25 Φεβρουαρίου 2009

το τρίχορδο βιολί


Ήταν τότε,- μετά από μεγάλες πιέσεις των ψαγμένων γονέων της μικρής μας πόλης- ,που η φιλαρμονική αποφάσισε να φκιάσει και ένα παράρτημα ωδείου και διά τα υπόλοιπα των οργάνων εκτός απ' τα τρομπόνια ,τις τρομπέτες , τα πνευστά γενικώς και τα τετζερέδια.
Έτσι, ένα ωραίο πρωί, με πληροφόρησαν πως θα μάθω βιολί.
Εγώ τρομάραμ' ,το μόνο βιολί πού ήξερα, ήταν αυτό του Κώστα του Νταή στο Σαϊτάν παζάρ όταν πέρναγα μετά τα αγγλικά , και κοίταγα στα κλεφτά ανάμεσα απ'τους καπνούς και τη θολούρα ,τους τύπους με το μουστακάκι ποντικοουρά ,που έπαιζαν στο πατάρι.
Όπως επίσης και διάφορα άλλα βιολιά που έβλεπα στα πανηγύρια.
Έπεσα κάτω να πεθάνω.
Μάδησα ότι είχα διαθέσιμο.Κοτσίδες, μάγουλα,ρούχα.
-ΜΟΥΡΗΗΗΗΗΗΗ Βιολ'τζής θα γίνω γώωωωωωωωω(ούρλιαξα στην μαμμά που ήτο και ψυχοπονιάρα)
Μετά επεχείρησα να διαπραγματευτώ.
-Ακκορντεόν;Να μάθω ακκορντεόν;
Μωρέ ,είπαν και ελάλησαν .
-Ή βιολί, ή τίποτα.
Και αυτό το τίποτα δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο!Στην απέξω θα μ' άφηνε.
Τέλος πάντων,λίγο με το καλό , λίγο με το άγριο.
Μα πιό πολύ γιατί στην ομάδα του βιολιού μπήκαν κι όλοι οι φίλοι μου σχεδόν,τα κατάφεραν και πέρασα την πόρτα του ωδείου.
Κάθε Τετάρτη και Σάββατο απόγευμα γίνονταν τα μαθήματα και ανεβαίναμε με ποδοβολητά την στενή ξύλινη σκάλα ,με τα σολφέζ παραμάσκαλα, και με αγκωνιές μπαίναμε και καθόμασταν στα θρανία.
Πέρασε ένας μήνας, πέρασαν δύο μήνες , τρείς και τέσσερις,μόνο τα χέρια κουνάγαμε στο ρυθμό του τικ-τακ και του ευλόγησον .
Τον έκτο μήνα ήρθε η εντολή γιά την αγορά οργάνου.
Μ' έπιασε μιά χαρά! Μα μιά χαρά!!!
Τουλάχιστο θα άκουγα τι ήχο θα έβγαζα στη ζωή μου από δώ και πέρα.
Θα έπαιζα και κανά τραγουδάκι, που όλο εκείνη εκεί η Καίτη με το πιάνο και ο Θανάσης με το ακκορντεόν έκλεβαν την παράσταση.
Τί ήταν να χαρώ!
Αυτό το όργανο ήρθε κι έκατσε σαν ένα ατελείωτο κλάμμα.
Ίιιιιιιιιιιιιιινγκ -Ίιιιιιιιννννννννννγκ αρχίσαμε να μαθαίνουμε τις νότες στο βιολί.
Ως γνωστόν το τετράχορδο βιολί, ούτε σημάδια έχει πουθενά, ούτε μεγάλα διαστήματα, και ούτε τιποτα ενδεικτικό γιά να παίζεις.
Και δόστου αυτό το ουίιιιιιιιιιιιινγκ ,κι άντε να μάθεις με ποιά μεριά του δοξαριού βγαίνει η δίεση, η ύφεση,πως βάζεις το δαχτυλάκι, πως στρίβεις το καλαμάκι τον καρπό σου μαλακά-μαλακά , τα κέρατά μου τα τράγια, πήγα με την κλάψα του τετράχορδου βιολιού άλλον ενάμισυ χρόνο.
Η μόνη μου διασκέδαση σ' αυτούς τους μήνες της ατελειωτης μίρλας, ήταν τα καλάμια του Σπύρου.
Ο Σπύρος, ήταν συμμαθητής στην τάξη του βιολιού.(αυτός αριστερά μου στη φωτογραφία)
Χοντρούλης , σφιχτοκρέατος, και ροζέ σε μεριές-μεριές.
Περιττό να πω πως όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι ήμασταν σαν τα καλλικατζάρια.
Αυτός λοιπόν ο Σπύρος, είχε μιά μαμμά.Τη Μαρίνα.
Η Μαρίνα,κυρία συμπαθεστάτη κατά τα άλλα, άμα ο γιός δεν διάβαζε , του αμόλαγε καλαμιές, και τσιμπιές.Γιά δαγκαματιές δε θυμάμαι.
