18 Μαρτίου 2008

κι έκοψα και το μαλλί, και δεν έχω πρόχειρη σφουγγαρίστρα για ποδάρια.




Κάτι πήρε τ αυτί μου προχτές, αλλά σήμερα το πρωί, μου το επιβεβαίωσε ο Λυριτζής του Οικονόμου, πως είμαι μιά πουτάνα.
Έντρομη, συνειδητοποίησα μετά απ αυτό,και κάνοντας τους απαραίτητους συνειρμούς,
πως και η μαννούλα μου είναι πουτάνα, (ξέροντας τον πατέρα μου, που κιαυτός δεν ξεφεύγει απ το πουταναριό),τα παιδιά μου, ο άντρας μου, ο αδερφός μου, κάτι θειάδες πούχω ,και κάτι ρέστα σε θείους ...
Θεέ μου πούσαι στα ψηλά, τελικά ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΤΑΝΟΣΟΓΟ.
Χρόνια τώρα, μ αυτήν ακριβώς την ανησυχία, πάλευα για να επιβιώσω, να βρω λεφτά ,να μεγαλώσω και να μορφώσω τα παιδιά μου.
Γιατί ειναι αλήθεια πως αυτό ήταν το μεγαλύτερο απο τα προβλήματα που έπρεπε να λύσω.
Απο μικρή ,τώρα που το ξανασκέφτομαι, μάλλον τόχα το στίγμα η βλογημένη.
Οι θειάδες μου μουέλεγαν χαιδευτικά,:
-Αχ αχ αχ, είσαι μία πουτανίτσα εσυ!!!!!!!!
Μεγαλώνοντας κάποιος βαρβατίλας που δεν τον γουστάριζα, μου είπε,:
-Α μωρή πουτάνα!
Ο άντρας μου αργότερα μου έλεγε συχνάκις,:
-Είσαι μιά πουτάνα εσύ άμα θές!!!.
Το πρώτο μου παιδί , η Κική μου , μου δήλωσε μιά μέρα θριαμβευτικά:
-ΜΑΜΑΑΑΑΑΑ είσαι κουτάνα.
Έτσι στεγνά και χωρίς καν ένα ερωτηματικό γιά νάχω να πορεύομαι.
Και να τώρα ο Άνθιμος ήρθε και το επιβεβαίωσε.
Δεν έχω πρόβλημα με το τι θα κάνω αμα αρρωστήσω.
Δέν εχω πρόβλημα άν θα έχω για να φάω.
Δέν έχω πρόβλημα άν θα έχω για να ζήσω σαν αξιοπρεπής γριά.
Δέν έχω πρόβλημα άν τα παιδιά μου θα ζήσουν σε έναν φτηνιάρη κόσμο.
Δέν έχω πρόβλημα άν τα εγγόνια μου θα γνωρίσουν απο φωτογραφία τη θάλασσα και τον ουρανό.
Δεν έχω πρόβλημα άν εξαφανιστουν τα δάση και τα αγρίμια
Αλλά να ζήσω μ αυτή τη γνώση;;;;
Πως είμαι μιά πουτάναααααααααααα;;;;;;;;;
Powered by eSnips.com

Αφιερωμένο εξαιρετικά, σε όλους εκείνους που το χόρεψαν,με χαμηλωμένα φώτα και αλαφιασμένη καρδιά.
Κι ας ανακάλυψαν πολύ αργότερα πως το σπίτι της Ιρένε ήταν απλώς ενα μπουρδέλο.

