27 Νοεμβρίου 2008

φοινίκια απ' τη Σινώπη

Καθόμουνα ήσυχα- ήσυχα σε καναπέ χρώματος μπλε ράφ.
Έπλεκα πουλοβεράκι με χοντρές βελόνες για να τελειώσει γρήγορα και αναλογιζόμενη το παιδί στην ξενητειά, άφηνα που-και-που-βαρυ-α-να-στε-να-γμο).
Το μαστίγιο έσκισε αγριεμένο τον αέρα.
Ευτυχώς που τραβήχτηκα έγκαιρα προς τα αριστερά, γιατί θάχα το σημάδι του Τσαμτσίκα στο μάγουλο.
Καμτσίκα πρέπει να τον λένε αυτόν τόλμησα να σκεφτώ,αλλά την ίδια στιγμη το μετάνοιωσα μη μ'ακούσει και με γδάρει.
Μόπεσαν τα κουβάρια, μόφυγαν οι πόντοι έτσι όπως έσερνα το πλεχτό, καθώς σηκώθηκα γρήγορα να κλείσω τα πατζούρια.
Μετά ξανακάθησα στον καναπέ άκρη- άκρη έτοιμη γιά όλα, γιατί λέω από μέσα μου, δε μπορεί.Από κάπου με βλέπει αυτός , γιατί γιά μένα τα λέει αυτά.
Χαμηλοκοίταξα με τρόπο προς την τιβι,μη και με παρει χαμπάρι ο Τσαμτσίκας, που ούρλιαζε εν τω μεταξύ , πως εφέτος θα κάνουμε μαύρα Χριστούγεννα, γιατι οι κουραμπιέδες θα έχουνε 24 ευρω το κιλό και τα μελομακάρονα 20.
Και πως θα κάνουνε οι γριές Χριστούγενα άνευ κουραμπιέ και μελομακάρονο;
Γιατί από ενάμισο κιλό στο καθένα δεν το θέλεις ; το θέλεις.
Κάτι τα παιδιά, κάτι τα αγγόνια, κάτι η γριά στα κρυφά ;
Το τρίκιλο το θέλεις.
Επίσης αυτός ο Τσαμτσίκας, ήταν πολύ αγριεμένος γιατί πήγε μές στο ανεμοβρόχι, σε μιά λαϊκή που ήταν όλο γερόντια, με άδεια καρότσια και τους έδειχνε με το δάχτυλο: -Να αυτός.. αυτός που αγόρασε φασολάκια- και δώστου να βρέχει-, μόνο ενα κιλό.
Και δώστου να τον δείχνει.
-Να παιδάκι μου, μόνο λιγα κολoκυθάκια και λιγες μελιτζάνες.
Τώρα μεταξύ μας, εγώ δε θα αγόραζα ποτέ μες στο καταχείμωνο κολοκυθάκια,μελιτζάνες και φασολάκια.
Για σπανάκια ,μάπες και κανά πράσο θα πήγαινα στη λαϊκή.Αλλά πάλι όρκο δεν παίρνω.
Δεν ξέρω τι θα νάκανα και γω άμα με αγρίευε ο Τσαμτσίκας.
Οι γέροι τρόμαζαν έτσι που τον έβλεπαν σαν μαύρο πίκατσου να τους δείχνει με το δάχτυλο και να τους κουνάει τις σακκούλες από κάτω απ'την ομπρέλλα.
Δεν ήξεραν κιόλας άν ήταν γιά καλό τους που βρέθηκαν στο δρόμο του,απαντούσαν αμέσως σε όλες τις ερωτήσεις.
Μετά την έστησε έξω από ένα φουρνάρικο.
Εκεί έσκιαζε τις γυναικούλες.
Με το που έβγαιναν αυτές τις άρπαζε ο Τσαμτσίκας.
-Θα αγοράσεις κουραμπιέ τα χριστούγεννα.
-θα αγοράσω
-θα αγοράσεις μελομακάρονο;
-θα αγοράσω.
-Και με τι λεφτά; κυρά Θεοφανία; αφού δέν έχετε.
-Έχετε;
-Όχι όχι δεν έχουμε παιδάκι μου.
(Χα ,μπανταλό είσαι;κουβέντα με το τρελλαμένο θα πιάσω;σκέφτηκε η Θεοφανία.)
Μόλις γύρισε ο Νίκος (που τον περίμενα με λαχτάρα) ,με βρήκε σκεφτική και ανταριασμένη.
-Ποιός σε πείραξε;(το λες ο Τσαμτσίκας; δε το λές!!)
-Τι σου κάνανε;
-Μαύρα χριστούγεννα θα κάνουμε φέτος του είπα.
-Οι κουραμπιέδες θάχουνε 24 ευρώ το κιλό .
-Τα μελομακάρονα 20.
Τι λές να κάνω;
Να φκιάσω φέτος φοινίκια και κουραμπιέδες;
ή θα με βαρέσει ο Τσαμτσίκας;

-Υποννοείς κάτι; μου λέει με την υποψία στο μάτι.
-Όχιιι; και τότε τι μαλακίες μου κοπανάς ,δε θυμαμαι να αγόρασαμε ποτέ κουραμπιέδες και μελομακάρονα.
Μετά βγήκε ο ήλιος στην τηλεόραση.Ένα πράμμα ,θα κεντήηηησω πάνω στο δίκοπο σου λάα-αζο το βλέμα σου το καθαρόοο. ...
Ο Αλογοσκούφης μας.
Ήταν τόσο μα τόσο αστραφτερός και χαρούμενος που στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανεργία,που ο ρυθμός ανάπτυξης ανεβαίνει και που η οικονομία της χώρας άντεξε περισσότερο από αυτή των ισχυρών εταίρων.
Μα τόσο χαρούμενος!
Κοίτα να δείς ,που κι αυτός γιά μένα τα λέει.
Κοιταχτήκαμε με το Νίκο και ρίξαμε από μία μούτζα διπλή και με ήχο.
Εκείνος ουδόλως ενοχλήθηκε και σηκώνοντας ελαφρά το δεξί φρύδι μας δήλωσε :




Lynn Anderson - Ro...

φοινίκια γιά ατρόμητους.

συνταγή της γιαγιάς της πρόσφυγας


4 φλυτζάνια λάδι
2 φλυτζάνια ζάχαρη
1 κουτ.σούπας κοφτό σόδα
1 κουτ.σούπας κοφτό μπέικιν πάουντερ
400 γραμ ψίχα καρύδι φρέσκο.(τα 200 γρ κοπανισμενα μεσα στη ζυμη )*
1 και μισό κουτ. σουπας κοφτό κανέλλα.
1 κουτ. κομπόστας γαρύφαλλο+μοσχοκάρυδο.
μισο φλυτζανι τσαγιου χυμο πορτοκαλι φρέσκο
3 και μισο κουτ. σούπας στάχτη **
ξυσμα απο δυο πορτοκαλια
μισο κουτ. γλυκου, κοφτό αλάτι.
1 φλυτζάνι σιμιγδάλι ψιλό
μισό φλυτζάνι γάλα.
αλεύρι γιά ολες τις χρήσεις, όσο παίρνει γιά να γίνει μιά ζύμη σφιχτή.

για σιρόπι

3 ποτηρια νερο.
2 ποτηρια μελι
φλουδα απο πορτοκαλι χωρις το ασπρο.
............................

Χτυπάμε τη ζάχαρη με το λάδι, την αλυσσίβα** και τα μπαχαρικά.
Το σιμιγδάλι.
Στο τέλος βάζω το αλεύρι .
Ριχνω και τα κοπανισμενα καρυδια στη ζυμη και αφου τα ζυμωσω καλά, την αφηνω κανα μισάωρο να σφιξει αρκετά.***
μετά παίρνω λιγη στην παλάμη μου, κανω ενα λακουβάκι, βάζω μεσα μια κουταλιά γλυκού ανακατεμενα καρυδια με μπαχαρικα, και, ξανακλεινω με τη ζύμη.
Τα ψηνω σε ταψι που έχει λαδόκολα από κάτω.
Οταν κρυώσουν.
Ετοιμαζω το σιρόπι.
Οταν αρχισει να βράζει βάζω λίγα λίγα τα φοινίκια μέσα(6 ) και τα βγάζω μολις παρουν μία βράση .Πριν λασπώσουν.
Οσο πιο πηχτό ειναι το σιροπι, τοσο πιο λιγο λασπώνουν.
Μετα βρισκουμε μιά ωραία πιατέλα, βαζουμε καρύδι με μπαχαρικα στον πάτο και απο πανω βαζουμε , στρώση φοινίκια καρύδια από πανω, ξανά φοινίκια, και πάει λέγοντας.Άειντε και καλοφάγωτα.