Κι έτσι ,μιά και τότε τα παντελονάκια ήταν κοντά, και επίσης δεν υπήρχε ως έννοια,η παιδική κακοποίηση,ως εκτούτου και η σφαλιάρα και η ζωστήρα έπεφτε σύννεφο (και δεν παθαμε και τίποτα),έρχονταν ο έρμος ο Σπύρος σε κάθε μάθημα,με μαυρίλες τόπους-τόπους στα σφιχτά του τα μπουτάκια, και μπροστά στα καλάμια.
Είχαμε και ένα αναλόγιο στη μέση της αίθουσας, και σηκωνόμασταν ένας-ένας να παίξει το κομμάτι του.
Αυτό δηλαδή το ίίίιιιιιιιιιιιιιιιιιιινγκ ίίιιιιιιιιιιιιιιιιινγκ , σε όλες τις κλίμακες και σε όλες τις νότες.
Πέρασαν δυό χρόνια, και εκεί που μας κράταγε με το ζόρι ο δάσκαλος, μας πέταξε τη μεγάλη κουβέντα.
Το καλοκαίρι θα κάνουμε συναυλία.
Σε μας τα βιολιά, ανετέθη να παίξουμε το θέμα του Χαίντελ.
Μαζί με το πιάνο και την Καίτη.
Γιατί ο τυπάς, έγραφε γιά πιάνο και βιολί βλέπεις.
Εκείνο το εξάμηνο πριν απ΄τη συναυλία, έλαμπε το μούτρο μου.
Επιτέλους, από αυτό το ρημάδι, το μικρό ,το κλαψάρικο,το βερνικωμένο, έβγαιναν κάτι υπέροχοι ήχοι.
Πρώτη φορά αντιμετώπισα το βιολί μου με σεβασμό και με μιά λατρεία που μεγάλωνε κάθε φορά που έπαιζα καλύτερα.
Με γεμάτο δοξάρι έλεγε ο μαέστρος, και άρπαζες τη δοξαριά και τη διόρθωνες, μέσα στην απόσταστη που ένα οχτάχρονο μπρατσάκι κάνει να κατέβει απ' τον αριστερό του ώμο μέχρι κάτω.
Έξι μήνες υπέροχοι.
Και μία μέρα.
Η μέρα της συναυλίας.
Ανεβήκαμε στη σκηνή, και από κάτω, κόσμος και κοσμάκης που χειροκροτούσε με καμάρι τα βλαστάρια του.
Τότε ήταν που αγάπησα με πάθος το βιολί μου.
Περίμενα πως και τι να ξαναρχίσουν τα σχολεία, και τα ωδεία.
Ήρθε ο Σεπτέμβρης.
Ήρθε κι ο Οχτώβρης.
Ο δάσκαλος του βιολιού μόνο δεν ξαναήρθε.
Γιατί λέει, δεν είχαν λεφτά γιά τοσο περίεργα όργανα.
Κράτησαν μόνο το πιάνο και το ακκορντεόν.
Τα πιό πολλά παιδιά το γύρισαν σε άλλο όργανο.
Εγώ, έπαιξα το θέμα αυτουνού του Χαίντελ γιά καναδυό μήνες ακόμα ,ελπίζοντας πως όταν γίνει το μαγικό και το θαύμα ,να θυμάμαι ακόμα τη μελωδία μου.
Μετά ,έκλεισα το τετράχορδο βιολί στη θήκη του , μαζί με το δοξάρι, το πανάκι και το ρετσίνι του.
Κάποια στιγμή μετά από 5-6 χρόνια, και μέσα στον πανικό του ροκεντρολισμού,το πήρα και τόκανα κιθάρα με περισσή κακία.
Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν και τα αξεσουάρ του.
Έσπασαν οι χορδές και ο καβαλάρης.
Παρέμεινε γιά χρόνια σε μιά αποθήκη στο σπίτι στην Πρέβεζα ,όπου μάλλον εκεί φαγώθηκε απ'το σκώρο η άσπρη αλογοουρά του δοξαριού ,και όπου το ανακάλυψε η Κική και μου τόφερε γιά δώρο γεννεθλίων, επιδιορθωμένο, αλλά με μόνο με τις τρείς χορδές που του είχαν απομείνει.
Από τότε, και γιά να το έχω ευχαριστημένο μετά απ'αυτά που πέρασε,
το γυροφέρνω στο σπίτι μ'αυτήν την υπεροχη παρέα της καρδιάς μου*** ,και νοιώθω πως είναι πολύ ευτυχισμένο.
Ξεχασα.
Κλασσική μουσική έπαψα να ακούω από τότε που έκλεισα το τετράχορδο βιολί με τα σέα του μέσα στην κροκοδειλέ θήκη.


