17 Μαΐου 2008

παιζω και μαθαίνω *

Η μπογιά της πέρασε, αλλά αυτή έρριξε πρόχειρα απάνω της καμμιά δεκαριά τριανταφυλλάκια




το κίτρινο



ευτυχώς που φωτογραφίζονται μόνα τους




το κίτρινο



και το κίτρινο



το ροζ




το ρόζ





το ροζ και το ροζ





το ροζ και το κιτρινο



το πράσινο της δάφνης




Όταν θα κοκκινίσουν και τα κούμαρα θα είναι πιά Σεπτέμβρης σκέφτηκε, και γυάλισε τα φύλλα της.




το άσπρο θέλω,είπε η αγριοτριανταφυλλιά ,κι απλώθηκε στο φράχτη





το άσπρο.το ήμερο





το άσπρο του αερικού




το μπλε






σε λίγο θα γίνω θάλασσα χαμογέλασε το μικρό.





δεν τη ρώτησα την κουτσουπιά, αλλά μου φάνηκε πως της αρέσει να κάνει σκιά στο ροζ και στο μπλέ




το κίτρινο και το μπλε






το κόκκινο






το καινούριο βλασταράκι,θα σου κανει το καινούριο μπουμπούκι





κι όλα μαζί θα ξαναφκιάσουν πρωτομαγιάτικο στεφάνι







* το παρόν πετάχτηκε στο αέρα με την ευγενική παρότρυνση (Δώσε πράμα στο λαό
να σε βάλει κηπουρό!) του σκύλου

15 Μαΐου 2008

πίττες λέμεεεεε! *



Σήμερα λέει, είναι η μέρα των καταναλωτών.
Δηλαδή των απανταχού μαλάκηδων με τη βούλα.
Όμως, επειδή από καιρό μούχει κατσικωθεί ιδέα, που μπορει να ακούγεται ηλιθία,
αλλά στην πράξη είναι όσο πατάει η γάτα επαναστατική ,και
επειδή μένομε μόνοι μας όσο περνάει ο καιρός αδέρφια.
Έτσι για αρχή.
Μηπως να οργανωθούμε;
Έχω φάει 15 και δεν έχω ρίξει καμμία.
Ένα μποϋκόταζο για ορντέβρεεε βρε .
Να κόψουμε τις σνακομαλακιούλες, και γω θα τις βοηθήσω όσο μπορώ τις "κουρασμένες μανούλες", και θα βρώ 10 λεφτά για "τις δεν εχω χρόνο απανταχού εργαζόμενες κοπελλιές" και τα μπακούρια .
Να αρχίσουμε απ΄αυτό το πακετάκι.**
Με 15 λεπτά δουλίτσα , γλυτώνετε τα σάντουιτς της εβδομάδας από καπνιστό σκατό, αλοιφοτύρι,και πλαστικό ψωμί.
Επίσης γλυτώνετε απο τα πατατάκια, του προηγούμενου πόστ,
και απ την τσουτσού του ριγανάτου.
Και σας μένει και η γκόμενα.
Αγοράζετε φύλλο για μπακλαβά απο το σούπερ μάρκετ(αναγκαστικά προς το παρόν γιατί στο επόμενο θα σας δώσω τη συνταγή γιά τη μπλατσαριά, που δε χρειάζεται φύλλο.)
Και αγοράζετε φύλλο για μπακλαβά λοιπόν, διότι το φύλλον κουρού ,και σφολιάτας και άλλες μαλακίες έχουν περισσότερα καστρόλ μέσα ενω το δικό μας του μπακλαβά, είναι στεγνό.
Μετά πάτε στη λαϊκή ή στο μανάβικο και αγοράζετε,ενάμισυ κιλό κολοκύθια μεγαλούτσικα, και παλιά γιά νάχουν και καλύτερη τιμή.
Έτσι κιαλλιώς λιώμα θα τα κάνετε τα νερόβραστα.
Επίσης χρειάζεται να αγοράσετε δύο ματσάκια άνιθο,δύο κρεμμύδια μέτρια , 4 σκελίδες σκόρδο, 3 αυγά και ενα ποτηράκι του κρασιού λαδάκι του θεού.Καί 1|4 φέτα .
Το αλάτι και το πιπέρι δεν χρειάζεται να το λέμε.
Ακόμα κι ο Γιωργάκης το καταλαβαίνει.

