17 Απριλίου 2008

η επέτειος πέφτει πάντα Παρασκευή πριν του Λαζάρου

Θυμάμαι πάρα πολύ καλά .
Ήταν μιά μέρα πρίν απ το Σάββατο του Λαζάρου.
Η άνοιξη είχε έρθει από μοναχή της.
Mοσχοβολούσαν οι κήποι, και τα σπίτια από πάστρα.
Τα δέντρα στην αυλή του σχολείου κατακίτρινα, μάλλον κάποιο είδος μιμόζας, εντελώς ξεδιάντροπης όμως.
Και εμείς, με τις ποδιές τις μπλέ, βολτάραμε αγκαζέ στην πίσω αυλή του Γυμνασίου, με τα αγόρια να παρακολουθούν την κάθε μας κίνηση, νομίζοντας πως δεν τα βλέπουμε.
Δεν χτύπαγε το κουδούνι να μπούμε στις τάξεις.
Κάποιοι φίλοι δεν είχαν έρθει στο σχολείο,και κάποιοι άλλοι ήρθαν με τα μάτια πρησμένα. Δεν μίλαγαν και πολύ.
Μας είπαν πως θα πάμε εκδρομή.
 Μα πριν καλά καλά να χαρούμε για το αναπάντεχο,άρχισαν να περνούν τα στρατιωτικά , με τους μουσαμάδες κατεβασμένους , φορτωμένα με τους ανθρώπους.
Τρέξαμε στα κάγκελα και στην αρχή χαιρετάγαμε τους γνωστούς που βλέπαμε πίσω στις καρότσες. Ώσπου ακούστηκε η πρώτη αγωνία.
-Δημητρούλα, δώστο στο Φωτάκη.
Άρπαξα το σημείωμα της απόγνωσης στον αέρα.
Σχεδόν με ακούμπησε με το χέρι που είχα περάσει απ τα κάγκελα.
Και τότε άρχισαν να πέφτουν μέσα στη αυλή τα άδεια πακέτα απ τα τσιγάρα, και μαντήλια γραμμένα όπως όπως.
Ό,τι κι αν ήταν αυτό που γινόταν, σίγουρα δεν ήταν γιά καλό.
Μετά μας μαζέψανε και μας πήγανε εκδρομή.
Εκείνη τη μέρα χωρίς να ξέρουμε το γιατί δεν τραγουδήσαμε στο δρόμο .
Ούτε οι γυναίκες μας χαιρέταγαν απ τις αυλές.Αυτές μάλλον ήξεραν.
Και κεί που πήγαμε, δεν παίξαμε όπως πάντα.
Μόνο κάτσαμε με τη Γιωργία, και μάθαμε με χίλιες προφυλάξεις πώς πήρανε τον πατέρα της.
Απ' το κρεββάτι με τις μπιτζάμες.
Και πως έτρεχε η μάννα της το πρωί στις φυλακές, να του δώσει κάνα ρούχο.
Ποιός τον πήρε, γιατί τον πήρε,τί έκανε, γιατί πήγε στις φυλακές;
Εγώ τον ήξερα. Ένας ράφτης ήτανε ο πατέρας της.Ανθρωπάκι του θεού.
Παρέες-παρέες όλο και μουρμουρίζανε πως κι αλλονών πατεράδες πήρανε.
Άλλον απ τη δουλειά, άλλον απ το σπίτι. Και μαννάδες, είπε ένας. Πήρανε τη δικιά μου.
Μ' έπιασε ένας πανικός, και θυμήθηκα τη μάννα μου, που έφυγε το πρωί για το γραφείο με μιά τσάντα σαν μπαούλο.
Θυμήθηκα μεμιάς και κείνη τη νύχτα, που μαζευτήκαμε στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου και ακούγαμε μεχρι το πρωί τα αποτελέσματα των εκλογών απ' το ραδιόφωνο.
Με τα "έλαβον" μιάς ευτυχίας που δεν κράτησε πολύ,καθώς ήρθε μετά μιά ανησυχία, και όλοι οι μεγάλοι που ήξερα ήταν κάπως σαν φοβισμένοι.
Θυμήθηκα, τα μουρμουρμούρ των μεγάλων που σταμάταγαν μόλις μπαίναμε στο δωμάτιο.
Οσο τα σκεφτόμουνα τόσο τρόμαζα.
Πήγαμε εμείς οι κοπέλλες και βρήκαμε το γυμναστή μας.
Του κλαψουρίσαμε με χάρι πως θέλουμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας.