***Μιά κατσιασμένη στρουμφίτα της Κικής.
Ένα πατσαλιασμένο στρουμφάκι του Μήτσου.
Και ένας γούντστοκ με σπασμένο ελατήριο δικός μου.
Ο οποίος παρόλα αυτά στέκεται μοναχός στα πόδια του.
Πράμμα που δε μπορώ να το πώ γιά τα στρουμφάκια, που έχουν ακόμα και μονίμως την τσίχλα κολλημένη στα ποδάρια* τους από κάτω.








δ

16 Φεβρουαρίου 2009

το παλουκάρι εχει καημό

αυτό που αναρωτιέσαι κιόλας με ανάβειιιιιιιι ..τςςςςςςς!




γειά σου τσολιά μου
γειά σου τσολιά μου
πάρ' το μαστίγιο
κι έλα κοντά μου

Το βίτσιο ανέκαθεν ήταν ένα πράμμα που το κρατάς κρυφό.
Ας πούμε, άμα έχεις ένα, δεν πάς στο μπαμπά σου και του λες χαρούμενος:
-μπαμπά έχω ένα βίτσιο! Γιατί η έκείνος θα ξεραθεί, η έσένα θα ξεράνει.
Ούτε την ώρα που σε κοπανάει η φουκαριάρα η μάνα σου με τη ζωστήρα, ξαπλώνεις ανάσκελα και αγκομαχάς:
-ναι ναι , κι άλλο κι άλλο, εδώ ..εδώ .....και γυρνάς και μπρούμυτος!
Δεν το φανερώνεις γιατί τότε σε κοιτάει στραβά ο πάσα ένας.
Χάνεις τη δουλειά σου.(λέμε τώρα)Οι φίλοι σου σε στραβοκοιτάνε .(ξαναλέμε τώρα)
Σε χωρίζει η γυναίκα σου , εκτός κιάν είναι αυτή το βίτσιο σου.
Σε κλάνουνε τα παιδιά σου και όλη η παρέα τους.
Ο πεθερός, κόβει το καφενείο απ' τη ντροπή του.
Κι η πεθερά σου δε σε ξαναφκιάνει ούτε τουρσί στο πιάτο την καθαροδευτέρα.

Όταν λες από μέσα σου :
-έχω ένα βίτσιο,κοιτάς και γύρα γύρα άμα στο ίδιο μέρος μέσα σου υπάρχει και καμμιά άλλη σκεψη και καρφωθείς.
Τα βίτσια κυκλοφορούν συνήθως σε σκοτεινά μέρη.Με μάσκα ή και χωρίς.
Ενίοτε δε σε γκαρσονιέρες, ή και σε δωμάτια ξενοδοχείων.
Βίτσιο που να είναι εγκατεστημένο φάτσα κάρτα στην πλατεία συντάγματος.
Μέσα στη βουλή των ελλήνων .
Φαρδύ πλατύ στα κεντρικά έδρανα της βουλής.Πρώτο τραπέζι πίστα, δεν είχα ματαδεί.
Βίτσιο που να ομολογείται πρωϊνιάτικα σαββατιάτικο, και μάλιστα δις, ούτε είχα ματακούσει.
Μα με μιά χαράααααααααααααα,μα τί χαρά ήτανε αυτή;
Μ' άφησες όμως μ' ένα παράπονο τσολιά μου εσύ.
Γιά χέσιμο δεν άκουσα τίποτα!!!

