27 Οκτωβρίου 2008

μα , πρόκειται όντως γιά παιχνίδι;





Είπα μήπως και λουφάρω, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα.
Καλά ,καλά μη γρατσουνάς άλλο μ' αυτό το πράμμα.
Θα το παίξω το παιχνίδι.
Εξ' άλλου δεν ήρθε ακόμα ούτε ο ταχυδρόμος,ούτε κι ο γιός του να μου φέρει καμμιά έμπνευση κι έτσι έχω χρόνο.
Πέντε ερωτήσεις που θα έκανα άν μπορούσα .
Γιατί είναι κιαυτό.
Άν το μπορούσα.
Ανάμεσα σε άλλες,( που πιθανόν να υπήρχαν άν το ανέλυα περισσότερο), αυτές μου ταιριάζουν καλύτερα.


Σ’ ένα φιλόσοφο:
εσύ καλό μου σε τι χρειάζεσαι;αφου ετσι κιαλλιώς, ο καθένας μας τη φιλοσοφία του την έχει ενστικτωδώς.Γιατί να μπερδευόμαστε με κάποιον άλλον ;


Σ’ έναν παλιό έρωτα:

απο τους έρωτες που με πληγώσανε τίποτα δε θα ρωτήσω, γιατί όταν έκανα την απεξάρτηση έκοψα και το κομμάτι και το πέταξα.
Στους έρωτες που πλήγωσα θα ρώταγα μαλακίες για να περάσει η ώρα.
Εντάξει εντάξει, είμαι λίγο εγωίστρια .
Άμα λείπω απ' το πάρτυ δε με νοιάζει τι γίνεται εκεί.

Σ’ ένα μέντιουμ θα ρώταγα:
τι σκατά έκανες και τάμαθες όλα αυτά;Θέλω και γώ.

Σ’ ένα παιδί:
θα με θέλεις πάντα για παρέα;

Γιά τον καθρέφτη δε μου βγήκε καμμιά ερώτησι, παρά μόνο η διαπίστωση:
το κέρατό μου μέσα, γέρασα και ακόμα δεν πήγα στο Περού,
στη Γουατεμάλα, στην Αργεντινή, στη Νέα Ζηλανδία, και στο σπα της Μπλού Λαγκούν.



15 Οκτωβρίου 2008

Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Έκανα έναν άσκημο ύπνο προχτές.
Κοιμήθηκα νωρίς , με την τηλεόραση ανοιχτή, και κάτι κουβέντες μουρ –μουρ - μουρ – μουρ του κώλου , απ αυτές που σε λoβοτομούν.
Λίγο νωρίτερα διάβαζα στο κρεββάτι.
Κακή συνήθεια αυτή παιδιόθεν, που την αντέγραψα απ’ τον μπαμπά, ο όποιος είχε ανακαλύψει νωρίτερα από μένα πως το κρεββάτι και το πάπλωμα είναι το καλύτερο μέρος και γιά διάβασμα.
Εν τω μεταξύ τόχω παρατητηρημένο.
Αυτοί που διαβάζουνε στο κρεββάτι , στον καμπινέ έχουνε δώσει ακριβώς τις διαστάσεις που του πρέπει …..Μπαίνουνε τρέχοντας ,τον χέζουνε στα γρήγορα και φεύγουνε.
Τέλος πάντων, έλεγα λοιπόν πως διάβαζα στο κρεββάτι για πολλοστή φορά κάτι παλιές ιστορίες με συνθήκες , συμφωνίες , εμφύλιους, Άγγλους, αντάρτες και πρωθυπουργούς.
Ξύπνησα κανά δυο φορές εν τω μέσω της νυχτός σαν τον νυμφίο, ιδού , αλλά πουθενά δεν ερχόμουνα .
Αφενός γιατί κανένας δε με περίμενε, και αφετέρου, γιατί βαριόμουνα να φύγω απ το κρεβάτι που ήταν και χουχουλιάρικο.
Την τρίτη φορά που ξύπνησα τα πήρα με την κατάστασή μου και μετακομίστηκα στο καθιστικό.
Μαζί με το βιβλίο για να με ξαναπάρει ο ύπνος.
Σαν και μπορεί να σε πάρει ο ύπνος με τους βουρδούλακες ,τους Άγγλους και τους πρωθυπουργούς.
Το κατάλαβα ταχύτατα πως μόνο για εξετάσεις θα μπορούσα να πάω μετά από τέτοια μελέτη, γιατί εκτός των άλλων έχω και τη μαλακία να μαθαίνω απ’ έξω τις ημερομηνίες, λες και έχω μόλτιπλ τσόϊς την άλλη μέρα.
Έκλεισα το βιβλίο, και ξανάνοιξα το μαλακιστήρι .
Μάλλον κοιμήθηκα εκ νέου, αλλά πετάχτηκα τρομαγμένη και τσιμπλιάρα τρέχοντας να βρω την παντόφλα για να τρέξω να κρυφτώ.
Γιατί άκουγα μέσα στο κεφάλι μου πως ένας Γεώργιος Παπαντρέου, ήθελε να κάνει «κυβέρνηση ενότητας» με τους αριστερούς, για να κυβερνήσει λέει, και να σώσει την Ελλάδα απ την καταστροφή.
Αυτή η κυρία, η εθνική ενότητα ,είμαι χίλια τα εκατό σίγουρη πως κάτι κάνει που σε στέλνει ή σε θάλασσα ή σε βουνό καθότι μόνο σ΄αυτά τα δύο φύονται θυμαράκια..
Το διάβασα πρόσφατα κάπου αλλά δε θυμάμαι που.
..........<<Η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου,η λεγόμενη κυβέρνηση ‘ Εθνικής ενότητας ’, είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα .Συμμετείχαν σ’ αυτήν και 6 δικοί μας υπουργοί: Σβώλος,Τσιριμώκος, Ζεύγος, Αγγελόπουλος, Ασκούτσης , και Χατζήμπεης.
Ουσιαστικά η δική μας συμμετοχή στην κυβέρνηση ‘εθνικής ενότητας’, ήταν εντελώς διακοσμητική ,απλώς και μόνο για να τηρηθούν τα προσχήματα περί ενότητας.
Εκτός του ότι ήμασταν μειοψηφία, τα υπουργεία που μας παραχωρήθηκαν ήταν δευτερεύοντα και
……………………...................>>
Η πρώτη μου αστραπιαία σκέψη ήτανε πως εδώ στο σιάδι δεν μπορώ να κρυφτώ ούτε εγώ , ούτε τα άρματά μου. Μα πού είναι τα άπαρτα βουνά;
Η δεύτερη αστραπιαία σκέψη ήτανε πως πρέπει να κρύψω το Μήτσο και τον Αλέξανδρο , μη τους πάρουνε στο στρατό .
Η τρίτη και καθυστερημένη ήτανε κατά που να παρακαλέσω για να μην αφαλοκόψουνε εμένα και την Κική.
Μετά η ροή αποτρελλάθηκε.
Χλόμιασα , βρέθηκα λέει όξω στον κήπο,με το μαλλί ξέπλεκο, σαν την Αστέρω ένα πράμμα αλλά χωρίς το σεγκούνι το κεντητό και την φευγατίλα στο μάτι ,παρά μόνο με το μεταξωτό σακκάκι της πιτζάμας.
Ήμουνα μια ξυπόλητη μια παξιμαδοκλέφτρα , και με κυνήγαγε ο Γεώργιος Παπανδρέου να μου δώσει τα δαχτυλίδια λέει, ίνα με πείσει πως πρέπει να μπω στην κυβέρνηση του.
Δήμητρααααααα βέλαξε , σε χρειάζομαι.
Πρίτς του κάνω .Εγώ ούτε να σε βλέπω δε θέλω.
Θέλεις δε θέλεις Θα μόρθειιιιιιιιιις .Ξαναβέλαξε Και μου κούναε και το δάχτυλο.
Κάνω έτσι και τι να δω, από κοντά του έτρεχε κιένας χοντρός .
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΧΟΝΤΡΟΣ; Αναρωτήθηκα
Τι σου πέρασε απ το μυαλό;;;ούρλιαξε αυτός κροταλίζοντας τα δόντια της κοιλιάς του.
Μια ΕΒΓΑ της γειτονιάς είσαι.
Μαζί μας θα γίνεις το μαγαζάκι της κεντρικής οδού.
Δε θέλω … δε θέλω ….δε θέλω …..
Τρέμοντας ,προσπάθησα να μπω μέσα στο σπίτι να βρω τα παπούτσια μου και κάνα παντελόνι ,μήπως το κόψω στην τρεχάλα και σωθώ.
Αλλά που τέτοια τύχη!
Εκεί!!
Ακίνητη !Αστραποβαρεμένη.
Γιατί εδώ που τα λέμε δεν είναι και λίγο πράμα να περιμένεις να σε ακουμπήσει από ώρα σε ώρα το χέρι ενός Γεωργίου Παπαντρέου!!.
Σπρωχνόμενο μάλιστα απ’ την κοιλιά ενός Πάγκαλου!
Άσε που κάπου από το βάθος της αυλής , νομίζω κάτω απ το τοιχείο, το βορινό ,άκουγα κι έναν να φωνάζει ,,,,,,,,λέτμι γκόου θρούυυύύύύ – λετμιγκόου θρούυύυυύ. Μπρεικ ον θρου το δε αδερ σάινττττ…………………..Είμαι ο Έέεεβεεερτ…………… Είμαι ο Έβεεερτ!!!!!!!!!!!