* τα υπόλοιπα 200 γρ. τα κοπανιζω χοντρα, και τα ανακατευω με ζάχαρη κανέλα και γαρύφαλλο και τα κρατάω γιά το πασπάλισμα.
**η αλυσσίβα γινεται με τη σταχτη της συνταγής κοσκινισμένη και βρασμένη σε 1 φλυτζάνι καφέ νερό.Το αφηνωνα κατακάτσει και ριχνω αυτο το νερο στο μίγμα.
***η ζυμη να είναι σφιχτη σαν του κουραμπιέ.

17 Νοεμβρίου 2008

ένα δύο τρία πολλά Πολυ - τεχνείαα

.....................γιά κάψιμο.


Αφιερωμένο στους τριακόσους αναρχικούς και προβοκάτορες του νοέμβρη του 1973









Έχουν δοθεί ως αντιπαροχή τα πιό πολλά .
Έχουν πουληθεί τα υπόλοιπα.
Το μυαλό μου όμως έχει κολλήσει εκεί.
Σε κάτι που είχε πεί ο Μήτσος παλιά , στην αρχή.
Πως “Τελικά ,το πολυτεχνείο είναι μιά μεγάλη σαμπρέλα που τους χώρεσε όλους από κάτω.”
(εκτός από αυτούς που ήταν πραγματικά εκεί,και αρνήθηκαν τις ομπρέλλες των κομμάτων αργότερα. Σκέφτηκα τότε οργισμένη.)
Θυμάμαι την πρώτη-πρώτη μεγάλη πορεία το 1974 πριν τις εκλογές.
Η αφορμή για να μας πλακώσουνε στο ξύλο και στα δακρυγόνα επισήμως και δημοκρατικά.
Την είχε απαγορέψει ο θείο-Καραμανλής ,-γιατί λέει-, τόπεφτε ανήμερα των εκλογών και θα του τις χάλαγε.
Έτσι την μετακύλησε, λες κι ήταν εγκαίνια γκαλερύ .
Θα μου πεις γιατί έκλαψε και κανένανε αυτός;
Με τη συναίνεση τών κομμάτων βέβαια.
Με πρώτο και καλύτερο το ΚΚΕ στη συναίνεση,γιατί πάντα βαρέως τόφερνε το πολυτεχνείο. Αφ' ενός γιατί ξεκίνησε μέ αλλους ,αφ'ετέρου ,γιατί και οι δικοί του δεν πειθάρχησαν στη γραμμή.
Μέχρι που το πήρε παραμάσκαλα ,αλλά του τη χάλαγαν γιά χρόνια ο Τζουμάκας,ο Λαλιώτης και ο Παπουτσής .(Ναι ναι αυτοί που υποψιάζεστε είναι.)
Απ' ό,τι λέγανε την επομένη οι εφημερίδες , εκείνη η πρώτη πορεία των “προβοκατόρων και αναρχικών” , θα είχε καμμιά 60αριά χιλιάδες κόσμο.
-Που πας σκύλα με το μωρό στην πλάτη -μούπε ο Παντελής πάντα μές στη γλύκα -, ανήμερα στις 17 σαν με είδε να μαζώνω ταγάρια, αμπέχωνα,τσιγάρα ,νερά και παιδί.
Ευτυχώς που τότε βρεθήκανε πολλοί γιά να κουβαλήσουν το μικρό.
Σάμπως και φανταζόμουνα όλα αυτά που γίνανε κατόπι;Το γλέντι το τρελλό με τα βαρελότα, και τον καπνό επί σκηνής; Νάναι καλά όπου και να βρίσκεται ο νταγκλαράς που έβαλε πλάτη ανάμεσα στο μπάτσο και την είσοδο της πολυκατοικίας.Προλάβαμε να χωθούμε μέσα και γλυτώσαμε.
Για χρόνια πολλά,μέχρι που η ξεφτίλα ήταν πιά χειροπιαστή ,  τρέχαμε συμπούρμπουλοι και ανελλιπώς στις πορείες της επετείου.
Ήταν βέβαια κι ο φίλος μας ο Γιάννης , έδινε και τη θέση του στη σημαία (προτού να γίνει προικιό ) να την κρατάει η Κική, όπου σαν το γύφτικο σκεπάρνι γκάνιαζε ό,τι θυμόταν γενικώς από σύνθημα, και διαπιστωμένο, είχε μιά καταπληκτική αντοχή στο περπάτημα, αρκεί να φώναζε κατι μαζί με πολλούς άλλους.
Οι πορείες τότε δεν ήταν αστείο πράμμα.
Ξεκίναγαν στις 12 το μεσημέρι , και τελείωναν το βράδυ.
Ξεκίναγες στις 3 το μεσημέρι απ το πολυτεχνείο φερ' ειπείν, και γιά να φτάσεις να πετάξεις το αυγό σου, τη μπογιά σου, τη μούτζα σου, το νεράτζι σου , τη χλέμπα σου τέλος πάντων στην πρεσβεία, έπρεπε να πάει 7 η ώρα...
Εκατομμύρια ο κόσμος Μαρία .
Βλέπεις, η Αθήνα ακόμα τότε είχε ενοχές .
Ο Μήτσος ως μικρότερος βολεύονταν στο σβέρκο μας, όπου και κάθεται ώς τα σήμερα. Αυτός όμως τουλάχιστο ξέραμε τι φώναζε:,
-λιβικιντσελο.*
Τούχε μείνει απ' τα σαββατιάτικα πάρτυ όταν χοροπηδάγαμε όλοι μαζί, η παρέα των Εξαρχείων.Έτσι τόχε πιάσει ,έτσι το είδε, έτσι ταφήσαμε.
Και σαν τι περίμενες μαντάμ έτσι που τα σουρνες τα μωρά από δώ κι από κει;
Μακρυά θάταν η Γένοβα;
-μαμμά μη με πάρεις τηλέφωνο γιατί θα παμε εκδρομή με τα παιδιά και μπορεί να μη πιάνει το κινητό είπες και συ μιά μέρα.
Και γώ όμως έ;
-Καλά παιδάκι μου , πάρε όμως μαζί σου και βαζελίνη ,σύρε στο φαρμακείο και ζήτα κανα αντισταμινικό, δεν ξέρω αν υπάρχει πια φενεργκάν,.λεμόνια, και κοίτα, άμα δεις και σου πρήζονται τα μάτια, βάλε βούτυρο κακάο από κάτω,ή αμα δεν έχεις λιπ γκλός , και αααααααααα , πάρτε τσιγάρα με φίλτρα μαζί σας, γιατί σπάτε τα φίλτρα και τα βάζετε στα ρουθουνια σας.Πάρτε και καμμιά μάσκα απ αυτές τις χειρουργικές.
Τόσα θυμόμουνα, τόσα έλεγα και γω
τόσα ήξερες τόσα έλεγες και συ.
-Καλά ,που το κατάλαβες,; μου είπες οταν τέλειωσαν όλα.
-Αμ' δεν είμαι και μαλάκας,  σούπα εγώ, μαννούλα είμαι απλώς.

Ά! Όλα κιόλα !Κάθε χρόνο το κάνω ανελλιπώς και με τά όλα του το μνημόσυνο.
Με το πρέπον του .Με τα σέα του .Με τα μέα του.
Απ' το πρωί το αρχίζω με αντάρτικα,(με πιάνουν καλύτερα το πρωί) .
Μετά με ριζίτικα.
Ανάμεσα στα ριζίτικα και το Θοδωράκη, ρίχνω μιά εκπαιδευτική με τις κασέτες πούχω μαζέψει τόσα χρόνια.
Μετά,εκεί στον επιτάφιο ,πάντα στο ίδιο τραγούδι,παρατάω το ξεσκονόπανο και ρίχνω την πρώτη ζεϊμπεκιά μπροστά στο έπιπλο με το μάρμαρο και τους προγόνους απάνω,να βλέπουν κι αυτοί τι σόϊ πράμμα έχουν αφήσει πίσω να τους εκπροσωπεί.
Και στην προσγείωση απ' το σάλτο, να ανανταριαζόμαστε όλοι μαζί.
Πρόγονοι, γυαλικά,πατώματα, ο καθρέφτης.
Και το σερβίτσιο το καλό.
............ κόσμος περνά και με σκουντά
στρατός και με πατάει........