13 - GREECE - Vick...

13 Φεβρουαρίου 2009

ορίστε; συγγνώμη κύριε , ποιός είστε???????

..
Όχι να το παινευτώ , αλλά η 14 του Φεβρουαρίου ,είναι μιά πολύ μεγάλη μέρα.
Την εορτάζουμε πάντα στην οικογένειά μας σαν κάτι το πολύ εξαιρετικό , εδώ πάααρα πολλα χρόνια,διότι άνευ αυτης της ημέρας , τι θα ήμουνα στη γή;
Μήπως αλήτης θάμουνα;
Θάχα καταστραφεί;
Από το χάραμα της ,έδειξε τι μέρα θάναι.
Μόλις πέρασε η δεκάτη τρίτη και εμφανίστηκε η δεκάτη τετάρτη, με ζώσανε τα μπουρμπούλια, αλλά το κράτησα μυστικό.
Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουνα έτοιμη γιά τόσο μεγάλα πράμματα.
Όταν όμως με πήρανε τα ζουμιά, έγινε φανερό πιά πως δεν γινόταν να το αναβάλλω άλλο.
Εννιάμισυ μέρες μετρημένες το κράταγα. Δεν είναι και λίγο.
Οι εννιάμισι βδομάδες ήρθαν πολύ αργότερα ευτυχώς γιά όλους.
Κι έτσι, τρέχοντας στην κυριολεξία, γιατί και αυτοκίνητο δεν υπήρχε,το ταξί αργούσε και η κλινική ήτανε κοντά νομίζω , φου φου ανασα , φου φου ανάσα , φτάσαμε.
Ψιλοτρομαγμένοι.
Πατούρα δηλαδή.
Στα 20 , τι να πρωτοβάλεις στη σειρά απ' αυτά που σούπανε.
Ευτυχώς που ήτανε και η Άννα εκεί.Αυτή ήξερε τι θα προκύψει.
Κρεββάτι δεν υπήρχε.
Κι έτσι, έκατσα σαν τον καστανά στη γωνία του διαδρόμου ,ακουμπισμένη στον τοίχο ,με το ένα πόδι σαν το λελέκι,και το άλλο να κρατάει την έξοδό σου κλεισμένη .
Χωρίς να ξεχνώ το φου φου ανάσα και φου φου ανάσα ,ωστόσο κρεββάτι δεν έβλεπα.
Εκεί που άρχισε να με παίρνει το παράπονο:τι στο καλό γεννάω ή κλάνω;
Χωρίς το χάϊδεματάκι μου,χωρίς το νάζι μου , χωρίς την πολυτέλειά μου, τι στο διάλο και δω κατανόησι,κι εδώ επανάσταση το κέρατό μου μέσα;
Θέλω την υστερία μου.Τι σκατά γκαστρωμένη και ετοιμόγεννη είμαι;
Κανένας δε μούδωσε όμως σημασία,- αφού και γώ η ίδια μετά από χρόνια τα σκέφτηκα όλα αυτά να τα διεκδικήσω, αλλά είχα απομακρυνθεί απ' το ταμείο-, και μπήκα κατευθείαν στο χειρουργείο, όπου μετά από μισή ώρα ,και ενώ με είχαν διαβεβαιώσει πως νωρίτερα από 3 ώρες δεν θα έτικτα, φου φου ανάσα, παρόλο που ήθελα να γκαρήξω να ξεσκίσω τα ουράνια,ακούστηκε η φωνή του Μιχάλη που παρίστανε το γιατρό μου εκείνη την ώρα.
-Ρεζίλι μας έκανες.
Ποτάμι θολό μ'έπνιξε η αδικία.
-Εγώ ρε μαλάκες;εγώ σας έκανα ρεζίλι; , ανάμεσα σε ανάσες και μουτζοκλάμματα
-Όχι παιδάκι μου εσύ, το κεφάλι του μωρού που βγαίνει.
Και έτσι, τοιουτοτρόπως μέσα σε μία παρεξήγηση ήρθες μανάρι μου εσύ μουρτζουφλιασμένο στον κόσμο.
Η αλήθεια είναι , πώς τη φωνή σου την έμπηξες.
Μόλις όμως σε ταχτοποίησαν και σε σενιάρησαν , χέστηκες να ξανακλάψεις.
Και έτσι παρέμεινες με το μάτι ανοιχτό να παρακολουθείς τα πάντα.