Θεέ μου, ικέτεψα , κοίτα λίγο χαμηλάααααά .
Κυνήγα με μπας και τρέξω!
Ίσα για να ρίξω κάτι απάνω μου. Γιατί άν δεν απατώμαι, εκτός από ξυπόλητη ήμουνα και με το βρακί.
Ξέρεις τι είναι να τρέχεις με τον κώλο ξεσκέπαστο κι αλαφροΐσκιωτο!!!!!!!
Ξέρεις τίναι να μην έχεις ένα φίλο;κι απο πάνω να σε δέρνει κι ντουνιάς; ε;
Τουλάχιστο νάχω φυλαμένο τον απαυτό μου.
………Όχι Παπανδρέου,……… όχι Παπανδρέου……..κάντε μια καντηλίτσα…… σώστε τα παιδιά……. σώστε τα παιδιά,……….
.,………….και κει ακριβώς που με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απ τη λάσπη, τα κατάφερα και όρμησα κατά μεριά της ντουλάπας-αυτή που την έκανα να μοιάζει σαν τις εννιάμισι βδομάδες , αλλά κανένας δε βρέθηκε να κάτσει μέσα από τις γρίλιες-, είδα να με περιμένει μπροστά στο δεξί φύλλο ένας σπηλιωτόπουλος.
Του κόλλησα αστραπιαία το σταυρό στο κούτελο.τσσσσσσσσσσσσ
Άμα δείτε έναν σπηλιωτόπουλο με τη βούλα στη μπάλα ,ο δικός μου θα είναι .
Έκανα με απόγνωση το κεφάλι δεξιά …. Αριστερά. Δεξιά … αριστερά….
Φύσηξα το μαλλί που κόλλησε στην άκρη απ’ τα σκασμένα μου χείλη..
Ένα φύσα αγέρι - φύσα αγέρι τέϊκ μι ντάουν του μάϊ μπόουτ ον δε ρίβερ -που σηκώθηκε ξαφνικά θροΐζε τα φρεσκολουσμένα μου μαλλιά και πέταξα προς τον δαμασκηνό καλόγερο της κρεβατοκάμαρας, μια και είχα αποθέσει εκεί από βραδύς το μπουφαν το πουπουλένιο το πορτοκαλί, και ένα απρέ σκι παντελόνι. Γκρί.
Αλλά η ατυχήσασα, μάζωξα τα απομεινάρια του άλλου καλόγερου ,που μου άφησε μόνο ένα βατοπέδιον ελεύθερον, επι του οποίου εκρέμοντο ένα τζίν και ένα μπουφανάκι.
Πλανάροντας τα άρπαξα, αλλά δεν έμελλε να τα φορέσω, γιατί πως τα κατάφερα και βρέθηκα πάλι χωρίς ρούχα στην άκρη στο Ζάλογγο, καθισμένη ακριβώς από κάτω απ την δεύτερη σουλιώτισα κουνώντας αμέριμνα τα πόδια.
Τραγουδώντας γκουανταναμέρα γουαχίρα γουανταναμέρα,ένα κινέζικο φεγγάρι ξεπρόβαλε κάτω απ την δεξιά μασχάλη της κεραυνοβολημένης κόρης.
Κάτω απ την πρώτη κάθονταν ένας φαλακρός ψηλός κρυόκοωλος, με αθλητική φόρμα και μ’ ένα κασελάκι για παπούτσια μπροστά του.
Ελεήστε το φτωχόοοο, ελεήηηστε το φτωχόόό , για τη μαννούλα μου που είναι στο νοσοκομείοοοοο είπε με ραγισμένη φωνή.
Γραββάτες έχετε; Τούπα εγώ .
Τι λέτε κυρία μου ,απάντησε, τι να τις κάνετε τις γραββάτες εδώ ψηλά στο Ζάλογγο ,ψηλά στα κορφοβούνια;;
Κι εκεί που σκεφτόμουνα ,σα νάχει δίκιο ο χλιμίτζουρας , τι να τις κάνω τις γραββάτες, εγώ παντελόνια γυρεύω, είδα το δαχτυλάκι του που ήτανε στραβοκολλημένο και τον αναγνώρισα.
Τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος φιλοσοφίστηκα.
Και ενώ , αυτός αρχίνησε το μια βοσκοπούλα αγάπησα μια ζηλεμένη κόρη,
ήρθε το άλλο το πουλί,το αλάλητο. Ένας Καραμανλής, που τον άρπαξε απ τη μέση και άλλαξαν ευθύς τροπάρι, φωνάζοντας σε μένα που την έκανα με μεγάλες απλωτές:
-Που πάάάάςςςς μύύυύυγδαλαααααααααα.
Ιπτάμενη πια και σε απόσταση ασφαλείας , απ’ το υπερπέραν , παίζοντας σε ένα αλλήθωρο μπαντονεόν με γαλάζιους φακούς επαφής:
οι παντρεμένοι +οι+ οι+ οι +οι δε γιορτάζουνε ποτές και καθώς ο κώλος μου συνέχιζε να κρυώνει ,εξέπεσα του καναπέως αφυπνιζομένη αληθώς αυτή τη φορά, την ίδια στιγμή που ο λυριτζής του Οικονόμου διέδιδε πως:

-Ο Γεώργιος Παπανδρέου επιμένει να καλεί τον Συνασπισμό σε κυβέρνηση ενότητας , για να σωθεί η Ελλάδα-.


2 Οκτωβρίου 2008

-Cammino e canto, a la rabbia che mi fa-


Έφηβος ετών δεκαπέντε και λίγο παραπάνω. Κοινώς Λώλος



Παιδί, αναρωτιόμουνα γιατί στον τόπο μου είμασταν τόσο άγρια φυτρωμένοι στα αριστερά.
Μεγαλύτερη, όποτε αποφάσιζα να παίξω την ήμερη και την καλή και συζητούσα με κανά δεξιούλη ,ανακάλυπτα κάθε φορά πως ήμουνα πολύ άγρια φυτρωμένη στα αριστερά.
Τωρα που μεγάλωσα περισσότερο, συνειδητοποίησα πως είμαι ακόμα πιό άγρια και δε θα ημερέψω ποτέ, μιά και επιτέλους κατάλαβα το γιατί.
Είναι το ίδιο πράμμα που με έκανε να είμαι εως θανάτου με τον Έκτορα όταν διάβασα για πρώτη φορά παιδάκι πράμμα γιά τον Τρωϊκό Πόλεμο.
Είναι το ίδιο που με έκανε να μισήσω εως θανάτου αυτόν τον σκατομαλάκα με τη φτέρνα την ελαττωματική, τον Αχιλλέα.
Είναι αυτό, που όταν είσαι παιδί , σε κάνει να είσαι δίκαιος.
Και όταν είσαι δίκαιος , με το ένστικτο ,τη μυρίζεσαι την επέλαση της δύναμης .
Της πονηριάς.
Της προστατευόμενης εξουσίας.
Της φαυλότητας.
Είναι αυτό το ίδιο ,που σε κάνει να είσαι από πάντα και γιά πάντα, με τον Νικημένο Μαχητή.
Ιστορικά, μάλλον είναι καταχωρημένα όλα αυτά που γράφω, πολύ ή λίγο.
Κανονικά ή ακανόνιστα.
Λίγο ψέμματα ή λίγο αλήθεια.


Αλλά καθώς η τελευταία φουρνιά των Πιτσιρικάδων Μαχητών μάς φεύγει σιγά-σιγά ,








γιατί τα άτιμα τα χρόνια περνάνε με μαλακές πατημασιές και δε μας ξυπνάνε τα γαμημένα να μας χαιρετήσουν την ώρα που ξεπορτίζουν ,
νομίζω πως πρέπει να το κάνω αυτό.
Εγώ, γιά μένα.
Γιά τη μαμμά , την Κική ,το Μήτσο , και τον Αλέξανδρο. 
Τη Χριστίνα,τον Άρη, και τη Λουΐζα.
Και γιά τους πεθαμένους μου.
Η μάχη της Πρέβεζας,και αυτό το πεντάμηνο του '44 (Σεπτέμβρης -Φλεβάρης) είναι η φωτογραφία της προδοσίας του κινήματος του ΕΑΜ.
Ανάμεσα στην απελευθέρωση απ' τους Γερμανούς,τους ενδοτισμούς της Γιάλτας ,του Λίβανου,της Καζέρτας και της Βάρκιζας ,
η Πρέβεζα και το λιμάνι της ,πηγαινοέρχονταν πότε γιορτάζοντας με τον ΕΛΑΣ , πότε λουφάζοντας με τον ΈΔΕΣ.
Μπασιά και βγαλσιά.
Μπασιά και βγαλσιά.
Όπως ακριβώς και τα νερά του Αμβρακικού.


"Είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς.
Το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις"

είπε ο αγαπητός Μάνος Ελευθερίου για να μας δείξει το φασισμό της.
Όοοοοχι λεβέντη μου.
Δε στάπανε καλά.

.......................................................................................


ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
ΕΤΩΝ 15 και μισό













...........<< Ο Θοδωράκης γεννήθηκε λίγο πρίν από μένα στο τέλος του '28 ,και γω γεννήθηκα στις αρχές του '29.


Οι γονείς του τσακωνόντανε συνέχεια και τον περισσότερο καιρό η μάννα του ,τον έπαιρνε και ερχόντανε στο σπίτι του παππού του Νικολή ,που μέναμε και μεις γιατί δεν είχαμε ακόμα σπίτι, και έμενε μαζί μας .

Εγώ, ήμουνα η μοναδική παρέα του Λώλου , επειδή η μάννα του και ο πατέρας του μιά χωρίζανε μιά ήτανε μαζί , δεν είχε και πολλες φιλίες ο κακομοίρης , αφού και φτωχός ήτανε , και δεν τον θέλανε οι άλλοι γονείς για παρέα των παιδιών τους.
Έ ! Ήτανε και λίγο γαβριάς τρομάρα μου.
Ο Λώλος αγάπαγε πάρα πολύ τη μάννα του.
Και τον πατέρα του νομίζω ,όταν εκείνος άφηνε να τον ζυγώσει.

...................