Να μ' ακούει και όλη η περιοχή που ξελαρυγγιάζομαι σα νάναι το τελευταίο μου τραγούδι επί της γης.
Φάλτσο - ξεφάλτσο,προσωπικώς χέστηκα.

........ και να που ανασηκώθηκα , το πόδι στέκει ακόμα
φώς ιλαρό λεβέντη μου, μ' ανέβασε απ' το χώμα.


Και δόστου η γυροβολιά μέχρι να κουνιούνται τα σώψυχα ζωντανών και πεθαμένων,με το ξεσκονόπανο παρατημένο .
-Γιατί παίρνεις κάθε φορά και το ξεσκονόπανο; με ρώτησες μιά μέρα όλο απορία.
-Γιατί είμαι μιά οικιακά σου απάντησα.

.......σημαίες τώρα σε ντύσανε παιδι μου εσύ κοιμήσου
Κι εγώ τραβώ στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.


Ά ρε χρόνια άτιμα, λαχανιάζω τώρα με τη γυροβολιά και το ξελαρύγγιασμα συγχρόνως. Αυτή η Παππαρίζου πως διάλο το κάνει ρε γαμώτο!!!!
Έχουνε εκπαιδευτεί και οι γειτόνοι τελευταία, ούτε που διαμαρτύρονται σαν τα πρώτα χρόνια.Σου λέει, η ζουρλή τα ξαναπήρε.Μέρα είναι θα περάσει , του χρόνου ξανά.Ζωή σε μάς .Και τέτοια.
Γιά επίλογο έχω κρατήσει τους βασανιστές.
Θεοφιλογιαννάκος .
Χατζηζήσης.
Μάλλιος
Μπάμπάλης
Πέτρου.
Σπανός
Λάμπρου.
Τσέλιγκας.
Ρουφογάλης.
Και 'κείνο το σκούπρο, ο γιατρός απ'το Ρυθμιστικό.