Ήταν καλός ο κακομοίρης, καί μας έκανε το χατήρι.
Γυρίσαμε σε μεγαλύτερη μούγκα από όταν πήγαμε.
Πού πήγε η άνοιξη που είχε έρθει πρωί -πρωί;
Η Νίκη που μας έλεγε πως αγόρασε καινούριο φόρεμα πλεχτό με ρίγες. Μπλέ.
Σίγουρα θα αγόραζε ένα κι' η Ναυσικά.Αυτή πάντα κοπιάριζε τη Νίκη.
Η Ντίνα και γώ , μόνο παπούτσια θα παίρναμε.Θα τα καταφέρνα να έχουν και λίγο τακουνάκι; Το πρωί τα λέγαμε;
Πού πήγε η άνοιξη;
Στο σπίτι κανένας.
Έτρεξα στο σπίτι της γιαγιάς.
Ανακατωσούρα εκεί, και να μη λέει κανένας τίποτα με τ'όνομά του.
Ξαναγύρισα στο σπίτι , και περίμενα κρυμμένη μέσα στις βιολέττες της αυλής -σαν ύποπτος χωρίς να ξέρω το γιατί- , τη μάννα μου και τον πατέρα μου.
Όταν γύρισαν και οι δυο, άρχισα τις ερωτήσεις.
Απάντηση δεν πήρα σε καμμία βέβαια, μόνο που είδα τον μπαμπά να μαζεύει πολλά βιβλία κυρίως ρώσσικα, τον «ήρεμο Ντον», «πώς δενότανε τ' ατσάλι», τη «μάχη του Στάλινγκραντ», τα «θυμωμένα στάχυα», κι άλλα που δε θυμάμαι, και μαζί και το δικό μου.
«Ο Τεσσερακοστός πρώτος.»
Δεν θυμάμαι ποιός τόχε γράψει .Μόνο πως ήταν το αγαπημένο μου.
Είχε μιά Ρωσσίδα λέει, που φύλαγε δεν ξερωποιούς αιχμαλώτους, και ήταν άσσος στο σημάδι.
Ερωτεύτηκε με έναν απ αυτούς, αλλά τον σκότωσε γιατι νόμιζε πως θα το έσκαγε.
Ε!Αυτός ήταν ο Τεσσερακοστός πρώτος σκοτωμένος της.
Αυτή είχε και μιά φοβερή βρισιά που έλεγε: " ψαράντερα ".
(Γιά πολλά χρόνια πίστευα πως ήταν η χειρότερη βρισιά του κόσμου στα Ρώσσικα.
Μετά απλώς κατάλαβα, πως ο μεταφραστής είχε μεταφράσει ακριβώς αυτο που είδε γραμμένο).
Τα τύλιξε σε νάϋλον και τάβαλε μέσα στις κυψέλες με τα μελίσσια που είχαμε στην ταράτσα.
Τον άκουσα που είπε στη μαμά «γιά ρώτα κι αυτήν τ' μαϊμού, (εγώ ήμουνα αυτή) μή τς έχ' δώσ' τίποτα ο αδερφός σ' κι μας κάψ'».
Με το ψέμμα κατω απο τη γλώσσα εγώ, είπα όχι όχι (δις )κοιτάζοντάς τον κατάματα, ενώ την ίδια στιγμή σκεφτόμουνα η Τζαβέλαινα, τον άντρακλα το Λαμπράκη με το πανώ αγκαλιά, να τρέχει Μαραθώνιο, -εξώφυλλο στους «δρόμους της Ειρήνης» πούχα κρυμμένο κάτω απο το στρώμα-.
Μαύρο βράδυ πέρασα.
Όλο πως έκαιγα το σπίτι μου έβλεπα  , και πως σωνόμασταν οικογενειακώς, την τελευταία στιγμή απ΄ τη θράκα.
Ούτε το Λάζαρο είπαμε με τα κορίτσια.
Πού κέφια για τέτοια, κιας χάσαμε και τα λεφτά.
Όλη η μεγάλη βδομάδα ήταν μιά απειλή.
Το μεγάλο Σάββατο, μας ξύπνησαν για την Ανάσταση όπως συνηθίζαμε.
Ντυθήκαμε με τα καλά μας ,πήραμε και τις λαμπάδες μας,
και εκεί μπροστά στην εξώπορτα που κάναμε την σύναξη πριν την τελική έξοδο, βλέπω τη μάννα μου ξανά με κείνη την τσάντα-μπαούλο, και μούρθε χωρίς να ξέρω γιατί ν'αρχίσω τα ουρλιαχτά.