Ύστερα κατα το βραδάκυ , εκεί κοντά στον Παυλόπουλο που τον έχετε βάλει στο δυνατό, βγάζετε και το φύλλο να ξεπαγώσει. Το επόμενο λεπτό,κάνετε τη γέμιση για την κολοκυθόπιττα:
Κόβετε τα κολοκυθάκια, κρεμμύδια σκόρδα άνιθο και τα ρίχνετε όλα μαζί με το λάδι να βράσουν σε χαμηλή φωτιά και σκεπασμένα, μέχρι να σωθεί το νερό που θα βγάλουν.Εντελώς όμως.
Και ενώ εσείς βλέπετε ειδήσεις η τύχη σας δουλεύει.
Στο διαφημιστικό, τρέχετε στην κουζίνα, τσεκάρετε τα βράζοντα,κλείνετε το μάτι, και τα αφήνετε να κρυώσουν.
Κατουράτε, και ξαναγυρίζετε στις ειδήσεις.
Είναι καρατσεκαρισμένο, πως το διάλειμμα, φτάνει και περισσεύει γιά όλα αυτά.
Βάζετε την Τρέμη τώρα.
Γιά να σας κρατάει στην τσίτα, έτοιμους γιά φευγιό,αφού το διακρίνετε το μαστίγιο, και το μάτι το βλοσυρό, που σας κατηγοράει ευθέως επειδή έχετε αφήσει κάπου στην κουζίνα κάτι να σας περιμένει.
Οτι είστε ένοχοι δεν το συζητώ!Είστε!
Στο διαφημιστικό του τέλους των ειδήσεων,ανάβουμε το φούρνο για προθέρμανση, ρίχνουμε τρία αυγά ψιλοχτυπημένα (τα δυόμισυ ρίχνουμε γιατί κρατάμε το μισό για άλλειμμα) , τη φέτα τριμμένη από τα δαχτυλάκια μας, μέσα στην κατσαρόλα,
και τα ανακατεύουμε όλα μαζί.
Στρώνουμε την πίτα μας στο ταψάκι:
Αλείβουμε το ταψάκι με λαδάκι, φύλλο-λαδάκι ,φύλλο-λαδακι,(με το χεράκι το αλείβουμε αν δεν εχουμε πινελακι).Λίγο λέμε.
Μετά από 5 φύλλα, ρίχνουμε τη μισή γέμιση στο ταψάκι, και από πάνω άλλο ένα φύλλο, και μετά και την άλλη μισή.
Ύστερα ξαναβάζουμε άλλα 4 φύλλα με τον ίδιο τρόπο.
Κλείνουμε τις άκρες όπως έχουμε δει απ το Μαμαλάκη ,και ρίχνουμε απο πάνω το μισό χτυπημένο αυγό που κρατήσαμε (μετά την Τρέμη)και το αλείβουμε στη επιφάνεια της πίττας μας.
Την χαράζουμε με το μαχαίρι σε κομμάτια(όχι την Τρέμη), και βουρ για φούρνο στους 170.
Μαυτά και μαυτά, ξεκίνησε και η ταινία.
Στο πρώτο διάλειμμα, μάλλον η πίττα θάναι έτοιμη.
ΜΜΜΜΜΜΜΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ κοπελλιές,και αγορίνες, δεν κόβεται , ούτε και τρώγεται ζεστή.
Όμως από το άλλο πρωί, καθώς θα τυλίγετε στο αλουμινόχαρτο το κομμάτι του κολατσού σας, θα είστε λιγότερο μαλάκες από χτές,σίγουρα πιό μάγκες, από προχτές, και μακάρι να μη βγώ και ψεύτρα,ετοιμάζεστε να γίνετε και Θεοί.
Τί λέω Θεοί.
Ημίθεοι!



* (βοηθάτε χριστιανοί να εξαπλωθεί ωσάν τη μουχρίτσα το κίνημα της πίττας)
**(όποιος είναι πιό ημίθεος,ας κόψει και τα επώνυμα γιαούρτια)

9 Μαΐου 2008

δεν είναι το μισό του ουρανού. Είναι ο ουρανός .