Απολαμβάνω την ώρα που ξεπουπουλιάζει τους χαζεμένους διχτάτορες ο Ντεγιάννης ,και τους ξεφτιλίζει με κείνη την ευγενή ,αξιοπρεπή ,ειρωνική φωνή.
ΕΛΑ ,λεβέντη μου ευτυχώς υπήρξες και σύ! Ό,τι πρόλαβες.
Στήνομαι στην τιβι.
Έχω καταγράψει ό,τι παίχτηκε σε ντοκυμαντέρ ,αφιέρωμα, οτιδήποτε,τα τελευταία 25 χρόνια.Γιά να μη τολμήσω και ξεχάσω ποτέ.
-Μαμά γιατί κλαίς ;ρώταγαν κάθε που βλέπαμε ξανά και ξανά τις ίδιες καμπάνες, τις ίδιες αφάνες και τα ίδια ριγέ ζιβάγκο να τρέχουν μπροστά απ τους μπάτσους.
Τότε ακούγανε και την ιστορία.
Δε ρώτησα ποτέ θέλουνε δε θέλουνε; χέστηκα επίσης.
Ομως είμαι σίγουρη πως άμα τα ρωτήσουνε τα βλαστάρια μου "ποιός είναι ο Μανώλης Γλέζος", δεν θα πούνε:
-Είναι ένας που τάχει με μιά παρουσιάστρια στο Αντένα.,.
Κοίτα - κοίτα, κλάψε- κλάψε , βρίσε -βρίσε , μήπως έτσι δε βρήκα κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα και γιά το Νίκο;(τον αδερφό μου).
-Ρε μαλάκα του λέω, στο πολυτεχνείο που πηγες τελικά ήσουνα μόνος σου ε;
-και φορούσες, το χακί το αμπέχωνο που έφερες απ την Ιταλία ε;;
-και είχες και το μαλλί αφάνα ε;
-και είχες πάρει αγκαλιά τα κάγκελα, σφιχτά-σφιχτά με τα δυό σου χέρια ε;
-Ναι , μου λέει.
-Πάρτη ρε ζωντόβολο, του λέω, για να μάθεις να μιλάς.
-Για να μάθεις να περηφανεύεσαι.
-Για να μάθεις να λες ήμουνα και γω εκεί.
-Για να μάθεις να κορδώνεσαι στο γιό σου.
-Για να μάθεις να κοκορεύεσαι στη δουλειά σου.
-Για να μάθεις να περηφανεύεσαι στα σκουλήκια γύρω σου.
Και του πέταξα την κασέτα στα μούτρα.
-ΤΌΞΕΡΑ , ΤΟΞΕΡΑ ,φώναξα θριαμβευτικα στον Νίκο (κι ο άντρας μου Νίκος είναι.)
Τόξερα όταν έτρεχα στον Οτε στη Θεσσαλονίκη στις 11 τη νύχτα, τότε το Νοέμβρη του '73 πως είχα λόγο που έτρεχα.
..........................................................................
Είχαμε μαζευτεί από το μεσημέρι της 16ης οι κουμπάροι (4 τον αριθμό) στο σπίτι της Σερρών 8 που ήταν πιό κοντά στο κέντρο, δήθεν να φάμε.
Η Αθήνα είχε τρείς μέρες που έβραζε, η Θεσσαλονίκη ήταν λίγο πιό αργή, γιατί ο Τετραδάκος έκανε καλή δουλειά, αλλά και ήταν απομονωμένη η πολυτεχνική.
Γιαυτό εξάλλου δεν κατάλαβε η πόλη τι έγινε. σικ!!
Αργότερα οι Θεσσαλονικείς,-που κιαυτοί σαν τους Αθηναίους άφησαν τα παιδιά τους αβοήθητα εκείνη τη νύχτα,- το κράτησαν το άλλοθι που τους βόλεψε.
Εκεί κατά τις 3 πέρασαν και τα κουμπάρια της αρχιτεκτονικής, γιά λίγο είπαν να μας δουν γιατί άρχισαν την κατάληψι στη σχολή.Φάγαμε, αρχίσαμε να πίνουμε, εγώ γκαστρωμένη στην Κική 6 μηνών.Άλλα λέγαμε , άλλα σκεφτόμασταν άλλα κάναμε.
Ήξερα απο τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα ,απο τη Νομική τι είναι ικανοί να κάνουν τα φασισταριά.Κι από ένα ένα πρωτοξάδερφο που είχε μπει στην Ευελπίδων.
"Τι θα κανεις ρε μαλάκα, άμα με βρεις απέναντι;"τον ρώτησα.
- θα σου ρίξω μου ειπε το αρχίδι!Κι ήμουνα η αγαπημένη του ξαδέρφη.
(Δεν πειράζει τούριξα εγώ μαύρο , και θα μου πεις στακάκαλατ' κιαυτός, , αλλά εγώ τουλάχιστο τον έσβησα απ' το χάρτη μου, κιόταν μετά από χρόνια μόκανε το δημοκράτη τον ξεμπρόστιασα μπροστά στα παιδιά και τα σκυλιά του.Να μάθ' ο παλιοσκατιάρης..)
Λέγαμε λοιπόν μαλακίες περι ανέμων και υδάτων. Φοβόνταν ο ένας τον άλλον.
Γιός πλωτάρχη ο ένας, τελωνιακού ο άλλος, εργάτη οι άλλοι δυό οι Πειραιώτες, αγρότη του αλλουνού του Κρητικού, δάσκαλου εγώ, μαγαζάτορα ο έκτος.
Και μία ορφανή.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο, άρχισα να στρίβομαι.
Να μη κάθομαι καλά,να μ' ενοχλεί η κοιλιά, να μη μ' αρέσει το κρασί ,να με σφίγγει το λάστιχο, να μη μ' αρέσει το φαί, έβγαλα και μιά τσιρίδα στο τέλος και ίσιωσα.
Τι έγινε! τι εγινε!ήρθε κι έκατσε μιά βαβούρα στο τραπεζι .
-Θα τους σκοτώσουν μαλάκες!Θα τους σκοτώσουν, και μεις καθόμαστε εδώ και ξυνόμαστε!Κανείς δε ρώτησε ποιούς.
Σκιάχτηκε ο Νίκος,
- Τι είν' αυτά που λες μου κάνει.
Παρατάει ο Γιώργης το μπουζούκι και κοπανάει το χέρι του στο τραπέζι μαζί με το κρασί,
(αρε Γιώργη τόκαψες και συ το μυαλό σου λεβέντη μου, )
-Άστηνε ρε , άστηνε να τα πει ρε .
-Αυτοί εχουν αρχίδια ρε μαλάκες !φωνάζει ,
-Αυτοί, αυτοί ρεε .Άντε στην υγειά τους.. ....
ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΤΙΠΟΤΑ , ΟΛΟΙ ΞΕΡΑΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.
Κάναμε ένα τσιμπούσι γιά πάρτη τους και ξαναγνωριστήκαμε απ την αρχή.
Εκεί έμαθαν συγκάτοικοι 4 χρόνων πως ο Γιώργης δεν είχε παει στην Κρήτη τότε που τον χάσανε τον προηγούμενο χρόνο, αλλά στο Μακρονήσι.
Πως δεν περπάταγε σαν το καβούρι από χόμπυ , αλλά από φάλαγγα.
Πως ο Βαγγέλης ήταν από πάντα αριστερός με τον πατέρα στις εξορίες, ο Γιώργος ο Άβερελ -μαύρα ειν' τα κάρβουνα -κόκκινος κατακόκκινος.
Πως ο Πλωτάρχης ήταν κιαυτός ανακατεμένος στο κίνημα του ναυτικού.
Πως ο Νίκος δεν ήταν βασιλικός σαν τον πατέρα του, και διάβαζε κρυφά την Χριστιανική που τόστελνα εγώ στη θυρίδα.
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε που θάλεγε κιο Παντελής.
Και δόστου το μπουζούκι ο Γιώργης και δόστου τα απαγορευμένα εμείς, και δόστου κλάμμα και κρασί.Και να φυσάμε τις μύξες.Και που να βγεί αντάρτικο με μύξα.Βγαίνει;
Κατά τις 6 σηκώθηκαν οι δυό :- Πάμε στη σχολή .Ερχόμαστε και μεις λένε οι άλλοι.
Τσούπ , σκώθηκα και γω με την κοιλιά τούρλα.
-Άν πας και πάθει τίποτα το παιδί , κάηκες μου λέει ο Νίκος.
-Λίγο θα παω να δώ και θα γυρίσω , λες και πήγαινα γιά φραπέ.
-Εμείς δε σε αναλαμβάνουμε μου είπαν τα κουμπάρια, δεν ξέρουμε τι θα βρούμε.
-Μη κάνεις μαλακίες με το μωρό ,πέσανε απάνω μου και οι άλλοι.
(Σαμπως και που δεν πήγα; δεν έπαθε; οπου γάμος και γιορτή η Βασίλω πρωτη.)
Ακόμα πάντως όταν το σκέφτομαι αισθάνομαι δειλή.
Ευτυχώς που δεν υπήρξα ντιπ καταντίπ κότα, γιατί τον προηγούμενο χρόνο που ήμανε μοναχήμ'  άνευ μωρό ,και όλους τους προηγούμενους απ' αυτόν ,δεν ειχα αφήσει ξύλο για ξύλο τρεχάλα για τρεχάλα, και ταράτσα για ταράτσα.Κι έτσι τόσωσα.
Γυρίσαμε στο σπίτι.
Τέρμα Θεαγένους Χαρίση.,
Νυχτωσε. Σαν τους βρυκόλακες, γυρνάγαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο.Η γειτονιά μές στο σκοτάδι.Μούγκα.
Θα τους σκοτώσουν , δεν υπάρχει περίπτωση να τους αφήσουν τόσες μέρες.
-Πόσες μέρες είναι μέσα;
-Τρεις.
Τελείωσε, σήμερα θα τους σκοτώσουν.
Εκεί κατά τις 11 δεν άντεξα άλλο.
Βάζω γαλότσες κασκόλ και αδιάβροχο που δεν κούμπωνε μπροστά λόγω κοιλάρας,γιατί σημειωτέον μισώ τις ομπρέλες, ,,,,,,Ο Νίκος δεν ηρθε , γιά να μου αποδείξει πως είναι ολα ήρεμα, .........και τι θα καταλάβεις που θα τους ταράξεις όλους νυχτιάτικα;
Ξεκίνησα με τα πόδια, μέσα στο ψοφόκρυο και στο ψιλόβροχο.
Μέχρι να φτάσω είχα κάνει και σενάριο, έσκουζα στο δρόμο,μίλαγα ,κούναγα τα χέρια,
μετά σταμάταγα ξαφνικά και κοίταγα γύρα-γύρα επειδή φοβόμουνα μη μ' ακούσει κανένας.Εικόνα γιά τσίρκο.
Προσπαθούσα να σκεφτώ τι παραμύθι θα σερβίρω στον υπάλληλο μες στη νύχτα για να με συνδέσει με το σπίτι του πατέρα μου στην Αθηνα.(Το 11 μπορεί να φαίνεται αστείο τώρα, αλλά τότε ήταν μαύρα μεσάνυχτα, και με απαγόρευση κυκλοφορίας).
-Θα πω πως είναι άρρωστος,όχι καλύτερα να πω πως η μαμμά είναι άρρωστη.Θα πω ετούτο.Θα πω εκείνο.
Σιγα που χρειάστηκε να πω κιόλας.Από μακρυά είδα το πληθος που περίμενε απ' έξω στο πεζοδρόμιο.Ολοι με το μάτι αγριεμένο.Ποιός ξέρει με τι έμοιαζα και γω ,έτσι τρελλαμένη. κλαμμένη ,γκαστρωμένη και βρεμένη και με βάλανε αμέσως μέσα .
Κόσμος και κοσμακης στην αίθουσα του ΟΤΕ. Με 'κείνο το ύφος, το ξερωγιατιεισαιεδώ γιατονιδιολογοπουειμαικαιγω.
Με σπρώξανε μπροστά στον υπάλληλο .Ήταν ενας νεαρός ,πανιασμένος.Τόσο τρομαγμένος με αυτό που έκανε,ή που είχε αποφασίσει να κάνει, που δεν τούβγαινε η μιλιά απο τα χείλια.Ούτε στοιχεία ζήτησε του πατέρα μου , ούτε τίποτα, ,μόνο το νούμερο που ήθελα και το όνομά μου .Δε ζήταγε ούτε ταυτότητα.Ε! Τούπα και γώ ό,τι λέγανε όλοι.
-Παπαγεωργίου.Δήμητρα Παπαγεωργίου.
Το Παπαδόπουλος μούρθε πρώτο, αλλά το πέταξα.
Έτσι γέμισε  από Παπαγεωργίου η Θεσσαλονίκη εκείνο το βράδυ.
Ευτυχώς που είχαμε τα μικρά μας γιά να ξεχωρίζουμε.
-Καθήστε και περιμένετε.
Εκατσα. Μούσκεμα με το νερό να σουρώνει απ' το μαλλί, μέσα απ το σβέρκο κατέβαινε άκρη-άκρη στη ραχοκοκαλιά, έφτανε ως το βρακί.
Κατάλαβα πως ήρθε ένας και βολεύτηκε δίπλα,.
-Γιά δικό σας ανησυχείτε και σεις; μου λέει..........
Δεν πρόλαβα καλά-καλά να γυρίσω να τον δω.
Τον είχαν βάλει στο σημάδι άλλοι .
Για πότε τον έπιασαν απ' το γιακά ,- βλέπετε τότε δεν πέταγαν γκαζάκια οι μάγκες- ,
Για πότε τον πήραν σηκωτό, -βλέπετε, τότε δεν έβγαζαν σουγιάδες οι  λεβέντες-,
Για πότε τον πέταξαν όξω, -βλέπετε τοτε δέν άνοιγαν κεφάλια οι "ανάρχες"-.,
μέσα σε ένα γενικό γιούχα, που θα το θυμότανε γιά χρόνια.
Φώναξαν το όνομά μου, κατά τις 12 στο θάλαμο 4 .
Ήταν τότε οι θάλαμοι στον απέναντι απ' την είσοδο τοίχο.Πηγαίνοντας κατά κει έβλεπα τους κλαμένους.
Κλαμένοι έμπαιναν ,κλαμένοι έβγαιναν,...Μουγκοί. Κατάλαβα τι με περίμενε και μένα. -
-Μαμμά , τι γίνεται εκεί; Το ξεκίνησα ψύχραιμα.
Αλλά σαν ήρθε ο θρήνος απ τη Βικέλα, έπεσε θρήνος και στην Ερμού.
Είχε πάει λέει και αυτό το πρωί, έδωσε φάρμακα και λεφτά γιατί τα παιδιά είχαν τραυματίες.
...Τον αδερφό σου όχι δεν τον αντάμωσα πουθενά,μόνο η Κούλα μας είπε πως γύρισε το μεσημεράκι να φάει και να πλυθεί......Της είπε να μας πει πως είναι καλά.
Τι θυμήθηκες μωρε μάννα και άρχισες το Θρήνο εκεί απάνω "στο να μας πει πως είναι καλά;Με τί σόμοιασε η στιγμή;"
.........>Ο Παντελής είχε πάει απο νωρίς, και γύρισε να με πάρει και μένα.
.......Δεν τα καταφέραμε να ξανακατέβουμε γιατί πυροβολούσαν στους δρόμους.Θα πήγαιναν λέει πάλι αύριο.Ούτε και κείνη που είχε περάσει τόσα το πίστευε πως θα τους έκαναν ξανά τα ίδια....
-Αύριο θάναι αργά μαμμά.
-Ηταν κόσμος πολύς ; η τελευταία μου ελπίδα .
-Το πρωί ήταν , αλλά τωρα το απόγευμα δεν ήταν κανένας.
-Αύριο ,....μου λέει σαν γιά εξορκισμό.
-Αύριο θα πάμε και θα μείνουμε εκει απ' όξω.Τι θα κάνουν θα μας σκοτώσουν όλους;....
-Αύριο θάναι αργά μαμμά.Δεν το χώραγε το μυαλό της αυτό το αργά.
Ξανάδωσα το νούμερο στις 6 το πρωί.
Με ξανασύνδεσε ο νεαρός που εντωμεταξύ είχε γυαλίσει το μάτι του πολύ περίεργα πιά μετά από τόσους Παπαγεωργίου.
-Μαμμά ο Νίκος; Γύρισε;
-Γύρισε.Αλλά δε μιλάει.
Και τι να πει;
Η αλήθεια είναι πως έκανε κανά εξάμηνο να μιλήσει.
Μετά από χρόνια, μάθαμε πως γύρισε στο σπίτι απ' τα Τουρκοβούνια.
Πώς έφτασε εκεί τρέχοντας , ούτε κιαυτός δε το θυμόταν πιά....
Μετά απο 3-4 χρόνια, μας είπε πως το απογευματάκι της 16ης Νοεμβρίου μάζεψαν απο το σταθμό της Βικτώριας μιά σκοτωμένη κοπελλιά και την πήγαν μέσα στο πολυτεχνείο.
Έτσι και έμεινε μέσα το τελευταίο βράδυ.
Μετά απο 6-7 χρονια σε μιά άλλη επέτειο ,μας είπε ,πως πήραν κι άλλους από τους γύρω δρόμους και τους μετέφεραν στο πολυτεχνείο.
Μετα απο 20 χρονια όμως, σε ένα μνημόσυνο ,του είπα εγώ .
-Παλιομαλάκα, άν δεν πεις εσύ στον Αλέξανδρο τι έκανες, θα το πω εγώ .
Διάλεξε να το πει εκείνος με τρεις λέξεις ως συνήθως, , αλλά επειδή είμαι και γω παλιάς σχολής πουτάνα, πήρα το παιδί κατά μέρος και του τάπα με το νι και με το σίγμα.
Τόδειξα και τη φάτσα του πατέρα του γραπωμένον στα κάγκελα.
Να κοιτάει με μάτια τεράστια τους απέξω..
Ο μπαμπάς μου; πετάρησε ο μικρός.
Ναι ο μπαμπάς σου του λεω.
Έτσι τάμαθε κιαυτός.
...........................................................
Κάθε χρόνο ανελλιπώς το κάνω το μνημόσυνο από τότε που σταμάτησα συνειδητά να ακολουθώ το δρόμο της ξεφτίλας του πολυτεχνείου.
Επειδή βαρέθηκα να παρακολουθώ τα δήθεν ανάρχια,- που ούτε και με νοιάζει πιά, από πού έρχονται και που πάνε-,να καίνε και να σπάνε.
Α ρε μεγάλε Κιούμπρικ, και συ και το πορτοκάλλι σου.
Δεν τους βρίσκω δικαιολογίες .
Ούτε μία.
Γιατι ξέρω ,πως και μεις θύμωσαμε, και μεις τάβαλαμε με το κατεστημένο, και μεις δεν είχαμε να πάρουμε τα αντίντας ,και τότε κοιτάγαμε τις βιτρίνες και ζηλεύαμε,αλλά δεν σπάσαμε το μαγαζάκι κανενος.
Και σε μας παραδώσανε μιά προδοσία οι προηγούμενοι.
Αλλά δεν πήγαμε να κάψουμε τον Περισσό
Και οι καθηγητάδες μας ήτανε προσκυνημένοι, αλλά δεν τους κάψαμε τα σπίτια.
Και πατεράδες μας ήταν προδομένοι, -η αντιπαροχή δεν ανακαλύφτηκε βλέπετε ,στη δεκαετία του 80.
Κιαυτές τις μπούρδες ,γιά τα δήθεν παρατημένα παιδιά που τα σπάνε.
Ποιός γονιός ασχολήθηκε με μάς, αφού δούλευαν πρωί και βράδυ.
Ας είναι καλά οι αλάνες που μας δέχονταν.
Και μετά
Ψαχουλεύοντας στα τυφλά μεγαλώναμε.
Την εφηβεία μας, την περάσαμε φτωχοί.Όμορφοι.Υποψιασμένοι και σκιαγμένοι.
Τα καλύτερα χρόνια μας τα ανακαλύψαμε τσακισμένα , με καθυστέρησι δεκαετίας.
Στα βιβλία που δεν διαβάσαμε όταν έπρεπε.
Στις μουσικές που δεν ακούσαμε όταν έπρεπε.
Στην ιστορία μας που δε μάθαμε όταν έπρεπε.
Δεν ενδιαφέρομαι πια να δικαιολογήσω γιατί θα πρέπει να κάψει κάποιος την αίθουσα Γκίνη γιά να αποδείξει πως είναι επαναστάτης.
Δε με αφορά πιά γιατί το καθε κακομαθημένο κωλόπαιδο που εχει πρόβλημα με τη γκόμενα, θα πρέπει να διαλύσει το Χημείο ή το αμφιθέατρο της Νομικής.
Και μανάρια, να πάτε να βρείτε τα δικά σας σύμβολα.
Αγοράστε τα.
Στολίστε τα
Κεντήστε τα ,ματώστε, πουλήστε τα, νοικιάστε τα ,κάψτε τα , ποσώς με ενδιαφέρει.
Αυτά είναι δικά μας.
Και αισθάνομαι , είτε γιατι μεγάλωσα, είτε γιατί τάχω πάρει ,
πως όχι, .
Να πάτε να αγωνιστείτε γιά δικά σας οράματα .
Και ίσως έτσι να μάθετε επιτέλους πως το Πολυτεχνείο δεν είναι αργία.
Ούτε απεργία,
Ούτε πορεία διαταγμένη απ το κράτος.
Ουτε εθνική γιορτούλα.
Ούτε αναιμικές πορείες, και συνθήματα του κώλου κάτω από διαφορετικά κοκκινάδια.
Ούτε γιά συνδικαλιστικά όρνια που περιφέρουν μιά σημαία με πέντε γαρύφαλλα απάνω.
Ούτε γιά την πιτσιρικαρία που περιμένει την αργία να πάει βόλτα.