Και καλά έκανες, γιατί ούτε και γω δεν ήξερα τι έπρεπε ακριβώς να γίνει.
Βέβαια δεν ήταν και ό,τι καλύτερο στη ζωή μου το άγρυπνο μάτι της κούνιας, ούτε και να περνάω τη μισή μου μέρα γιά να κοιμάσαι μισή ώρα.Μετρημένη!
Αλλά το ξεπεράσαμε κιαυτό.



Ύστερα πρίν ακόμα περπατήσεις, βιάστηκες να κολυμπήσεις.




Πριν καλά καλά μιλήσεις, άρχισες τις ζεϊμπεκιές.





Πριν καλά καλά γλυκαθείς με το καλοκαίρι




έτρεχες στα βουνά και στα κατσάβραχα.



Απ' τη μία άκρη της ελλάδας στην άλλη.
Απ' τον ήλιο στα κρύα και τα παταγουδιασμένα.
(εσύ , το άλλο το μανάρι μ' , με τρας πως σε τράου;)
Και τάμαθες καλά τα δύσκολα.
Πάντως μιά χαρά τα πήγαμε γιά χρόνια .
Εμείς ανελλιπώς γιορτάζαμε όπου κιάν βρισκόμασταν
είτε με τη δασκαλα (ναι πουλάκι μου , δίκιο έχεις, τρελλαμένη ήτανε) στην Ανατολική,
είτε μετά πιό πολιτισμένα στην ξελογιάστρα Αθήνα.


Μα πάντα με την περίφημη τούρτα στο ταψί.

Ώσπου ήρθε ούτε και γώ δεν ξέρω από που ,αυτός τυχάρπαστος ,ο μαλάκας ο άγιος που αποφάσισε πως στα γεννέθλιά σου θα είναι η μέρα των ερωτευμένων μη χέσω.
Εσύ ήσουνα μικρή και δεν το κατάλαβες τότε .
Να με βλέπουνε με το λουλουδικό στο χέρι , και να μου λένε οι χαμογελαστές ηλίθιες.
-Και σένα λουλούδια ο καλός σου !!!! και μένα μου έφερε!!
Τι να της πεις της κερατούς, πως το κέρατο δεν σβήνεται με το λουλούδι;όχι να μου πει κάποιος,το θέλει το κάρφωμα ή δεν το θέλει;
Α ! τώρα που είπα κέρατο, θυμήθηκα (το ξέρω πως έχεις καημό) ,την παπάρω που της δάνεισα το κοστούμι σου γιά την κόρη της, αλλά νόμιζα πως θα μου το φέρει πίσω.
Σ' αυτήν να δεις λουλούδια που της πάγαινε κάθε βαλεντίνου ο σύζυγος.
Μέχρι που της πήγε και το παιδί το καινούριο ,απ' την άλλη.





-Όχι μαρή,- κάνεις το μαλάκα εσύ.
-Δε γιορτάζουμε κανέναν ερωτευμένο άγιο σ' αυτήν την οικογένεια .
-Τα γεννέθλια της κόρης μας γιορτάζουμε.
Τα πρώτα χρόνια είπα θα περάσει, μόδα είναι και τέτοια.
Αργότερα, κρυβόμασταν μη μας δούνε με την τούρτα και την ορχιδέα στο χέρι ,και πηγαίναμε απ' τους παράδρομους.
Χρόνο με το χρόνο, πήραμε πιό πολύ θάρρος και κυκλοφορούσαμε και μεις με τους άλλους συγκεκριμένους ερωτευμένους.
Βρήκαμε και κόλπο να τους μοιάζουμε, κι έτσι γλυτώσαμε από τις ηλίθιες ερωτήσεις.
Μ'αυτόν τον τρόπο ανακαλύψαμε, πως η εμφανής ηλιθιότητα απαντάει σε όλα από μόνη της.