Είναι ένα αρνί που το είδα να δαγκάει μιά φορά ένα Πάσχα του ΄67,και μιά άλλη φορά ένα Σεπτέμβρη του ΄73.
Και οι δύο δαγκωματιές μου καθόρισαν τη ζωή.
Είναι χέρια που δε χάϊδεψαν όσο θάθελαν, όποιον ήθελαν, γιατί δούλευαν σε τρείς δουλειές ,και τώρα αρκούνται να ταΐζουν με μάλλινα χρώματα το βελονάκι ,που καταπίνει τα τετραγωνάκια για το πάτσγουορκ ,και ...-μωρέ ακούς (,με ξεκουράζ'  πάρα πολύ έτσ' που συνδιάζω τα χρώματα.
Είναι σώμα που δέν χαϊδεύτηκε αρκετά ,γιαυτό και δέν ξέρει πως να δέχεται το χάδι.
Είναι μυαλό που ενώ μας λεϊζεριάζει τον εγκέφαλο με την ακρίβειά του εξηγώντας μας το δίγαμμα, την ίδια στιγμή ψάχνουμε τρελλαμένοι τον καλύτερο γιατρό για να το πάμε επίσκεψη  πακέτο με τη Μαρία την άσκημη , την Χουάνα την παρθένα και την συμμαθήτριά της την Αγγελική.
Είναι τα γόνατα που δεν αντέχουν το περπάτημα, αλλά ωστόσο κάνουν σχέδια για " κείνη την εκδρομή στη Σινώπη που μούλεγες" και συ που το είπες καλά θα κάνεις να το σκεφτείς πολύ να ξανατάξεις τέτοιες μακρυνές επιστροφές.
Είναι η πλάτη που βούλιαξε, γιατί φορτώθηκε την οστεοπόρωση της γενιάς της , που  ούτε και ασβέστη αρκετό δεν βρήκε  να μασήσει ,τότε, παλιά , όταν ξεφλούδιζε με το δαχτυλάκι τους ασβεστωμένους τοίχους της Κοκκινιάς.
Και που παρόλα αυτά το συζητάει για ξεκινήματα με γυμναστικές και βάρη .."που κάνουν καλό".
Είναι η κουβέντα που ξεκινάει απ' το πρασόρυζο, περνάει για μιά καλησπέρα απ΄ την Αννα την Κομνηνή, και φτάνει στην Αλεξάνδρεια την εσχάτη να ανασκάφτει μαζί με τον Πόντιο αρχαιολόγο τους τάφους της Βακτριανής, την στιγμή που εσύ στα όρια της σχιζοφρένειας αναρωτιέσαι πως στο καλό έφτασε ως εκεί ,το κέρατό μου μέσα γριά γυναίκα!
Είναι η φωνή που ακούγεται ξαφνικά :νααααααααααα παλιογομάρια ,αλλά δε φταίτε σεις, φταίν αυτοί οι κοψοχέρηδες που σας έβαλαν εκεί μέσα...,-να βρίζεται με την τηλεόραση , και με όποιον απ΄ αυτούς τολμήσει και εμφανιστεί μπροστά της.
Τελευταίως και εντελώς αναρχικά πλακώνεται επίσης και με άπαντες τους παραθυράκηδες.
Είναι η εμμονή να σου εξηγήσει(αφού κάνεις το τραγικό σφάλμα να ρωτήσεις) για την "κοπέλλα", τη συμμαθήτριά της ντε,που είχε παντρευτεί το γιό της κυρά Κατίνας ,που έμενε ,θυμάσαι; εκεί δίπλα απο τον Γιώργο τον ψαρά που η μάνα του είχε κανει δύο παιδιά με τον πρώτο της τον άντρα και ένα με το δεύτερο, που........... έλεος έλεος έλεος έλεος ,  κοπανάς το κεφαλι σου ,- μη το κάνεις ρε μαλακισμένο να ρωτάς, αλλά πάντα ρε μαλακισμένο το ξανακάνεις-,και  πάλι βρίσκεσαι να ουρλιάζεις πως εσύ είσαι τριάντα χρόνια μικρότερη, και πως στο διάολο να την ξέρεις τη γριά τη συμμαθήτρια σάμπως μαζί μεγαλώσατε...........
 και κεί απάνω που νομίζεις πως το ίσιωσες  , σούρχεται το τελειωτικό σφοντύλι:
-"καλά ,μή κάνεις έτσι ,είπα ,μήπως τη θυμόσουνα".
Είναι το παρελθόν , που στην αρχή γελαστοί και αφελείς το εγκαταλείπουμε γιά άλλες φωλιές,
μα όταν παίρνουμε τη στροφή προς τα πίσω τρέχουμε αλλόφρονες να περισώσουμε ό,τι μας απόμεινε.
Αλλά τίποτα πιά δε μπορούμε ικανοποιητικά.
Ποτέ ο χρόνος δεν υποκρίθηκε πως είναι  κλήση σε αναμονή.
Είναι το άααχιομ που σε κάρφωσε ,ένα απομεσήμερο πέρσυ στην ακροθαλασσιά της Κυλλήνης- " από μικρό παιδάκι έχω να περπατήσω ξυπόλητη στον άμμο",-που σ΄ έκανε να θέλεις να πνιγείς στην πιό βαθειά θάλασσα, γιατί πανάθεμά σε ηλίθια , ποτέ δεν είχες πριν χρόνο να της χαρίσεις δεκαπέντε μέρες στον ήλιο.
Τόσο απλό.
Είναι τώρα πιά, κοντή ,χοντρούλα ,και μελαχροινή.
Είναι η πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα,και γω, αυτή που τόσα χρόνια δεν πληρούσα αρκετά, και θέλω να τα ξεπληρούσα όλα μαζί αλλά τώρα πιά δεν γίνεται , λόγω που τα πράμματα έχουν αξία όταν γίνονται στην ώρα τους.
Είναι η μάνα μου ρε γαμώτο, και ακόμα το βλαμμένο,δεν έχω βρεί τον τρόπο να της πω πόσο την αγαπάω.







δ