Το πολυτεχνειο
είναι μόνο για όποιον έχει μείνει ζωντανός  κι ανέγγιχτος απ' αυτούς τους ........"τριακόσους αναρχικούς και προβοκάτορες",
Ακόμα  κιαν υποτάχτηκε στη ζωή και την  ανωνυμία του.
Το πολυτεχνείο είναι γι αυτούς που στα χρόνια της  "δημοκρατίας" μετά, αγκαλιάστηκαν με τους πρώτους νεκρούς του.
Το άσυλό μας αποχτήθηκε με μαγκιά , που δεν τη δικαιούται κανένας άλλος εκτός από αυτούς που την είχαν.
Ποτέ δεν κατάστρεψε κανένας, τίποτα, εκτός απο τότε που κάψανε τα έδρανα για να φυλαχτούν απ τα δακρυγόνα.
Το σπάσιμο και η καταστροφή, τότε, ήταν αλλονών - πεςμε Μαστοράκη -δουλειά.
Και για να τελειώνουμε με τα δήθεν.
Το πολυτεχνείο , ταιριάζει σ' αυτούς που το πήγαν ως εκεί.
Σ' αυτούς ,που έκαναν την κατά λάθος εκκίνησι εκείνο το πρωί.
Και σ' αυτούς , που το κατοίκησαν γιά τρείς μέρες και 3 νύχτες.
Ζωντανούς και νεκρούς
Και πιστέψτε με ,δε θα βρίσκονταν πολλοί από κείνους διαθέσιμοι πιά ,για να το παραδώσουν "σ' αυτήν την αλοίθωρη νεολαία, που κάνει κριτική."
..............
Μα να που ΄ήρθε η μέρα να κάνω το μνημόσυνο πάλι σήμερα .
Βρέχει του χαμού αλλά τα παράθυρα θα τανοίξω,θα τ'ανοίξω , γιατί πως αλλιώς θα βουήξει ο τόπος.
Κι έτσι όπως το τσεκάρησα,
σήμερα στις 17 νοεμβριου 2008 είμαστε 7 που κάνουμε μνημόσυνο σ' αυτό το πολυτεχνείο.
μιά ζουρλή μεσήλιξ στη βορειοδυτικη Ελλάδα,
μιά ζουρλή γριά στην Πρέβεζα
μιά ζουρλή συμμαθήτρια στην Κορινθία,
μιά ζουρλή κόρη στην Ολλανδία
και μιά ζουρλή φίλη κόρης στο Μιλάνο,