Όταν έρχονταν στο σπίτι του παππού,( ο παππούς,αγιογράφος ήταν βέβαια, αλλά ήτανε και φωτογράφος και έτσι έβγαζε κυρίως το ψωμί του),τον έντυναν κιαυτόν με τα καλά του όπως ήμουνα και γω και τα άλλα τα παιδιά ντυμένα ,επειδή στο μεγάλο το δωμάτιο που παίζαμε περίμεναν και οι πελάτες μαζί.
Σαν αίθουσα αναμονής ενα πράμμα.
Γιαυτό είμασταν πάντα στην τρίχα και πεντακάθαροι.
Ήταν ένα παιδί που δεν μπορούσε να ισορροπήσει πουθενά.
Έβλεπε τη μάννα του να  τη δέρνει ο πατέρας του όταν τσακώνονταν.Και στο σπίτι του παππού πάλι που ερχότανε όταν χωρίζανε , πάλι φωνές .
Ήταν ζωηρός και με μεγάλη φαντασία.
Και παρόλο που εγώ ήμουνα πολύ ήσυχη, με το Θοδωράκη , έκανα ζούρλιες και γώ.
Γιαυτό, όποτε είμασταν μαζί , μας έβαζαν και τρώγαμε χωριστά.
Στο διπλανό δωμάτιο ,γιατί ο παππούς ήτανε πολύ αυστηρός και δεν ήθελε φασαρίες στο τραπέζι.
Δεν υπήρχαν και άλλα αγγόνια σε τετοια ηλικία,- τά άλλα ήτανε μωρά -, και έτσι είμασταν τα μοναδικά παιδιά σε ένα σπίτι με τόσους μεγάλους.
Όταν ο Λώλος έμενε στο σπίτι του ,εγώ είχα πρόγραμμα.
Γύριζα απο το σχολείο,έτρωγα και πήγαινα και παρακολούθαγα τον παππού που ζωγράφιζε ψέλνοντας,και έψελνα και 'γω μαζί του.
Με ήθελε κοντά του.Με άφηνε να τριγυρνάω στο εργαστήρι γιατί ήξερε πως δεν ακούμπαγα τα πράμματα του ,πως δεν πείραζα τίποτα, και γιατί του έκανα παρέα.
Άλλά όταν ήταν ο Θοδωράκης στο σπίτι ,μας έβαζε χώρια ,επειδή αυτός ήταν διάολος.
Θυμάμαι μιά φορά, πρέπει νάταν τότε όταν πηγαίναμε στην τρίτη - τετάρτη δημοτικού.
Ακουγότανε πως θα γίνουν φασαρίες (το'39 πρέπει νάτανε, )και πως θα ρίξουνε αέρια οι Ιταλοί.
Ο παππούς ήταν μανιώδης με την πολιτική και ό,τι άκουγε το έφερνε στο σπίτι.
Εμείς τα παιδιά είμασταν τρομοκρατημένα, σχεδόν κατουρημένα απ' το φόβο μας .
Μιά μέρα ,που ο παππούς ηταν νευριασμένος μ'αυτά που μάθαινε, και έτρωγε με την οικογένεια, -εμείς παραδίπλα στο σοφρά- , εκεί που καθόμασταν , σκώθηκε ο Λώλος και πήρε δύο βούρτσες παπουτσιών,-πώς τούρθε-, τις κράτησε αντικρυστά ανάποδα, ξέρεις με το ξύλο,και πήγε στην πόρτα απέναντι απ τους μεγάλους που τρώγανε στην τραπεζαρία, τις σήκωσε ψηλά και φώναξε κοπανώντας τες ράχη με ράχη:
-Είιιιμαι ο Ηρακλής!!
- Είιιιιμαι ο Ηρακλής!!
-Είιιιιιιμαι ο Ηρακλής και θα σκοτώσω τις στυμφαλίδες όρνιθες!!
Και δόστου και κοπάναγε τις βούρτσες που καλά και σώνει τις ήθελε κρόταλα.
Σκώνεται τότε ο παππούς του δίνει μιά κλωτσά και τον πέταξε όξω απ' την πόρτα μαζί με τα κρόταλα.
Πάει τον σωροβόλιασε τον Ηρακλή.Και ήτανε και λιανό- λιανό .
Αυτό στην αρχή άργησε να κλάψει γιατί τάχασε .Έβαλα και γω τα κλάμματα που τον σβούρηξε έξω και τον άφησε και νηστικό.
Δεν έφαγα ούτε και γω , και πήγα γιά παρηγόρια κοντά στο Λώλο να τον καλοπιάσω γιατι νόμιζε πως δεν τον αγάπαγε καθόλου ο παππούς.

................................................................

Ήρθε η ώρα να πάμε στο γυμνάσιο.
Τότε όποιος ήθελε ,έδινε εξετάσεις, από την τετάρτη δημοτικού.
Ο Λώλος δεν είχε δώσει εξετάσεις γιατι είχε χάσει χρονιά και θα δίναμε μαζί.Έπρεπε να μάθουμε πως γίνονται οι αιτήσεις , γιατί ούτε η μάννα μου ούτε ο πατέρας μου ήξεραν.
Τη σύνταξη δηλαδή γιατί γράμματα ξέρανε.
Βρέθηκε τότε ο θείος ο Μήτσος, ο πατέρας του Λώλου ,που ηταν κουρέας και ήθελε οπωσδήποτε να μάθει γράμματα ο γιός του και είπε:
- θα βρω εγώ τι γράφουνε και θα κάνω εγώ τις αιτήσεις ,να πάνε και τα δυό να μάθουνε γράμματα.
Μας έγραψε πραγματικά ανορθόγραφα ό,τι έπρεπε, το διόρθωσα εγώ , τις παραδώσαμε, μας καλέσανε να δώσουμε εξετάσεις.
Μπήκαμε και τα δυό.Και γω , κι' ό Λώλος.
Όμως καναδυό μέρες πήγε μόνο και μετά δεν ξαναπάτησε γιατί δεν τάθελε τα γράμματα.
Τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια ,νομίζω πως του άρεσε το γυμνάσιο, αλλά μάλλον πρέπει να είχανε κάτι τα μάτια του και κουραζότανε.Ποιός τα ήξερε τότε αυτά να τα κοιτάξει.
-Αφού δεν θέλεις γυμνάσιο να πας να τελειώσεις την πέμπτη και την έκτη δημοτικού. Του είπε ο πατερας του
-Και μετά να 'ρθεις στο μαγαζί.
Έτσι γινότανε τότε.
Σάμπως πήγα και γω στο σκολείο!Όύτε μήνα καλά - καλά