Και μετά μη νομίζεις, εγώ γιά σένα τον είδα εκείνον τον αγώνα:
-Μαμά θα κρατάμε ένα πανώ που θα λέει: "ΜΑΜΜΑ ΣΤΕΙΛΕ ΛΕΦΤΑ γιάννης -νίκος-κική"***
(κατόπιν αυτού ζήλεψε κι ο Μήτσος, αλλά εκείνος διάταξε να του κάνω κερκίδα.Μ' όλα τα μαγικά που διαθέτουμε σ' αυτό το σπίτι.)
Παλουκώθηκα να σε δω κι όταν πίσω απ' τους καπνούς ξεδιπλώθηκε το πανώ, ξελαρυγγιάστηκα,
- Νίκο ,Νίκο τρέχα το παιδί.
-Ποιό παιδί χριστιανή μου ζουρλάθηκες;
-Έκεί είναι.
-Που εκει μωρέ;
-Εκεί!Εκεί δεξιά κάτω απ το πανώ(και έδειξα κιόλας , γιατί σ έβλεπα τρομάραμου).
-Το βλέπεις;
Δίκιο είχε τι να δεί ,αλλά γιά να μη μου χαλάσει το χατήρι σε είδε κιαυτός, και έτσι ουρλιάζαμε μαζί ,με απερίγραπτη χαρά και περηφάνεια, μέ το ρυθμό που κουνιόταν το πανώ.Όταν άνοιγε!γιατί ήσασταν και σπαρίλες παναθεμά σας.
Βέβαια,αμέσως μετά τον αγώνα και επειδή ημουνα ευτυχής που νικήσαμε τους τουρκαλάδες, ,και δεν μου στενοχωρήθηκες εκεί στην ξενητειά (ξενητειά είπα ,κοιταζόμαστε νομίζω;)τόλμησε να μου ομολογήσει πως τίποτα δεν είδε,αλλά εμένα δε μ΄ενοιαξε γιατί ήξερα πως χαρήκατε μανάρι μου τότε στο Τορίνο.







< Μας έτρωγε όμως που δεν είχαμε πιά πατενταρισμένη διεθνώς την αποκλειστικότητα της γιορτής μας, γιαυτό σε κάποιο γεννέθλιο πρίν πολλά χρόνια, κάναμε την πλέρια αποκατάσταση, χεστήκαμε γιά τον βαλεντίνο (α σταδιάλα τον παπάρα)και το σόϊ του και αποφασίσαμε ως οικογένεια πως στις 14 φεβρουαρίου, μιά και μόνη γιορτή υπάρχει. Η δικιά σου μωρό μου.
Και γι'αυτό εγώ, αύριο, καμαρωτή , καμαρωτή , θάχω την ορχιδέα μου να με κοιτάει αφ' υψηλού καθόλη τη διαδρομή, και συ, την καλαθούνα σου τίγκα στο λουλουδικό.
Καί την τούρτα σου στο ταψί.
Χαρούμενη , χαρούμενη ,γιατί μέσα σ' όλη αυτή τη τη μαλακία της ημέρας,ξέρω ειδικά εγώ , πως έχω ένα πολύ σπουδαίο λόγο γιά να γελάω.
(άντε και εσύ βρε , που στήν οικογένεια είσαι και σύ τώρα , αλλά παρεπιπτόντως γιά να μη ξεχνιώμαστε, τήρα με πως σε τράου!!)



Lilipoupoli - Trac...




***ψάχνοντας στο νετ να βρω τα σχετικα στις εφημεριδες της εποχής,γιατι το δικο μου το αποκομμα τοχασα.Δε φανταζεσαι τι είδα.
Μαρή, έλεγαν πως το συνθημα αυτο εγινε urban legend ,και μεις κοιμώμεθα;

9 Φεβρουαρίου 2009

α , εγώ θέλω να επιστρέφω κιόλας!!