Κι ένας χοντρός σκύλος στα Εξάρχεια
κι ένας μουρλος μεσήλιξ απ' τη Σάμο
..................................................
Έχουν δοθεί αντιπαροχή τα πιό πολλά .
Έχουν πουληθεί τα υπόλοιπα.
Κι άν μένουν κάτι ρέστα, βρίσκονται στα μάτια αυτών που ακόμα κλαίνε κάθε χρόνο την ίδια μέρα.

όπαααααααα κοπελλιές ,μεσήλικες, και σκυλιά , άλααααααα.














* και όποιος βρει τι σημαίνει το σύνθημα του Μήτσου, κερδίζει σαββατοκύριακο σε παραλία το καλοκαίρι.

7 Νοεμβρίου 2008

ο Σπίθας








Τον Σπίθα τον βγάλαμε Σπίθα γιατί ήταν μονίμως πεινασμένος.
Τον έφερε η Κική στο σπίτι 20 ημερών γιά τις διακοπές του Πάσχα, και έμεινε.
Η Κική γενικώς έφερνε διάφορα ζώα ,- που βαριότανε να τα φροντίζει-, στο σπίτι ποντάροντας στο λιώσιμο το δικό μου όταν τα έβλεπα.
Έτσι έφερε και αυτή τη μαύρη κηλίδα που έτρωγε ακατάπαυστα .
-Παιδάκι μου γιατί χλαπακιάζει έτσι; τής είπα ανήσυχη μιά μέρα.
-Δεν είναι τιποτα μαμμά, ήταν το πιο μικρά απ'τ' αδέρφια του ,και ποτέ δε χόρτασε γάλα απ' τη μάννα του.
Του πήρα πιατάκια, του πήρα κρεββατάκι ,του μαγείρευα κάθε μέρα του έβαλα και μιά κουβερτούλα.Αλλά η πείνα πείνα.Του γέμιζες το πιάτο. Όρμαγε αυτό, και όταν έβλεπε το πρώτο μεγάλο κενό απ' τη μέση και κάτω, συνέχιζε να χλαπακιάζει κλαίγοντας.
-Παιδάκι μου, μου δε μπορω άλλο να το ακούω να σκούζει 3 φορές τη μέρα σαν να προκειται να το εγκαταλείψουμε στο δάσος.
Ώσπου μιά μέρα, γέμισα ένα ταψί φαϊ, και του τόβαλα μπροστά του.
Έ, μέχρι να καταφέρει να δει άδειο το μισό ταψί , είχε σκάσει.
Αυτό ήταν ,και τελειώσαμε με το ψυχικό τραύμα της πείνας που κουβάλαγε παιδιόθεν.
Απ' το πολύ φαί πιά , είχε γίνει ένα μπαλλάκι μαύρο ,με τέσσερα πόδια, που έσερνε την κοιλιά του στο χορτάρι-όταν κατάφερνε να σταθεί στα πόδια του-.
Μόλις απόσωνε , το παίρναμε το αποθέταμε στα τέσσερα στην μέση της αυλής .
-Χέσε τώρα κακομοιρη τούλεγε η Κική, αλλιώς φαί άλλο δεν έχει.
Το κατάλαβε αμέσως.



Κιέτσι το μανουβράραμε μέχρι που άρχισε τα χοροπηδητά.
Η μαύρη κηλίδα μετά από μιά σύσκεψη στη βεράντα οικογενειακή στην αρχή , και με μιά ευρύτερη συναίνεση φίλων αργότερα, προσπαθούσε επι 2 βδομάδες να αποχτήσει όνομα.
Το "αράπης" το αποκλείσαμε διότι δεν ήτο πολιτικώς ορθόν.
Το "γύφτος" επίσης. Αν και πολύ μας άρεσε.
Το "Πάκο" το απορρίψαμε γιατί κλαίγαμε ήδη έναν απαχθέντα Πάκο.
Ρίχτηκε και το "σκεμπές"στο τραπέζι αλλά ήταν λίγο άηχο.
Τελικά εκεί επί τόπου , και εν μέσω πείνας, φαγητού, και σκουξίματος, τους είπα δημοκρατικότατα πως το αβάπτιστο ,θα βαφτιστεί Σπίθας εκ του μικρου ήρωος, και τέρμα.Κι ετσι ο Σπίθας μεγάλωνε στο χορτάρι μας.
Με το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει όποτε ήθελε παρέα.
Το βράδυ έμπαινε στο σπίτι γιά ύπνο.(γιά να γλυτώσουμε τα φολιάσματα τα οποία τα είχαμε περάσει με σκύλο ονόματι Τάλγκο.)
Του αλλάζαμε το λουρί κάθε δεύτερο μήνα γιατί γινόταν ένας ομορφος σκύλαρος, με μαύρο γυαλιστερό τρίχωμα που επειδή μας αγαπούσε πολύ τον είχαμε συνέχεια όρθιο απάνω μας , να μας λασπώνει τα ρούχα και να μας σαλιώνει τα μούτρα.
Μας αγκάλιαζε κιόλας με τα δυό του μπροστινά πόδια.
Ερχόταν δίπλα μας κάθε που ήθελε να δείξει τη χαρά του και μας πάταγε το πόδι με το πέλμα του , ενώ ο κώλος του πηγαινοέρχονταν μαζί με την ουρά του δεξιά κιαριστερά.
Είχε και διάφορα ύφη γιά κάθε περίσταση:
Το ύφος "χέσε ψηλά κιαγνάντευε" όταν έκανε τον κουτό.
Το ύφος "κακομοιριά κι ορφάνια" όταν περίμενε δίπλα στην καρέκλα σου να του δώσεις κανά κόκκαλο.
Το ύφος "γαμώ και δέρνω", όταν τον έπαιρνες αγκαλιά.
Το ύφος "αυτός ο νοικοκύρης είναι δικός μου και δικός μου", όταν ερχόταν κανένας φίλος.
Χωνόνταν ανάμεσά μας έτσι και μας έβλεπε αγκαλιασμένους γιατί ήθελε κιαυτός.
Ήθελε επίσης να μαμίσει το μικρό το κανίς του σπιτιού.
Μιά γριά γεροντοκόρη-κακιασμένη- παρθένα - χάϊλάντερ,που τον κορόϊδευε επειδή είχε άλλες εξουσίες αυτή επί του καναπέως και του κρεββατιού μας.
Τα βράδυα άλλαζε φωνή και γάβγιζε αντρικεία.
Ευτυχώς που είχε γίνει τεράστιος.
Όταν σηκώνονταν όρθιος μπροστά στη καγκελόπορτα, κανείς δεν έβλεπε τον κώλο και την ουρά του από πίσω που έκανε χαρούλες και σκούπιζε τα τσιμέντα.
Όλοι νόμιζαν ,μηδέ του τύπου που μετράει τη ΔΕΗ (ειδικά αυτός ήταν και ενοχικός),πως θα τους έκανε κομμάτια.
Μέχρι που τον αφήσαμε γιά λόγους ανωτέρας βίας σε ένα μαγαζάκι απ αυτά που τα λένε ξενοδοχεία σκύλων.
Μας έπαθε λεϊσμανίαση.
Κλάμαααααα ,κατάρεεεεεεεες,αναθέματαααααααα.
Τον πήγαμε στο γιατρό .
-Ευτυχώς -μας είπε αυτός-, είναι στην αρχή η αρρώστια .
-Θεραπεία με ενέσεις αλλά πονάνε πολύ.
-Ή με χάπια αλλά θα πάρει χρόνο.
-Με χάπια,με χάπια.
Και πήρε 1μισο χρόνο.
Μαγειρευτά κάθε μερα ο Σπίθας γιατι δεν ανεχότανε τιποτα άλλο το στομάχι του.
Τα φάρμακα ερχόταν και τα έπαιρνε απ' τη χούφτα μου, κανονικά μετά το φαγητό.
Έτσι είναι τα σκυλιά.Ξέρουν πότε θέλεις το καλό τους.
Ήρθε κιέγινε δύο χρονών.