Ξέσπασε ο πόλεμος.
Εγώ πρώτη γυμνασίου και αυτός ,ούτε που πρόλαβε να ξαναπάει στο δημοτικό, επειδή κλείσανε τα σχολεία.
Όσο κράταγε ο πόλεμος και μέχρι να γίνει η συνθηκολόγηση, εμείς, η οικογένειά μου δηλαδή, πήγαμε να μείνουμε στο Νιοχώρι κοντά στον Αηθωμά για να γλυτώσουμε απ' τους βομβαρδισμούς.
Επειδή οι Ιταλοί την βομβαρδίσανε πολύ την Πρέβεζα εξαιτίας του λιμανιού και σκοτώθηκε πολύς κόσμος τότε.
Τον έχασα το Λώλο.
Μείνανε με τον παππού στο πατρικό.
Έγινε η συνθηκολόγηση.
Μπήκανε οι Ιταλοί στην Πρέβεζα.
Γυρίσαμε και μεις στο σπίτι μας.
Στην Πρέβεζα ο Λώλος είχε μπλέξει ήδη με το αντάρτικο και ήταν στρατολογημένος.
Θυμάμαι όταν γύρισα τον βρήκα στην ΕΠΟΝ.
Εγώ μπήκα κάνα χρόνο μετά.
Οι Γερμανοί ήρθαν το Πάσχα του '43 και κάτσανε μέχρι το Σεπτέμβρη του '44 ,που τους ξαπόστειλε ο ΕΛΑΣ.
Με τους Γερμανούς ο Θοδωράκης ,ήταν ήδη αντάρτης στην περιοχή της Πρέβεζας και πολέμησε σε πάρα πολλές μάχες στην Καμαρίνα και στην περιοχή του Λούρου.
Γιατί γίνανε πολλές εκεί γύρω.Σε μία μάλιστα ,-και το ξέρω γιατί μου τάπε ο ίδιος όταν τον είδα -, επιτέθηκε και ο Ζέρβας και χτύπαγανε μαζί με τους Γερμανούς τους Ελασίτες.
Όταν ήρθε η ώρα να λευτερωθούμε, την Πρέβεζα την λευτέρωσε ο ΕΛΑΣ.
Ήρθαν οι αντάρτες στο λιμάνι.. απ' το Άκτιο,.. απ' τον ελαιώνα.., απ' τον Αηθωμά.... ..Λαοπροσκύνημα.......
Μας είπανε πως θα γιορτάσουμε την απελευθέρωση την Κυριακή 18/9/44.
Τότε έγινε η μεγάλη γιορτή .
Μεγάλο γλέντι.Ομιλίες χοροί .
Πράμματα.Θάμματα.Σαν ζουρλοι ήμασταν όλοι απ' τη χαρά μας.
Όμως εκεί που γλεντάγαμε, μέσα στο πλήθος ακούστηκε πως οι Ζερβικοί θα επιτεθούν στον ΕΛΑΣ και στους δικούς μας .
Νομίζω εκείνη την ώρα ,δεν ξέρω από ποιό σοφό κεφάλι ,ήρθε η διαταγή να παραδώσει ο ΕΛΑΣ την πόλη στον ΕΔΕΣ.Αλλά δεν προλαβαν να φύγουν και τους επιτέθηκαν οι Ζερβικοί γιά να τους ξεκάνουν.
*
Μέχρι να πολωθούνε τα πράμματα και να αρχινήσει ο εμφύλιος πέρασαν καναδυό μέρες.
Πάντως οι δικοί μας, μόλις κατάλαβαν τί πάει να γίνει, έπιασαν το κάστρο του Αγιαντρέα
με δυό λόχους και διοικητή τον Νούτσο.
Την Εθνική την έπιασε ο καπετάνιος ο Γιαννούλης απ τη Λευκάδα με το ΕΛΑΝ (το ναυτικό σκέλος του ΕΛΑΣ), όταν έκαναν τη λεγόμενη "έξόρμηση "γιά να ενισχύσουν τους αντάρτες στα κάστρα μέχρι τη τη Βάση.
Απ' τα Σφαγεία ως τον Αγιώργη, όλη η ακτογραμμή ηταν πιασμένη απ' τους αντάρτες.
Κι από πάνω ,το Γυμνάσιο, η υποδειγματική της ΕΠΟΝ.
Μόνο στο κάστρο του Παντοκράτoρα μπόρεσαν και μπήκαν αυτοί .
Και τούτο ,γιατί τους είχαν αφήσει οι δικοί μας να μπούν στη πόλη από κείνη τη μεριά τότε που θα γιορτάζαμε την απελευθέρωση όλοι μαζί.
Οχυρώθηκαν εκεί,και άρχισαν να χτυπάν τους Ελασίτες.
Αρχίζει ο πόλεμος.
Τότε σκοτώθηκε κι ο πατέρας του Θοδωράκη.Αλλά τον βρήκαμε μετά  μέσα στα ερείπια, και δεν τόμαθε ποτέ αυτός.
Απ' τον Παντοκρατoρα
χτύπαγαν αυτοί.
Απ' το κάστρο του Αγιώργη οι δικοί μας.
Οι οβίδες πέρναγαν απάνω απ' τα κεφάλια μας σταυρωτά και δεν είχαμε κατά που να κάνουμε γιά να γλυτώσουμε.(η Κοκκινιά είναι ανάμεσα στο κάστρο του Αγιώργη και το γυμνάσιο)
Πρέπει να ήτανε Οχτώβριος του '44**.
Εμείς τρομάρα μου σφάχτ'καμαν πρώτα.Κι ούτε π' το μελετάει κανένας.
Τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα ήρθαν μετά.
............
Πρώτα έφυγε το ΕΛΑΝ και ο καπετάνιος ο Γιαννούλης απ' την Εθνική τράπεζα και τη Βάση.Μάζεψε όσους είχε και έκανε έξοδο.
Μπήκανε άλλοι στα πριάρια (μακρόστενες βάρκες χωρίς καρίνα)και άλλοι κολυμπώντας, περάσανε απέναντι στη Λασκάρα , μετά στο Άκτιο και εν μέσω πυρών και κανονιοβολισμών πέρασαν στο Ξηρόμερο(Αιτωλοακαρνανία) .
Η Εθνική τράπεζα έπεσε σχετικά γρήγορα αφου έφυγαν οι υπερασπιστές της .