13 Μαρτίου 2008

ενας αράπης στον ουρανό της Ελλάδας



Εγώ ,είχα το ατύχημα από μικρό, να είμαι ξανθό και γαλανομάτικο.
Και εξηγούμαι:Ήμουνα το μοναδικό παιδί που κυκλοφορούσε , σε μια γειτονιά που εκτός απ τον καημό της τον μαύρο κι άραχλο, ήταν και μελαχροινή από γεννησιμιού .
Ονομασία προέλευσης :προσφυγική.
Ήτανε εκείνη η εποχή που είχαμε δει όλοι ,-και γω μαζί βέβαια - μια ρώσσικη ταινία -ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ-
Εκεί να δεις κλάμμα.
Όλη η γειτονιά έκλαιγε για τρείς μέρες τουλάχιστον.
Βαχ μάννα μου! βάχ μάννα μου!
Και μετά , κατά την τέταρτη μέρα ,όπως έσκασα μύτη απ' το δρόμο γιά να πάω στο σπίτι της γιαγιάς, άρχισαν όλα τα μοσκαρδίνια της γειτονιάς -γεια σου ρούσκαγια ο ένας ,- γειά σου ρούσκαγια ο άλλος.
Ο θείος μου τάχε κάνει όλα , και τάχαμου για να μη τον καταλαβαίνει ο χωροφύλαξ τι καπνό φουμάρει , αποφάσισε να με πλασσάρει με διάφορα παρατσούκλια, που πάντα όμως τελείωναν σε ολίγη από κολχόζ.
ήτοι σε –άγια και σε –όβα.
Όπως ..ρούσκαγια, ..πυρόσκαγια .. Τερέσκοβα.
Mόνο Λάϊκα δε με είπε.Ίσως γιατί δεν είχε και την πρεπούμενη κατάληξη.
Το πρώτο το καταλαβαίνω ως παραλλαγή.
Το τρίτο το συνάντησα αργότερα .Αυτό το δεύτερο όμως, δεν το συνάντησα πουθενά.
Ούτε καν σε ταινία.
Αυτός ο συγκεκριμένος ο θειός λοιπόν ,που ήμουνα και το πρώτο του ανήψι,
με πήρε στα πρώτα κούλουμα που θυμάμαι, και μου λέει:
-Ρούσκαγια, θα φκιάσουμε έναν αϊτό , που δεν θα τον έχει κανένας άλλος.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα απ' αυτό το "κανένας άλλος", και πρωί πρωί, κοτσαρίστηκα στη γιαγιά.
-Μααα, να το ανταρτόπληχτο ήρθεν ....
Ήπια το πρωινό μου τίλιο απ' τη μασίνα που πάντα σιγόβραζε,το ψωμί το φρυγανιασμένο με τις ελίτσες μου και το κασεράκι μου,και περίμενα το θείο να ξυπνήσει.
Όλο το πρωί έκοβε τα καλάμια ,φκιάναμε τα ζύγια με ό,τι λογής χαρτί βρήκαμε, γιατί εφημερίδες τότε δεν υπήρχαν και πολλές.
Έφκιασε έναν τεράστιο σκελετό.
Μάλλον δεν φταίει που ήμουνα μικρή και τον έβλεπα τεράστιο, γιατί και τώρα που τον ξανασκέφτομαι μπορεί να είχε και διάμετρο ενάμισυ μέτρο.
Σαν το γύφτικο σκεπάρνι, εγώ , είχα βγάλει φιρμάνι από νωρίς ,πως μου ετοιμάζει ο θειός μου τον μεγαλύτερο και τον ωραιότερο αϊτό.
Όλα τα λιμοξύφτερα της γειτονιάς μαζεύτηκαν απόξω και περίμεναν την παρουσίαση .
Φκιάσαμε και την αλευρόκολλα.
Ήρθε κι ώρα να κολλήσουμε το χαρτί.
Κοίταζα από δω, κοίταζα από κει , μόνο μιά άσπρη λαδόκολλα έβλεπα.
Τον περίμενα χρωματιστό , αλλά έλπιζα παντα.
Τα φίδια με ζώσανε όταν τον είδα που πήρε να κολλάει το χαρτί στο σκελετό.
-Θείο, δεν τον θέλω άσπρο τον αϊτό. Συννέφιασα.
-Α! μη στενοχωριέσαι ρούσκαγια, θα τον βάψουμε μετά.
Είπα και γω ,ξανάρχισα τα γέλια κι καρδούλα μου ξαναήρθε στον τόπο της, όχι όμως για πολύ, μιας και είδα το χρώμα επιλογής.
Είναι που ήμουνα μικρή και το γλύτωσα, αλλιώς ένα εγκεφαλικό οπωσδήποτε , θα το είχα πάθει.
Όρμησα μεσα στο σπίτι σκούζοντας με τα κοτσίδια να ανεμίζουν.
-Όχιιιιιιιιιεε και μαύρον αετόόόόν , τι θα κάνω εγώ τώραααααααα .
Πετάγεται όξω η γιαγιά η Ουρανία, μαζεύοντας την μπροστοποδιά, με τον πάππο μου το Σάββα από πίσω να μισογελάει .
-Αφορεσμένο, κατηραμένο, τι έκανες στο μωρό μπρέ.
Σημειωτέον πως για τη γιαγιά ,παρέμεινα μωρό μέχρι που αυτή πέθανε και γώ ήμουνα τότε γύρω στα 30 και με παιδιά.Μωρά κιαυτά.
-Αϊτό της έκανα ,-ο θείος - τι φωνάζετε.
- Δεν τον τελείωσα, ακόμα μωρ΄ μαμμά, θα του βάλω και γράμματα.
Έκατσε η γιαγιά μπάστακας- με τα χέρια στη μέση - απάνω απ το κεφάλι του ,δεν ήταν και λίγο που είδε το πρώτο της αγκόνι σε τέτοια κατάσταση.
Μέχρι που είδε να βάζουμε κάτι κόκκινα γράμματα απάνω στον αϊτό :
ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ.*
