την ιστορία της εξορίας.