Είχα μάθει στο μεταξύ τι είχε γίνει.
Ποιούς μαζεύανε. Ποιοί ήταν αυτοί. Και ποιοί ήταν οι άλλοι. Μου τα εξήγησε όλα ο μπαμπάς αναγκαστικά, όταν τον ρώτησα γιατι μάζευε λεφτά γιά τον κυρ- Σπύρο που τον απολύσανε απο δάσκαλο.
Ανοιξε την πόρτα η μαμά, και γυρνώντας με το ένα χέρι στο χερούλι, μας λέει σε μένα και τον αδερφό μου, χωρίς να μας ακουμπήσει.
-Γιά ελάτε εδώ να σας πούμε δυό κουβέντες.
Πήγαμε σα τα ζεματισμένα κουτάβια.
-Μάθαμε πως θα μαζέψουνε κόσμο απ' την Ανάσταση σήμερα.
Άν δείτε να μας παίρνουνε, μη βάλετε τα κλάμματα και τους αλείψετε την κοιλιά με μέλι*.
Όντως δυό κουβέντες.
Σαν αγκωνάρια.
Ο αδερφός μου μικρότερος , είχε ήδη αρχίσει να κλαίει γιατί είχε καταλαχταρίσει.
Τον κοίταξα άγρια - άγρια ,γιατί ήθελα και γω  να ρίξω ένα κλάμμα , όλο δικό μ'.
Δε μ' άφηναν όμως αυτές οι κοιλιές ,οι αλειμμένες με το μέλι.
Προσπάθησα να καταπιώ .Που να βρεθεί σάλιο.
Λεει η μαμά :
-E! άστον δεν πειράζει αυτός ειναι μικρός, ας κλάψει.
Εσύ μονο να μη κλάψεις, που είσαι η μεγάλη.
Μ'όλο που αισθάνθηκα σαν το Γιώργο Θαλάσση εναντίον του Σαϊτάν -Αλαμάν, πολύ θα το φχαριστιόμουνα όμως να του στράψω μιά σφαλιάρα , γιατί αυτός πάντα μικρός ήτανε όταν ήμασταν μαζί.
Εκείνη την ανάσταση δεν έκλαψα.
Μόνο παραμόνευα την κάθε κίνηση.
Την άλλη μέρα,άνοιξα ένα λάκκο, κι έθαψα το περιοδικό μου με πάρα πολύ θυμωμένα χέρια και συγχρόνως με μιά φοβερή αφέλεια, πιστεύοντας πως, όπως και οι θησαυροί , θα μείνει ανέπαφο όταν θα το ξαναανακαλύψω.
Μετά απο 9 χρόνια γυρίζοντας στο σπίτι, ξέθαψα το πολύτιμό μου, που γίνει μια νοτισμένη κουρελαρία, εκτός απ' το μισό εξώφυλλο και το σήμα της ειρήνης στα απλωμένα χέρια του Λαμπράκη.
Και μετάνοιωσα πικρά για το ψέμμα που το έφερε σ' αυτή την θέση, αντί να συνυπάρχει μέσα σε μιά κυψέλη με τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους του.
Ο «ήρεμος Ντον» , το «πώς δενότανε τ' ατσάλι», η «μάχη του Στάλινγκραντ», τα «θυμωμένα στάχυα» και «ο Τεσσερακοστός πρώτος» σώθηκαν με μερικές μούχλες.
..................................................................................................................
-Γιαγιά εδώ έχει κατι βιβλία λερωμένα, είπε πριν χρόνια ο Αλέξανδρος στη μάννα μου.
Σκέφτομαι πως θα πρέπει κάποια στιγμή θα του εξηγήσω γι αυτόν το χάρτη της μούχλας.
........................................................

Δεν υπήρξε Μέγα Σάββατο απο τότε, που να μη φέρω αυτήν την εικόνα στο κεφάλι μου.
Τη μαμά και το μπαμπά στην μισάνοιχτη εξώπορτα.
Τον κόσμο που πηγαίνει στην εκκλησία, να φαίνεται απ τη χαραμάδα της.
Τον αδερφό μου αγουροξυπνημένο με τα καλά του, να σιγοκλαίει με τη λαμπάδα στο χέρι, εμένα να τον κρατάω απο τον ώμο με την τρομάρα να με λούζει πατόκορφα μήπως και κλάψω όταν έρθει η ώρα της μελωμένης κοιλιάς,που ευτυχώς γιά μας ,δεν ήρθε ποτέ.