Έκατσα και 'γω ανακούρκουδα, ,μυξοκλαίγοντας με σκυμένο κεφάλι και το μάτι να σκανάρει λοξά ,αφού έτσι κιαλλιώς δεν είχε αλλάξει και τίποτα, μια τεράστια γάνα παρέμενε πάντα κολλημένη στα σταυρωτά καλάμια , και περίμενα πότε θα του την κόψει τη σφαλιάρα η γιαγιά, γιά να μάθ΄ αυτός.
Έλα μου όμως που εκείνη ήρθε και γέλασε, και σα να δάκρυσε κιόλας, και του είπε,:
-Έλα αφορεσμένο , να σε δώσω και καρπούζι γλυκό , και φέρε μαζί και το δαφνοκούκουτσο -εγώ ήμουνα αυτή.-
Τότε τα γλυκά ήτανε πολύτιμα,όχι όπως τώρα.
Γιαυτό και ο πάππος μου τα έβρισκε με τη μυρωδιά και τα κλέβαμε όλοι μαζί ,εκτός απ' τη γιαγιά.
Έφαγα το γλυκό, με κατεβασμένα τα μούτρα,και σαν τελείωσα τους έκανα και δήλωση με τα πόδια να αιωρούνται κοπανώντας με τη φτέρνα το μπαουλοντίβανο της τραπεζαρίας που ήμουνα θρονιασμένη.
-Εγώ αυτή τη γκαϊλα δεν την αμολάω.
Που έτσι κιαλλιώς δε θα μπορούσα κιόλας έτσι τεράστια που ήταν.
Και συνέχισα να μουτζοκλαίω.
Τότε ήρθε ο θειός μου ο Λάκης :
-Ξέρ'ς τι είναι ο Λουμούμπα;
-Όχ' κι δε μι νοιάζ' να ξέρω .
-Εγώ θα σ΄πω, κιάμα δι σι νοιάζ' κι μετά ,να μη τον αμολήσεις.
Τον κοίταξα με το μάτι πρησμένο απ' το τρίψιμο πιό πολύ παρά απ' το κλάμμα, και παρόλο που κούναγα το κεφάλι πως -  όχι ,όχι δε θέλω σ' λέω να μ' πεις τίποτα-, το αυτί το τέντωσα.
-Ο Λουμούμπα , άρχισε ,ήταν ένας νέγρος αντάρτης απ' το Κογκό ,
(έπρεπε να πει άφρικαν αμέρικαν αλλά δεν τόξερε τότε),
πού τον σκότωσαν οι φασίστες γιατί ήθελε να ελευθερώσει το Κογκό.
Κι μεις θα τονέ σ'κώσουμε ψηλά να τονέ δούνε οι κακοί ,και να καταλάβ'νε πως ιμείς ξέρουμι τι τόκαναν.
Εκ γενετής είχα ένα ευαίσθητο γονίδιο στη λέξη ελευθερία,όπως επίσης και στη λέξη αντάρτες.
Ε! ο θειός τάπε και τα δύο.
Το φασίστες δεν το πολυκαταλάβαινα, αλλά έβλεπα πως, όταν το έλεγαν όλοι οι μεγάλοι στην οικογένεια, έπαιρναν ένα ύφος , σαν τον αδερφό μου όταν έλεγε το ποίμα για την Ελλάδα, στην εθνική γιορτή.
Και μόνο που άκουσα τη λέξη φασίστες , πήρα και γώ ΑΥΤΟ το ύφος επιτέλους.
Πολύ θέλει μια μικρή άβγαλτη ρούσκαγια να βρεθεί αγκαλιά με έναν αράπη;
Έτσι λοιπόν, καμαρωτή καμαρωτή, κουβάλησα το Λουμούμπα σ'όλο τον δρόμο μέχρι τον Παντοκράτορα,εξηγώντας με περισπούδαστο ύφος ,-αφορεσμένο σε τόπα πως το μικρόπονο (εγώ ήμαν αυτή) θα μας κλείσει φυλακή - σε όλους, όσους με ρώταγαν στο δρόμο που πάω μ' αυτήν τη μαυρίλα παραμάσκαλα.
Παρ'όλο που ήταν τεράστιος , ανέβηκε αμέσως.
Ήρθε όλη η Κοκκινιά και τον κράταγε γιατί τράβαγε πολύ.
Μόλις πλησίασε ο χωροφύλακας, τον αφήσανε μαζί με την καλούμπα.
Και επειδή κατάλαβα πάρα πολύ καλά πως αυτός ήταν η αιτία που ο Λουμούμπας μου τώρα πέταγε ψηλά και ανεξέλεγκτος και κυρίως χωρίς επιστροφή ,όρμηξα και του έρριξα μερικές κλωτσές στο καλάμι ουρλιάζοντας.
-Φεύγα μωρέ παλιοχαμένε από δωωωωωωωωωωωωωωωω .Φεύγαααααααααααααα!
Τότε δεν ξέραμε πολλές βρισιές.
Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά, όμως θυμάμαι το Λουμούμπα, που, για πάαρα πολύ ώρα ,
μαύρος- μαύρος κι άραχλος με τα γράμματα του τα κόκκινα και το μεγάλο του στόμα , φαινότανε να αρμενίζει στον ουρανό .
Κι ύστερα αναρωτιόμουνα γιά πολλά χρόνια πως διάλο μας είχαν χαραχτηρίσει αριστερούς.
Α! ξέχασα .
Και τον αδερφό μου ο θείος ο Λάκης , τον φώναζε Γκαγκάριν.
.....................................................................................................................................................................
Τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα που κατέβηκα να δω τη μάννα μου, και είδα ξανά τη γειτονιά που άλλαξε, τα παιδιά που δεν έχουν καμμία σχέση με τον ουρανό.
Και τους μεγάλους που τα έχουν παραχωρήσει   τόσο εύκολα - (αγοράζοντας μόνο με μερικά ευρώ, αϊτούς και ιστορίες)-, στα χέρια του κάθε πλανόδιου.