Ένας σκύλαρος κούκλος.
Πιστέψαμε πως τη γλύτωσε
Πέρασε κιάλλος χρόνος
Πέρασε κιάλλος
Ο Σπίθας ομόρφαινε το σπίτι και την καρδιά μας.
Μόνο που κάθε άνοιξη ο μαλάκας μας ξύπναγε στις 4 τα χαράματα,γιατι νόμιζε πως οι σκαντζόχοιροι δεν τον παίζουν.
Το πρωϊ του βάζαμε λάδι στη γλώσσα που ηταν γιομάτη αγκάθια.
Ξεχάσαμε πως είχε αρρωστησει.
Του Σπίθα του άρεσε να ξαπλώνει τα καλοκαίρια κάτω απ τη μεγάλη μανόλια στη μέση της αυλής και να κοιτάει προς τη θάλασσα.

Απλωμένος όσο παίρνει.
Καμμιά φορά σήκωνε τη μουσούδα ψηλά και μύριζε τον αέρα.
Ώσπου μιά μέρα του Νοέμβρη σταμάτησε να θέλει να φάει και να πιεί.
Τον ταίζαμε αγκαλιά , κιαυτός στην αρχή μας κοίταζε με το βλέμμα "γιά σένα το κάνω μόνο" ,και κατέβαζε καμμιά μπουκιά.
Του βάλαμε και την μωρουδιακή του την κουβέρτα να κοιμάται απάνω στη μεριά της κουζίνας που προτιμούσε.Όταν είδαμε πόσο ντράπηκε που κατουρήθηκε, τον παίρναμε αγκαλιά και τον βγάζαμε έξω.Γιατι είχε αξιοπρέπεια, και δε θέλαμε να τη χάσει.
Εκείνος το περίμενε κάθε μέρα.
Ετσι είναι τα σκυλιά.Ξέρουν τι πάει να πεί αξιοπρέπεια.
Πήγε καμμιά 20αριά μέρες έτσι.
Ώσπου μιά μέρα σηκώθηκε και βγήκε ξανά στον κήπο.
Και πέθανε εκεί.
Δεν είχε τη δύναμη να ξαναγυρίσει μέσα.
Μάζεψε όση του απόμεινε , και έκανε τη μικρότερη απόσταση που μπορούσε.
Σύρθηκε κάτω από το παράθυρό μου,όσο πιό κοντά γινόταν.
Τον βρήκαμε με το κεφάλι πάνω στο τοιχάκι κάτω απ το μπαλκόνι.
Δεν είχε άλλο πιό κοντά να πάει.
Στην αρχή δεν θέλαμε να βγαίνουμε έξω , γιατί η εικόνα της αδειανής καγκελόπορτας χωρίς το Σπίθα απο πίσω να μας περιμένει τα βράδυα, μας έλειπε τόσο πολύ που κλαίγαμε ασταμάτητα.
Μετά βγαίναμε αλλά πάλι κλαίγαμε.
Μετά βγαίναμε , σταματήσαμε να κλαίμε, αλλά νομίζω πως ο καθένας ξεχωριστά σκέφτονταν το Σπίθα και έκλαιγε από μέσα του.
Μετά δήλωσα στο Νίκο:
-Εγω σκυλί δεν ξαναβάζω στο σπίτι.
-Ούτε και γώ .
Μου δήλωσε και κείνος.
Γνωστοί και φίλοι μας λέγανε για διάφορα κουταβάκια κατά καιρούς.
Αρκετοί μας είπαν , ε! πάρτε ένα άλλο και σεις, να σας περάσει.
Δήλωσα στο Νίκο:
-Σκατά.
-Και σαν τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει το Σπίθα.
-Τίποτα. Μου δήλωσε και κείνος.
Από τότε πέρασαν 4 χρόνια.
Ο Σπίθας παραμένει αναντικατάστατος .
Το σπίτι χωρίς σκυλί.
Και η ζωή μας επίσης.
Εμείς δυστυχώς με καθαρά ρούχα.
Και η μανόλια στη μέση του κήπου ,έχει παρέα κάτω απ τα κλαριά της το Σπίθα που κοιτάει τη θάλασσα .




(ελπίζω πως και η Νταγιού θα έχει γιά παρέα το Σπίθα.Ήταν πολύ κύριος.