Οι άλλοι που έμειναν στο κάστρο του Αγιώργη

,είχαν και τους τραυματίες συγκεντρωμένους εκεί,τα κατάφεραν κουτσά στραβά και έφυγαν κιαυτοί.
Έμειναν αυτοί του Γυμνασίου.
Ειδικά στο Γυμνάσιο , επειδή έπρεπε να κρατηθεί ο δρόμος προς τα περιβόλια και τον ελαιώνα(η έξοδος της πόλης) ανοιχτός,τοποθετήθηκε μετά απο διαταγή της πολιτικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ της περιοχής , η υποδειγματική διμοιρία της ΕΠΟΝ*****. Όμως εγώ ξέρω, πως ο μπάρμπας σου ο Μιχάλης και ο Νούτσος διαφώνησαν . Ο Αραχναίος ήταν που επέμενε .
Η υποδειγματική είχε τα πιο γενναία επονιτόπουλα.
Με το σκεπτικό πως αυτά τα παλληκαράκια θα πολεμήσουν μέχρι το τέλος και δεν θα περάσει εύκολα κανένας, τους ανάθεσαν να υπερασπιστούν
το γυμνάσιο.
Ααααχ!Δεν ξέρω πιά άν έκανε καλά ή όχι.
Ποιό το όφελος;
Κι αυτοί που γλύτωσαν τους περίλαβαν μετά στα βουνά ,στις εξορίες ,και στις Τασκένδες.
Αλλοίμονο στα παιδάκια μας που πήγαν να λες!
................
Η Εθνική είπαμε έπεσε σχετικά γρήγορα στα χέρια του στρατού -είχε έρθει και στρατός στο μεταξύ γιά να βοηθήσει το Ζέρβα, γιατί αυτοί, πέντε ψύλλοι ήταν όλοι κιόλοι κακή τους ώρα. Κι ήθελαν να κάνουν και κατοχή στην πόλη...
Έπρεπε όμως οπωσδήποτε να καταλάβουν και το Γυμνάσιο, επειδή ήταν απάνω στο σταυροδρόμι σε ύψωμα, και εμπόδιζε τους Εδεσίτες της πόλης να επικοινωνήσουν με αυτούς του Παντοκράτoρα.
Το Γυμνάσιο δεν έπεφτε.
Τι έγινε ομως.
Ο γυμνασιάρχης ο Κοντός ******-καλή του ώρα εκεί που είναι μαζί με τα παιδιά-που ήταν κάτι σαν δήμαρχος επειδή τον είχαν βάλει οι Πρεβεζάνοι Άρχοντα της πόλης μέχρι να βγει δήμαρχος με εκλογές κανονικές ,είχε μαζέψει τους χωροφύλακες της περιοχής γιά να μη τους σκοτώσουν οι Ελασίτες .
Αφού, οι πιο πολλοί απ' αυτά τα μούτρα τάχανε κάνει πλακάκια και με τους Γερμανούς και με το Ζέρβα και είχανε φάει πολύ κοσμάκη ,ειδικά στα χωριά.
Τους είχε μαζέψει λοιπόν και τους είχε βάλει όλους στο λιοτριβιό του Θεοφύλαχτου απέναντι απ το γυμνάσιο.
Εκεί που έφκιασε μετά σπίτι ο Στάρας.
Θυμάσαι;
Δεν είχε σκοπό να τους πειράξει.
Να φανταστείς ήτανε με τον οπλισμό τους, και έβαλε να τους φυλάνε μη τους σφάξει κανένας και τα ρίξουνε στον ΕΛΑΣ μετά.
Αυτοί λοιπόν , καθώς δεν ηταν αφοπλισμένοι βγήκαν και πήγαν απέναντι στο τζαμί και πυροβολούσαν από κει τα παιδιά.
Τα παιδιά σκότωσαν πάρα πολλούς απο δαύτους .Τους ρήμαξαν.
Βλέποντας οι χωροφύλακες πως αποδεκατίστηκαν ζήτησαν ενισχύσεις απ' τους Ζερβικούς που ήρθαν με αρχηγό τον περιβόητο Γαλάνη, αυτόν απο το τάγμα των Κρητικών.
Λέγανε πως είχε έναν ανηψό που σκοτώθηκε, εκεί μπροστά ,στο Γυμνασιο.
Γιαυτό , αυτός ο Γαλάνης,μετά μας κολύμπησε στο αίμα.
Αλήθεια είναι ;
Ψέμματα είναι ;Και το είπανε έτσι για να δικαιολογήσουνε τα φονικά που έκανε;
Δεν ξέρω .
Ήρθε απ' τη μεριά που είναι τώρα το καφενείο του λαού , περικύκλωσαν το Γυμνάσιο και το βάραγαν από όλες τις μπάντες.
Μέσα ήταν τα 14 παιδιά και καμμιά 40αριά μεγάλοι.
Ο Λώλος, με την υποδειγματική , μπήκε στο Γυμνάσιο μαζί με τους αντάρτες όταν ξεκίνησαν οι υποψίες και κατάλαβαν πως θα γίνει μακελειό.
Ο Νούτσος όμως, (Κ.Νούτσος διοικητής του 1ου λόχου του ΕΛΑΣ που απελευθέρωσε την Πρεβεζα) τον ειδοποίησε τον κουνιάδο που ήταν στην ηλικία του Λώλου να μην κλειστεί μέσα γιατί τάξερε από πρώτο χέρι.
Και τον γλύτωσε.
-Τον βρήκα όταν ήρθε στην Πρέβεζα και του τάπα.- Έκανε πως δεν  με ήξερε , και σκώθηκα κι έφυγα-.
Το καταλάβαμε και μεις πως θα πολεμήσουν μέχρι το τέλος, γιατί το ίδιο πρωΐ που άρχισε ο πόλεμος, ήρθε κατά τις 11 η ώρα ο Θοδωράκης .
-Θεία ,ήρθα με αφορμή πως θα πάρω το νερό για να σας το πω.
-Θα γίνει μεγάλος πόλεμος.
Ζήτησε και του φέραμε στο σπίτι τη μάννα του να τη δει και να τη χαιρετήσει.
Γιατί σε μας ήρθε μέσα απ' τα περιβόλια ενώ στο δικό του το σπίτι δεν μπορούσε να πάει.
Ήταν μαζί με το φίλο του τον Περικλή***.Ήταν  κι αυτό ένα ξανθούλικο, λιανό πιό μικρό απ' το  Λώλο....Χρυσά τα κάναμαν να κάτσουν.Να μη ξαναγυρίσουν μέσα....Χρυσά τα κάναμαν.

-Τί λες μωρ ξαδέρφ' και να προδώσω  εγώ τους συντρόφους μ' ;
Τότε ,όπως τον φίλησα και τον τέντωσα γιά να τον καμαρώσω, είδα τα σοσονάκια του στριμμένα απάνω απ τις αρβύλες του, που είχαν κεντημένο με κόκκινα γράμματα ΚΚΕ, και του λέω πειράζοντάς τον.
-Αχάαααα ξάδερφε , τι βλέπω; κάπα κάπα ε;
-Ξαδέρφη ,μου λέει.
Εγώ στην υποδειγματική της ΕΠΟΝ είμαι.
-Δεν είμαι κάπα-κάπα
.
(Σάμπως το μολόγησαν και ποτέ, ακόμα γιά δικό τους τον μελετάνε τα γομάρια)
-Όταν βρώ την ευκαιρία θα τα ξηλώσω.
Αμ' τρομάραμ' δεν πρόλαβε ο Ηρακλής να τα ξηλώσει τα γράμματα.

Ήταν η τελευταία φορά που είδα το Λώλο ζωντανό.
Ένα μαυροτσούκαλο λιανό με το τσουλούφι το σγουρό να πετάει.

