6 Σεπτεμβρίου 2008

εικόνες καλοκαιριού

εικόνα τέταρτη


Η Ξενυχτοαπαγόρευση χτύπησε τη μικρή μας πόλη με τη μορφή του Μητσοτάκη ήτανε ; του Παπαθεμελή; θα σας γελάσω.
Μεσούντος ενός καλοκαιριού- δεν θυμάμαι πιά τίνος -,και ημών εκπαιδευθέντων εις ξενύχτια ξεγυρισμένα έως την αυγή, με παιδιά παρά πόδας ή άνευ(παιδιά , όχι πόδας).
Πώς να συμμαζευτείς;
Μαθημένοι να κλείνουμε σπίτια και να ανοίγουμε μαγαζιά ,να κλείνουμε μαγαζιά και να ανοίγουμε σπίτια με αυτή ακριβώς τη σειρά!
Περάσαμε διάφορα στάδια.
Με κλεισμένα φώτα και μικρόφωνα στη μπουάτ κάτω απ' τα ευκάλυπτα .
Με τη βραχνή φωνή του Λάκη ,να παρακαλάμε όλοι μαζί , δεν ξέρω ποιόν μετά βεβαιότητος, κοιτάζοντας με το μάτι θολό κατά τα σκοτάδια της Αγρέξ:
"μη κουραστείς να μ' αγαπάς κι' άν κουραστείς μη φύύυυγεις"
Ή να τσαμπουκαλευόμαστε επίσης όλοι μαζί που ....
"η μισή του η καρδιά γιατρέ βρίσκεται εδώ πέρα, κι ή άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται" Σε ποιο ακριβώς σημείο θα σας γελάσω.
Ναζίμ Χικμέτ ήταν αυτός, και μείς τόσα ξέραμε , τόσα λέγαμε.Ήμασταν και ευκολόπιστοι,
τόχε φκιάσει και ωραίο τραγούδι ο μπαγάσας,ο ψεύτης, ο χοντρός, ο κοντός, ο ψευδός, ο μουσάς.
Κιέτσι Τουρκία-Κίνα-Λουτρά πηγαινοφέρναμε τη μισή μας καρδιά -μπας και συναντήσουμε και την άλλη μισή ,τη ρημάδα,- ως το πρωί.
Μας κυνηγήσανε και στα σκοτάδια.
Ήταν και μεταπολίτευση που έσταζαν ακόμα τα σταγονίδια, τον είχαν και στη μπούκα , τον αφήσαμε ήσυχο τον άνθρωπο να τελειώνει το πρόγραμμά του σύμφωνα με το νόμο .
Αναγκαστικά κατόπιν τούτου, βρήκαμε στασίδι στα πραχτορεία.Αθηνών.
Χαράαα που έκαναν οι επιβάτες με την τσίμπλα στο μάτι μόλις μας πρωτόβλεπααααν!!!.
Νόμιζαν πως ήρθαν οι συγγενείς γιά να τους παραλάβουν.
Ευτυχώς δεν πηγαινοέρχονταν οι ίδιοι στο δρομολόγιο των Αθηνών, κιέτσι είχαμε πάντα χαρούμενους καινούριους τσαλακωμένους.
Έλα μου όμως που το τελευταίο της Αθήνας έρχονταν στις 3 και μισή το πρωί,και άφτερ τα πραχτορεία έκλειναν!
Πάλι σαν τα σκυλιά στο δρόμο;Δε λέει.Και να που προέκυψε λύση θαυματουργή.
Κλείνανε τα μαγαζιά στις 2.
Καληνυχτιζόμασταν,
Γυρίζαμε στο σπίτι και αλλάζαμε ρούχα.
Να τα παρεό, να τα σορτσάκια, να οι βερμούδες,να η σαγιονάρα, που πολύ με στεναχωρεί που τη λένε έτσι γιατι θυμάμαι ένα έργο τότε που πήγαινα με τις θειάδες σινεμά που η εγκαταλελειμμένη κοπέλλα-γιαπωνέζα κλαίει ,κλαίει,κλαίει , γιατι αποχαιρετάει τον αγαπημένο της και του λέει με πόνο: σαγιονάρα,μετά μαχαιρώθηκε κιόλας ,εμείς δε , να τη φοράμε στο βρωμοπόδαρο ρε γαμώτο;
Και μετά συναντιόμασταν ξανά.
Στην παραλία .Γιά ψάρεμα.
Μεσ' τη νύχτα να κατηφορίζουν οι ανύπνωτοι, οργανωμένοι πλέρια.
Με τα ποτάκια τους ,τα γελάκια τους, τις πετονιές τους, τα δολωματάκια τους,την παρέα τους.
Έ ρε δόξες τα φερρυμπότ!!
Και όλοι στριμωγμένοι στη μιά μεριά.Κατά προτίμησι εκεί στον δεξιό διάδρομο όπως κοιτάμε τη στεριά, γιά νάχουμε καλύτερη θέα προς το 'εν πλώ',να γίνεται και η διακίνηση των ιδεών, με τους καθήμενους στα σκοτάδια του.
Δεν ξέρω γιατί,αλλά την πετονιά την πετάγαμε στη θάλασσα,όπως επίσης και την ξαναδολώναμε .
Πού και πού ρωτάγαμε ο ένας τον άλλον :
-Τσιμπάει;
Και ετσι καθισμένοι στο κάγκελο με τα πόδια στο παραπέτο πιάναμε την κουβεντούλα με το διπλανό και πίναμε στην υγειά του απέναντι.
Ήταν ένα τέτοιο βράδυ .Ζέστη αφόρητη.Πετσί διπλοφορεμένο.
Έπεσε και μιά ομίχλη απ' την υγρασία ,τόσο που ξεχώριζαν μόνο οι φωτεινοί κύκλοι απ τα φώτα του δρόμου.
Αν δεν ήταν δεμένα τα φερρυμπότ,θα ορκιζόμουνα πως κάπου πήρε το μάτι μου, και το χάνι της Τζαμάϊκας.
Σκόρπια λόγια και γέλια ,όταν ξαφνικά μέσα στη σιγαλιά της νύχτας
ακούστηκε το πουρ- πουρ βέσπας.
της βέσπας.
Όπου εμφανίζεται μέσα απ'την ομίχλη ,βέσπα και Παντελής -Σαν κάτι το αλλόκοτο που έρχεται κατά δω- με το καπελλάκι το τζήν που είχε μείνει στο κεφάλι του απ' το μεσημέρι.
Μας έψαχνε.
Δεν του γλυτώσαμε.
Μας βρήκε.
Είχαν ξυπνήσει τα παιδιά λέει και έκλαιγαν.
Μας έρριξε ένα χέσιμο καλό ,όλο δικό μας ,και έφυγε ξανά το ίδιο ξαφνικά μέσα στην ομίχλη -σαν κάτι το αλλόκοτο που πάει κατά την Κοκκινιά- με το τζήν καπελλάκι του , και το πουρ- πουρ της βέσπας που έσβησε τελευταίο.
Δεν θυμάμαι.
Μας απαγόρεψε και άλλο καλοκαίρι ο Μητσοτάκης το ξενύχτι;Γιατί έχω την εντύπωση πως και το επόμενο καλοκαίρι περάσαμε φίνα.