3 Νοεμβρίου 2008

εικόνες φθινοπώρου


προστάτης οικογενείας

Η λεγόμενη αίθουσα αναμονής.
Ένα κεφαλόσκαλο με 5 καρέκλες ενωμένες,γωνιακές.
Είναι ακόμα ένας που έχει τον πατέρα του μέσα ,και έμαθα πως ο γέρος θέλει ειδικά αυτόν να τον έχει σούζα, και κανέναν άλλον από τα άλλα τρία αδέρφια.
Και μία , που μου λέει πως έχει μιά μαϊμού , και έχει εδώ τη μάννα της.
Όχι γιά προστάτη, γιά χολή.
Όχι τη μαϊμού.
Τη μάννα.
Άργησα να το καταλάβω ,επειδή νόμιζα πως εδώ έρχονται μόνο προστάτες.
Την κοιτάζω .
Μου φαίνεται για 70.
Μα πόσο είναι η μάννα της;
Μετά την ξεχνάω πάλι και ξανατσιτσιρίζομαι μ' αυτό το "παππούς" που είπε εκείνη η κάργια, η πενηντάρα, η χοντροκώλα (και χαμηλοκώλα σημειωτέον), η ξεβαμμένη , η λιγδιάρα, η μίζερη,η νοσοκόμα.
Ποιός παππούς της λέω κιέψαχνα στο θάλαμο.
Μου δείχνει το μπαμπά.
Ο πατέρας μου;
-Ε! μου κάνει 76 χρονών είναι , πως να τον πω.
-Να τον πεις κύριο της σφύριξα με το δηλητηριώδες ,το γιά σπέσιαλ περιπτώσεις.
Ο Παντελής με την λουλού σαβανωμένη και καλωδιωμένη δε μίλησε, αλλά το καταφχαριστήθηκε το ημίχρονο.
Μετά το ξανασκέφτηκε ως κοινός πολίτης και σκιάχτηκε.
-Θα με παρατήσει εδώγια, μου λέει ανάσκελος όπως ήταν.
-Μη σε νοιάζει ,θα είμαι εγώ εδώ και μετά θα έρχεται η αποκλειστική.Αυτή,έτσι κιαλλιώς περαστική είναι.
-Καλά εγώ, μου λέει σε κάποια αλλαγή που τούκανα, είμαι κι 76 χρονών.
Αυτόν τον κακομοίρ' εκεί στ' γωνία τον λυπάμαι και μου δείχνει με τα μάτια τον απέναντι.
-Πολύ πεταχτή είν' αυτή η γυναίκα τ'!!
Την περισκόπισα με τρόπο .
Μιά ζουμπουρλού ξανθιά.
Πρόλαβε και το τσεκάρησε πάντως, καμάρωσα.
............................
Μαϊμού;
Τι είπ' αυτή;
Πως έχει έχει μιά μαϊμού για κατοικίδιο.
Και ειναι και γκαστρωμένη.
Την κοιτάζω καλύτερα.
Μου κάνει τα σκέδια πώς η μαϊμού της κλέβει τα κραγιόνια και τις σκιές ,πως πασαλείβεται, γιά να με κάνει να αγαπήσω το μαϊμουδάκι-έβρυο ,γιά να μου το πασάρει όταν γεννηθει.
Όσο την κοιτάω τόσο σιγουρεύομαι πως η μαϊμού της , την βάφει κι αυτήν.
Μωρέ λες νάναι η ίδια αυτοπροσώπως που πουλάει το παιδί της;
"Ελπίς"!
Όνομα και πράμμα!
Ελπίζεις να ξεμπλέξεις από κει με το που περνάς το αριστερό πόδι πάνω απ το κατώφλι και πριν το ακουμπήσεις στο μάρμαρο .
Ελπίζεις να μη σου πέσει τίποτα στο κεφάλι καθώς αναζητάς το τέλος της ρωγμής που ξεκινάει απ το ταβάνι και συναντιέται με τη γωνιακή κολώνα.Χαιρετιούνται, και η ρωγμή συνεχίζει το μακρύ ταξίδι μέσα στο σοβά.
Ελπίζεις σήμερα να υπάρχουν αρκετοί οροί, γιά να κάνεις τις αλλαγές.
Ελπίζεις να τελειώνεις σήμερα με τη λειτανία  των κάτουρων.
Κάθε είκοσι λεφτά πηγαινέλα.
Ελπίζεις να μη τελειώσει πάλι το μπεταντίν και πλυθείς με την υπόλοιπη ελιξίρ.
Ελπίζεις να φύγει αυτή η ξευτίλα επιτέλους.
Γιατί στο κάτω κάτω της γραφής,δεν έχεις κάνει και καμμιά εκπαίδευση γιά να πασπατεύεις το πουλί του πατέρα σου, ούτε εκείνος να του το πασπατεύεις εσύ.
-Μην στεναχωριέσαι μωρέ μπαμπά, δε φαίνεται τίποτα....Κάτι γάζες τυλιγμένες βλέπω, μιά έξοδο με καθετήρα βλέπω, και δεξιά ένα άλλο παράρτημα σαν τάφ.
-Εμ τότε , αυτό δεν είναι πούτσα !
είπε με κείνο το δασκαλίστικο ύφος το κάτω απ' το μουστάκι του.
-Πολύμπριζο είναι.
Κιέτσι ,αφού το σιγουρέψαμε πως το ασπροντυμένο πράμμα εκεί χαμηλά είναι πολύμπριζο,και κατόπιν τούτου ούτε αυτός πιάνει τίποτα, αλλά ούτε και γω βλέπω, ηρεμήσαμε αμφότεροι .
..........................
Τον ακούω που απαντάει στα τηλέφωνα:
-Ναι ναι , αυτή η παλιομαϊμού, (γιά μένα λεέι, όχι για τη μαϊμού της κυρίας) με κορόϊδεψε.
-Ναι ναι, μούειπε πως θα μου κάνουν απ τη μέση και κάτω νάρκωση.
ΑΛΛΑ ΜΕ ΝΑΡΚΏΣΑΝΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ!!!!!!!.
(Τόδα εγω το όνειρο,πως με δείχνανε λέει την καταδότρια, και με πήραν οι πατριώτες να με κουρέψουν.)
Μάλλον δε θα με συγχωρέσει ποτέ γιαυτό.
Μα θα τόχει επαναλάβει ίσα με είκοσι φορές.
Τόχει μάθει όλο το σόϊ,όλος ο θάλαμος,οι διπλανοί θάλαμοι,οι συγγενείς τους στην Αθήνα , οι συγγενείς τους στο χωριό, καί όλη η παρέα του καφενείου.
- Μπαμπά, δεν γινόταν αλλιώς.Εσύ με το άγχος που σε δέρνει θα ήσουνα με το κεφάλι όρθιο , να τσεκάρεις τους γιατρούς αν το κάνουνε καλά εκεί κάτω το σύστημα.Αναγκάστηκαν οι άνθρωποι να το κάνουν.
Άδικος κόπος.
Ούτε που καταδέχτηκε να με κοιτάξει.
Η ιστορία είναι πως, επειδή φοβότανε την αναισθησία, του φέραμε και την αναισθησιολόγο επιτόπου, να του εξηγήσει πως θα του κάνει επισκληρίδιο , και όλα θα πάνε μιά χαρά.....Του έδωσε και τις οδηγίες που έτσι κιαλλιώς τις είχε ακούσει από τους άλλους.
-"Μετά το χειρουργείο, θα μείνετε 24 ώρες ξαπλωμένος ανάσκελα".
Και του τη φέραμε την τελευταία στιγμή.
Μα δε με δέρνανε καλύτερα!!!!!!!!!
Τέζα λέμε.
Ανάσκελα.
Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς.
Να κοιτάει τον ουρανό.
Ούτε τα μάτια δεν κούναγε δεξιά και αριστερά.
-Ρε μπαμπά, αυτό ήτανε για αν έκανες την την άλλη την αναισθησία.....Εσύ τελικά έκανες γενική....
Ακούνητος αυτός!
Πήρε φόρα και γιά το άλλο 24ωρο.Έτσι, για νάναι σίγουρος λέει.
"Σε παρακαλω Ελενάκι μου", τρέχω στην αναισθησιολόγο, " πέστου και συ".
Δεν αντέχω άλλο να τον βλέπω άγνωστο στρατιώτη.Αγριεύομαι.
-Κύριε Παντελή μου , μπορείτε να σηκωθείτε στο κρεββάτι, δεν χρειάζεται να είστε ανάσκελα.Σας κάναμε άλλο είδος αναισθησίας.
-Ά ναι; της κάνει ο αθώος ανήξερος.Καλά που μου τόπατε γιατρέ.
Μεσ' τη γλύκα και την τσιριμόνια με την Ελένη.
-Καλά , και συ γιατί δε μούειπες τίποτα τόσες μέρες ; γυρνάει σε μένα.
Πάω έξω γιά τσιγάρο,πριν τον σφάξω .
Μόλις πήρε ύψος ,έκατσε στον κώλο του και έχασε το ύφος του ψόφιου κοριού, άρχισε να δουλεύει τους διπλανούς.
Με πληροφόρησε την επόμενη για όλους στο θάλαμο.
Γιά τον καημένο τον πιτσιρικά τον απέναντι που έσπασε το πόδι του , και χάνει τη δουλειά του.
Επίσης το σιγουρέψαμε πιά, πως η γυναίκα του κακομοίρη ,η πεταχτούλα ντε, θα του το βάλει το κέρατο. Σάνβουαρ. Και γρήγορα.
Την τρίτη μέρα, ήταν η μασκώτ του θαλάμου.Και των διπλανών επίσης.
Έβγαινα κρυφά πιά να καπνίζω στις γωνιακές καρέκλες του κεφαλόσκαλου, , γιατί η ίδια η μαϊμού αυτοπροσώπως παραφύλαγε, και ήθελε να τον γνωρίσει οπωσδήποτε.
Την τέταρτη τούδινα και χαιρετισμούς απ τους συνοδούς των διπλανών θαλάμων.
Προλάβαμε και φύγαμε πριν μας κάνουν και κάνα προξενειό και έχουμε δράματα.
Πέρασαν πόσα χρόνια;
Δεκατέσσερα ε;