.................................
Τα παιδιά κλείστηκαν λοιπόν στο γυμνάσιο και πολέμησαν μέχρι που τελείωσαν τα πυρομαχικά.
Τους φώναζαν να παραδοθούν.
Όταν τους τέλειωσαν τα πυρομαχικά, έπεσε μιά ησυχία.
Μιά νέκρα , που παγώσαμε σύγκορμοι.
Εγώ έβαλα τα κλάμματα και έπεσα κάτω και μαδιόμουνα, γιατί ήξερα τι θα πάθουν.
Η μάννα μου είχε πιαστεί με την αδερφή της και έκλαιγαν ήσυχα- ήσυχα βάχ μάννα μου , βάχ μάννα μου ,σαν να μην περίμεναν τίποτα.
Μετά αρχίνησαν τα ουρλιαχτά.
Τα βρισίδια για τις μαννάδες τους και τις αδερφές τους.
Μπήκαν όλοι μαζί απ' όλες τις πόρτες του γυμνασίου.
Κι όπως ήτανε οι υπερασπιστές άϋπνοι, πεινασμένοι και με χωρίς πυρομαχικά,τους ξέκαναν με τις ξιφολόγχες.
Τα πήραν και τα κλείσανε στα μπουντρούμια στο κάστρο του Παντοκράτoρα.
Πιάσανε καμμιά 800αριά πολίτες τότε.

Ήταν και ο πατέρας μου ,ο πάππος  σου ο Σάββας, μαζί , γιατί τον κατέδωσαν γιά αριστερό αυτοί που τους έδινε τις πληροφορίες γιά το λιμάνι και έπαιρναν τις λίρες απ' τους Εγγλέζους...
Το Λώλο τον είχανε μαχαιρώσει στα πλευρά και τον πήρανε τραυματισμένο όπως και πολλούς άλλους.



Get this widget |Track details |eSnips Social DNA





Get this widget |Track details |eSnips Social DNA





Πάγαινε η θεία η Χρυσή η κακομοίρα και του άφηνε φαΐ και ρούχα να ξαλλάζει και να ζεσταθεί.
Σάμπως ήξερε ;

Ζεί;Πέθανε;
Του τάδιναν;Δεν του τάδιναν;
...........................................................................
Πάντως αυτή πήγαινε κάθε μέρα το φαί.
Ούτε που την άφησαν να το δεί το έρμο καθόλου.Τα κορμόσκυλα.****
Πρέπει να τους εκτέλεσαν μιά δυο μέρες πριν τη συμφωνία της Καζέρτας.
Νομίζω μάλιστα πως μιά ομάδα την εκτέλεσαν και μετά τη συμφωνία.
Τα παιδιά, είτε επειδή ήταν ζωηρά και προσπαθούσαν φαίνεται να το σκάσουν,είτε γιατί τα είχαν μεγάλη μανία γιατί σκότωσαν πολλούς από δαύτους,τα είχαν δεμένα δυό -δυό με καλώδια απ τα πόδια.

Ετσι τα πήραν.Έτσι τα εκτέλεσαν.

Τους εκτέλεσαν στην Παργινόσκαλα.(την έλεγαν έτσι γιατι εκεί έπιαναν τα καΐκια τα Παργινά που έφερναν ψάρια και άλλα προϊόντα).Δυό - δυό.
Το Λώλο τον εκτέλεσαν με τον Περικλή μαζί .
Δεμένα τα βρήκαμε ,και όπως είχαν σαπίσει τα κρέατά τους, τα καλώδια είχαν ακουμπήσει στα κοκκαλάκια τους τρομάραμ'.
Εμείς στην Κοκκινιά το μάθαμε αμέσως πως τα εκτέλεσαν.Ήρθαν δυό -τρεις δικοί μας απ' τον Παντοκράτoρα και μας τάπανε.
Αλλά δεν μπορούσαμε να πάμε.Δε μας άφηναν τα τσακάλια ,ούτε στο θάνατο να πάμε ανθρωπινά.
Μεγάλος θρήνος.
Όλη η Πρέβεζα θρηνούσε.
Θρηνούσαμε για το Λώλο.Θρηνούσαμε γιά τους άλλους....Θρηνούσαμε γιατί δεν ξέραμε τι μας περίμενε και μας......Σαν ζουρλοί κλαίγαμε.
Τότε ήταν που ο παππούς ο Νικολής που είχε πολλες ενοχές επειδή κλώτσησε τον Ηρακλή εκεί απάνω στην ώρα που χτύπαγε τα κρόταλα και θα σκότωνε τις στυμφαλίδες όρνιθες,έκλαιγε με αγκομαχητά και φώναζε τον Ηρακλή του...Αλλά ήταν αργά πιά.



Μας άφησαν να πάμε να πάρουμε τους νεκρούς και να τους θάψουμε μέρες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας.Ήρθαν κι οι Παντοκρατoρίτες οι δικοί μας μαζί , λίγοι ήταν,- οι πιό πολλοί ήταν ζερβικοί και δεξιοί-, και μας έδειξαν που τους είχανε παραχώσει.

.....Άλλοι ήτανε στα ορύγματα που μείνανε απ' τους Ιταλούς , απ' τον πόλεμο, σκαμμένα κατα μήκος της παραλίας.....Οι άλλοι , με το Θοδωράκη ,ήταν πιό προς τα μέσα...Σε ένα μεγάλο τετράγωνο λάκκο.
Τους είχανε παραχώσει πρόχειρα πρόχειρα ,με τη σειρά και κατά στρώσεις.
Μία στρώση άνθρωποι.Μιά στρώση χώμα.
Μια στρώση άνθρωποι ,μιά στρώση χώμα.
Κορμιά και χώματα σε στρώσεις.
Πρέπει νάτανε πολλοί .......Έμαθα πολύ αργότερα ,πως ήτανε καμμιά εκατοστή όλοι μαζί.
Τα παιδιά ήταν δεκατέσερα .Εμείς, οι συγγενείς τους ανοίξαμε .Αναμεράγαμε τα χώματα και τους βγάζαμε έναν- έναν.Έρχονταν οι αλλολοΐσμένοι να ιδούν μην είναι ο δικός τους.
Που να δεις τη μάννα του Περικλή.
Έτρεχε κιαυτή σαν ζουρλή, όλη της η οικογένεια βλέπεις ήταν στο αντάρτικο.
Μέχρι και το μικρό- μικρό ο Πύρρος.
Μόνο αυτή έμεινε πίσω για να ψάχνει στους σκοτωμένους.
Εκεί να δεις θρήνος και απελπισία.
..............

Το Θοδωράκη τον γνώρισα εγώ απ' τα αρβυλάκια με τις κάλτσες που έγραφαν κάπα - κάπα -ε και δεν πρόλαβε να το ξηλώσει.
.................
Και από τα μαλλάκια του που είχανε ισιώσει και από κατσαρά είχανε γίνει σαν πράσα και είχανε κάτσει στο μετωπάκι του .
............................

Εγώ ήμουνα κοντά στα δεκαπέντε και ο Λώλος δεκαπέντε και και λίγο παραπάνω .
Ακόμα το θυμάμαι.