5 Σεπτεμβρίου 2008

μια κατάρα και δυό ευχές

Ο καλός μου ο παράλληλος που σημειωτέον γύρισε με καλύτερα κέφια από 'κείνα που είχε πριν φύγει, με προσκάλεσε να παίξω με τις ευχές .
Γιά να χαλαρώσω λέει.
Το μόνο που βρήκα γρήγορα γρήγορα και χαλαρά ήταν αυτό που θέλω
1.ευχή γιά μένα.
Να είμαι γερή εγώ ,και αυτοί που αγαπάω ,γιατί αλλιώς αν πάθουν κάτι θα πεθάνω.
ευχή γιά τον φίλο (γιατί τους αλλους τους εχω χεσμένους)
Να ειναι γερός και μαζί και αυτοί που αγαπάει .
και τέλος το δύσκολο ,
ευχή γιά τον εχθρό
Να μη χορταίνει ποτέ το μάτι του ,ό,τι κιάν αποχτήσει και έτσι θα ειναι δυστυχής εις τους αιώνας.(με τέτοιο μαράζι δε θα ψοφήσει βασανιστικά)
χε χε χε χε







α ! και μη το ξεχάσω, στείλω και τις δικές μου προσκλήσεις, σ' αυτόν τον Πάνω,
τον αποτέτοιο ,
τον σπάει /
τον καπετάνιο,(ειμαι περίεργη να ακούσω την κατάρα)και στο βιολί της αυτή