..............................................
Απλώς  και μείς, κάναμε  ξανά Πάσχα μετά από 7 χρόνια μέσα σε ένα μεγάλο κλάμμα επιτέλους απ' τη μεριά μου, που συνεπέστατη έκτοτε το ρίχνω ανενόχλητη κάθε χρόνο Μέγα Σάββα, καθώς ετοιμαζόμαστε γιά την εκκλησία.


*είναι μιά έκφραση που σημαίνει,πως κάνεις κάποιον να χαρεί.

7 Απριλίου 2008

το μελό , έχει πάντα βαθειές ρίζες




Η σχέση μου με την κοινωνία άρχισε προτού να περπατήσω καλά καλά, μέσα σε ένα θερινό κινηματογράφο της επαρχίας.
Εγώ στο καροτσάκι, η κοινωνία στο πανί .
Δεν είναι μόνο πως ήμουνα το πρώτο αγγόνι της οικογένειας, ήμουνα και το πρώτο ανήψι.
Και αυτό ακριβώς καθόρισε και τη σχέση μου με το κλάμμα ,το γέλιο και τον έρωτα .
Εγώ είχα δύο θείες, κι άλλες είχα δηλαδή αλλά μ' αυτές νταλαβεριζόμουνα παιδιόθεν.
Ακόμα τις έχω , αλλά τότε ήταν πιο μικρές, πιό όμορφες και πιό τσαχπίνες.
Είναι οι αδερφές του θείου της προηγούμενης ιστορίας.
Επίσης είχα και μια γιαγιά .
Μιά Λωξάντρα ,που δεν την έχω πιά, πρόσφυγα ,νοικοκυρά και μαγγιώρα .
Που να τολμήσουνε να φορμανίσουνε οι θειές , με τη γιαγιά έτοιμη για όλα ,και με τη χλαβού πίσω από την πόρτα.
Εκεί ακριβώς κάνω είσοδο εγώ, το μωρό λάστιχο.
Με σέρνανε στη βόλτα.
Με σέρνανε το καλοκαίρι στη θάλασσα.
Με σέρνανε στο σινεμά.
Και αργότερα , με σέρνανε και σε κάτι χορευτικές βραδυές στον ανθόκηπο.
Μόνο στην εκκλησία τη μεγάλη βδομάδα δε με σέρνανε , γιατί εκεί είχαν άλλοθι.
Με λίγα λόγια, με σέρνανε παντού , όπου θα μπορούσε να συρθεί θηλυκό εκείνη την εποχή.
Έμαθα αργότερα πως ήμουνα το μοναδικό μωρό σε καρότσι που έβλεπε σινεμά.
Λέγεται δε, πως πρωτομίλησα 9 μηνών καθιστή στο καροτσάκι ενώ έβλεπα την Λωρήν Μπακώλ να φιλιέται με τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, ανέκραξα Μπακώλ , Μπακώλ γυρίζοντας θριαμβευτικά στις θειάδες, οι οποίες μου κάνανε σσσσσσσσσσσσσς, και κοιτάζανε και γύρω- τον κόσμο που γέλαγε- με ύφος ειδατετιεξυπνομωρόεχουμεστοστοσπιτιμας;
Όπως ήταν λογικό κι επόμενο, πρώτα ονομάτισα τους ηθοποιούς, και μετά τους συγγενείς.
Αργότερα που μεγάλωσα και γω λίγο, θυμάμαι τα απογεύματα του καλοκαιριού ,τη γιαγιά,όταν έβλεπε τις θείες να στολίζονται και να ετοιμάζονται, που διέταζε:
- θα πάρετε μαζί σας και το μικρόπονο. (αυτό ήμουνα εγώ)
Η γιαγιά όπως και όλη η προσφυγίτικη γειτονιά ,πάντα είχε πρόχειρες τέτοιες λέξεις που τις είχε φέρει απ τη Σινώπη μαζί με διάφορα άλλα πράμματα όπως τη χλαβού, τα καλίγκια και το σαπούνι.
Έτσι συνέχισα να είμαι το απαραίτητο εξάρτημα όχι μόνο της διαφυγής των θειάδων προς το ερωτικό τους πεπρωμένο, αλλά και του μεταφορέα των καλιγκιών .
Τι ήταν τα καλίγκια ε;
Πώς λέμε τσόκαρα;
Σαμπώ;
Έ ! Εμείς τα λέγαμε καλίγκια.