.....................

Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μυρωδιά.
Εκεί να δεις.
Να μαδιώμαστε και να μη μπορούμε να ζυγώσουμε απ τη βρώμα.
Δεν μπόραες να πας να μαζέψεις στην αγκαλιά τον ανθρωπό σου.
Σαν εγκληματίας ένοιωθες που ενώ σπάραζε το φυλλοκάρδι σου να τον πάρεις απάνω στο κορμί σου και να τονέ χαϊδέψεις, δε σάφηνε αυτή η βρώμα, και τον απόδιωχνες τον αγαπημένο σου.
Όρμαγαν οι γυναίκες και οι άντρες με απόφαση να πάρουν τα πτώματα αγκαλιά έτσι οπως τα βγάζαμε, και εκεί έπεφταν και ξέρναγαν απ τη σαπίλα.
Βρώμαε το τόπος σου λέω.Βρώμαε.
Βρώμαε το χώμα όπου και να το πάταγες.
Πάταγες στο χώμα και νόμιζες πως σκύλευες τα κορμιά που δεν έπρεπε να τα πατάς.
Απελπισία.
Ο κόσμος οδύρονταν και ξέρναγε μαζί.
Άστα να πάνε.
Άστα να πάνε.
Ακόμα μόρχονται όμως μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά που βλέπω τους καταδότες και τους εγγλεζόφιλους που καλοζήσανε και πλουτίσανε και ακόμα δεν ψόφησαν όλοι όπως θάπρεπε!!!!!......>>  >>









Αυτό μου διηγήθηκε η μάννα μου γιά τη μάχη της Πρέβεζας.
Έκλαψε γιά λίγο με το ήσυχο κλάμμα της επίγνωσης ,και μετά ,ήσυχα πάλι, με ρώτησε άν είναι καλά να μαγειρέψει ντομάτες γεμιστές γιά το μεσημέρι
.

................................................



ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΝ






Δημήτρης Κων. Τρουμπάτας (Ηγουμενίτσα), Αρχηγός της ομάδας
Βασίλης Χρ. Τσούκης, (Ωρωπός) καπετάνιος της ομάδας
Δημήτρης Χρ. Πέτρης (Ωρωπός), πολιτικός καθοδηγητής
Δημήτρης Αριστοτ. Καλδάνης, σκοπευτής οπλοπολυβόλου
Θεοχάρης Θεοδ. Γκόγκας (Ωρωπός)
Χαράλαμπος Σπ. Διαμάντης (Ωρωπός)
Γιώργος Δημ. Πανάγος (Καμαρίνα)
Αλέξανδρος Φ. Πεπόνης (Βρυσούλα)
Σιδέρης Αθ. Κύρλας (Ωρωπός)
Θόδωρος Δ. Καββαδίας ( Κομνηνός,Πρέβεζα)
Γιάννης Ζαρονίκας (Πρέβεζα)
Απόστολος Γ. Δρόσος (Ωρωπός)
Νίκος Π. Σαμιώτης
Περικλής Ευ. Αναγνωστόπουλος (Λαμπέτης)
Χριστόφορος Λεόπουλος
Γιώργος Αντύπας



ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ


Αριστείδης Τσούτσης διοικητής του 3 λόχου
Κώστας Δέδες , διμοιρητης εφεδρικού έλας
Σωτήρης Ντούρος , διμοιρίτης 3ου λόχου
Σπύρος Τσατέρης αντάρτης εφεδρικού ΕΛΑΣ
Στάθης Καραστάθης κρεοπώλης
Αβραάμ Λεσπέρογλου , ανήλικος.

..............................................................





"Είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς.
Το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις"
είπε ο αγαπητός Μάνος Ελευθερίου για να μας αποδείξει το φασισμό της.

Όοοοοχι καμάρι μ'
Δε στάπανε καλά
.
"Ειν' ο Αη-Γιώργης, η Εθνική ,κι Παντοκράτoρας.
Ο Αγιαντρέας , το Γυμνάσιον κι η Παργινόσκαλα".

Κατάλαβες τώρα;
Άαααααει γειά σ'.

...............................................................................








*χρονικά πρέπει να είναι η εποχή που ήδη έχει υπογραφεί η συνθήκη του Λιβάνου , όπου οι παπάρες του ΕΛΑΣ μεταξύ των άλλων δεχτήκανε να βρεθούν κάτω απ'τις διαταγές των Άγγλων .Ακολουθεί η συνθήκη της Καζέρτας όπου υπήρξε και όρος να αποχωρήσει ο ΕΛΑΣ από την Πρεβεζα και η πολη να παραδοθεί στους 80 Εδεσίτες που εμφανίστηκαν φρέσκιοι- φρέσκιοι και λουσμένοι.

** η Μάχη της Πρέβεζας ξεκίνησε στις 19 Σεπτεμβρίου του '44 και κράτησε 13 μέρες.
Η απαγκίστρωση πρέπει να τελείωσε στις 3 Οχτωβρίου του '44)

***Περικλής Αναγνωστόπουλος (Λαμπέτης)γιός του ταγματάρχη του πυροβολικού Αναγνωστόπουλου.Όλη η οικογένεια Αναγνωστόπουλου, ηταν στον αγώνα.Ο αδερφός του Περικλή, ο Αλέκος που σκοτώθηκε κιαυτός αργότερα  ήταν καπετάνιος στο επιτελείο του Άρη και σκοτώθηκε στις τελευταίες μάχες .
Η Νίνα η μία αδερφή του ήταν γραμματεας της νομαρχιακης επιτροπης ΕΠΟΝ Πρέβεζας,η άλλη αδερφη η Βαρβάρα ήταν στην ΕΠΟΝ και ο μικρός αδερφός ο Πύρρος, ήταν στα αετόπουλα.)


****απ οτι φαίνεται απ' τις ημερομηνίες, τα παιδιά τα είχαν εκτελέσει γρήγορα- γρήγορα εκεί γύρω στις 26, 27 του Σεπτεμβρη.Βιάζονταν γιατί υπήρξαν αντιδράσεις μεγάλες και απ' τον Πυρομάγλου που δεν το ήθελε αυτό ,και από πολλά άλλα στελέχη τους.
Αλλά τα τρόφιμα και τα ρούχα απ τους συγγενεις έπαιρναν ανελλιπώς.



*****"η Υποδειγματική διμοιρία της ΕΠΟΝ" απαρτίζονταν από επίλεκτα στελέχη της ΕΠΟΝ γιά να δείχνουν πως πρέπει να συμπεριφέρονται οι ΕΠΟΝΙΤΕΣ






η μάννα μου μαζί με την αδερφή της τη μικρή στα μνήματα της Παργινόσκαλας





 
................................................................................

..................................................................................
Get this widget |Track details |eSnips Social DNA