*Ο Πατρίς Λουμούμπα (γαλλ. Patrice Émery Lumumba) ήταν αφρικανός πολιτικός με έντονη δράση εναντίον της αποικιοκρατίας.
Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1925 και ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό μετά από την ανεξαρτησία του Κογκό από την Βελγική κυριαρχία, τον Ιούνιο του 1960. Διετέλεσε πρωθυπουργός όμως μόνο 10 εβδομάδες, καθώς τον Ιούνιο του 1960 η χώρα περιήλθε σε κρίση. Η επαρχία της Κατάγκα διακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό τον Μωυσή Τσόμπε (Moïse Tshombe) με την υποστήριξη των Βέλγων. Ο Λουμούμπα ζήτησε τη βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών και καθώς η αναρχία συνεχιζόταν στράφηκε προς τη Σοβιετική Ένωση. Ο Λουμούμπα εκδιώχθηκε από την πρωθυπουργία από τον πρόεδρο Καζαβούμπου (Kasavubu). Στις 14 Σεπτεμβρίου έγινε πραξικόπημα από τον Μομπούτου (Colonel Joseph Mobutu) με τη στήριξη του Καζαβούμπου. Τελικά ο Λουμούμπα συνελήφθη στη 1 Δεκεμβρίου 1960 από στρατό του Μομπούτου, φυλακίστηκε και τελικά εκτελέστηκε στις 17 Ιανουαρίου 1961 υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Ο Πατρίς Λουμούμπα παραμένει ώς σήμερα σύμβολο τόσο για το λαό του Κογκό όσο και για ολόκληρη την Αφρική.