Όπως ίσως δεν ξέρετε, οι μικρές πόλεις στην επαρχία, και ειδικά οι γειτονιές οι προσφυγικές που ήταν και οι φτωχότερες ,έκαναν πολύ καιρό να δούνε άσφαλτο στο δρόμο τους.
Χοντρό αδιαβάθμητο και πολύ που μας έπεφτε.
Καί κοκκινόχωμα .
Που πέρναγε η καταβρεχτήρα του δήμου και το κατάβρεχε (εν είδει συντριβανιού), μαζί με τα πόδια της πιτσιρικαρίας, που στριμωγμένη στα κατώφλια ,προσέφερε τα κλιτσινάρια της τεντωμένα στη χαρά του νερού.
Για να λύσουν λοιπόν το πρόβλημα οι κοπέλλες της γειτονιάς, και να μη κάνουν βόλτα με τακούνι γαρύφαλλο, και τίγκα στο κοκκινόχωμα, έβαζαν τα τακούνια σε μια σακούλα, όταν κατέβαιναν τρεις - τρεις, δυό-δυό γιά την καλοκαιρινή βόλτα .
Πριν κάνουν την εκκίνηση για την τελική ευθεία της παραλίας, έβρισκαν μια σκοτεινή γωνιά , όπου και άλλαζαν τα καλίγκια με τα τακούνια.
Το ανάποδο γινόταν όταν επέστρεφαν απ το μέτωπο της βόλτας.
Τότε ξεπέζευαν απ τα τακούνια, και φόραγαν τα καλίγκια, μέσα σε ένα άχχχχχχχχχχ -ιομ ανακούφισης, που γέμιζε το στενάκι.
Εγώ λοιπόν ήμουνα ο κουβαλητής της σακκούλας ,σε όλες τις εκδηλώσεις πού έδιναν παρουσία οι θειάδες μου.
Οι πιό πολλές, -εκτός από τους χορούς στον ανθόκηπο,( που με χόρευαν όλοι που γουστάριζαν τις θειές), και τον σινεμά -ήταν πάρα πολύ κουραστικές.
Η βόλτα ειδικά.
Που μονίμως με τράβαγαν απ το αριστερό χέρι γιατί με το δεξί έγλυφα το αντίτιμο του κόπου μου ρόζ -ρόζ , γλυκό και αραχνούφαντο.
Ενώ συγχρόνως γιά να μην έχω και ενοχές προς τη γιαγιά , κατόπτευα και τον πίσω δεξιά χώρο,έτσι όπως πήγαινα ανάποδα, που πάντα κάποιος , -άναχαθείς βλάκα-, δόκιμος είχε καταλάβει.
Αυτό το να πηγαίνεις μπροστά αριστερά και να καρατσεκάρεις και το πίσω δεξιά, ακόμα με παιδεύει.
Το καλύτερο μου όμως ήταν ο σινεμάς.
Ο σινεμάς ήταν τρεις φορές την εβδομάδα.
Κάθε Τετάρτη , είχε το κοινωνικό-Ελληνικό.
Συνήθως Ξανθόπουλο ή το μικρό Βασιλάκη Καίλα.
Όπου έκλαιγα μαζί με όλη τη γειτονιά, τις θειάδες και τη γιαγιά, βαχ μάννα μου ,βάχ μάννα μου, πλαντάζαμε στο παράπονο καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, και στα διαλείμματα στενάζαμε με τη μαντουμπάλα.
Κάθε Παρασκευή,που είχε το κοινωνικό-Ξένο.
Όπου και πάλι έκλαιγα ,όμως μόνο μαζί με τις θειάδες μου.
Γιατί τις πιό πολλές φορές τίποτα δεν γινόταν όπως το θέλαμε εμείς.
Ούτε η κοπέλλα που θέλαμε, ούτε το παιδί που θέλαμε παντρεύονταν.
Υπήρχαν όμως και οι Κυριακές πού είχε την Ελληνική κωμωδία.
Επιτέλους! Έκεί γέλαγα και γω σαν παιδί.

Πάντα σκέφτομαι αυτά τα χρόνια πάρα πολύ όμορφα και τρυφερά παρόλο το κλάμμα που έχω ρίξει, και ποτέ δε κακοφανίστηκα για τις κινηματογραφικες επιλογές των θειάδων μου.
Το περίεργο είναι πάντως ,πως δεν αισθάνθηκα ξανά την ανάγκη να δώ όλες αυτές τις ταινίες που έχουν καταγραφεί στην οθόνη μου όλες μαζί , σαν μία .