Με γαργάλησε φίλη προχτές , και μου θύμισε μέρες απολύτου πολιτικής αβεβαιότητος.
Αδυσώπητης ανασφάλειας , και αρμέ υπαρξιακού άγχους:
-Αν είμαι, πάω;
-Κι αν πάω είμαι ;
-Κι άν είμαι και πάω; με περιμένει κανένας;
-Κι άν με περιμένει κανένας  τον θέλω;
-Κι άν δεν τον θέλω,..... αυτός που θέλω που στο διάλο είναι και γυρνάει;
Τον Οδυσσέα, ως βιβλίο, μου τον έκανε δώρο ένας ψυχίατρος στη γιορτή μου.
Κανονικά θα έπρεπε να καταλάβω και το λάκκο και τη φάβα,
αλλά εγώ, μιά αθώα και άκακη κοκκινοσκουφίτσα, δεν θα ηδυνάμην να σκεφτώ με πονηρία και υποψία γιά κανένα.
Ακόμα και γιά έναν ψυχίατρο.
Με τα βιβλία είμαι βουλιμική.
Ήτοι, με το που βλέπω βιβλίο, το ζαχαρώνω όλη μέρα, και το βράδυ το παίρνω στο κρεββάτι.
Θα πρέπει να διαβάσω τουλάχιστο το μισό ή και πολλάκις ολόκληρο γιά να πω πως χόρτασα αρκούντως.
Ετούτος εδώ ο Δυσσέας, με αλλαξοπίστησε.
Κόντεψα να γίνω ανορεξική.
Εκανα να ξαναπιάσω βιβλίο στο χέρι κανά δίχρονο.
Ό,τι βιβλίο έμπαινε στο σπίτι, το άφηνα σε απόσταση ασφαλείας.
Το μύριζα.
Το κοίταζα γύρω γύρω ,απ' όλες τις πλευρές.
Μετά το σκούνταγα με μιά ξύλινη κουτάλα πλακέ, μη μου ζωντανέψει και βγεί κανάς Λεοπόλδος Μπλούμ που έχει τον ασυμμάζευτο  και μου πάρει τους δρόμους .
Μετά το έπαιρνα με τα γάντια της κουζίνας, και το ακούμπαγα στο γραφείο,
όπου και έμενε καμμιά βδομάδα.
Μετά το ανέβαζα στο κομοδίνο , δίπλα στο πορτατίφ , όπου πάλι τη βδομάδα του την έκανε ανέγγιχτο.
Στην αρχή της τρίτης βδομάδας δοκίμαζα να το διαβάσω λίγο πριν με πάρει ο ύπνος.
Αυτός μ΄ έπαιρνε .
Τέλος πάντων, γιά να ξαναδιαβάσω βιβλίο βράδυ στο κρεββάτι, μαρτύρησα του λιναριού τα  πάθη.
Στο τέλος ευτυχώς τα κατάφερα και δόξα τω Θεώ ,από τότε, δεν ξανακύλησα .
Αυτός λοιπόν ο Οδυσσέας ,πού κακό χρονονάχει ,
από τήν πρώτη νύχτα που τον πήρα στα χέρια μου άμαθη και ανέμελη , μου άλλαξε τα φώτα.
Οχτώ φορές ξεκίνησα και έφτανα κάθε φορά και πέντε γραμμές παρακάτω.
Την ένατη που ξεκίνησα με φόρα και υψηλό φρόνημα, έφτασα στη σελίδα 107.
Σκέφτηκα λίγο πριν με πάρει ο ύπνος :  - θάμαι κουρασμένη γιαυτό δεν αντέχω άλλο.....
Το δεύτερο βράδυ, πήγα στην 107 γιά να συνεχίσω.
Σιγά που θα συνέχιζα.
Δε θυμόμουνα τι διάβασα χτες.
Ποιος στο καλό είναι ο Μπλούμ;
Και τι θέλει;
Άντε πάλι απ την αρχή.
Έκανα μιά φοβερή εκκίνηση ακόμα και γιά μένα, και ξαναέφτασα στη 107.
Δε μπορεί είπα, μάλλον δε θυμάμαι γιατί έχω πολλά στο μυαλό μου....
Την έβδομη μέρα που ξαναέφτασα στην 107 μετά από την καθιερωμένη είσαιδυνατήκαιθατακαταφέρεις εκκίνησι, έχασα τον ύπνο μου .
Πήγα στην κουζίνα , έφκιασα καφέ.
......Πάει λάλησα τρομάραμ'.....σκέφτηκα με κρυφό αναφιλητό.....
........Κακομοίρα, τώρα που έχεις ακόμα μυαλό γράψε τις επιθυμίες σου.....
.....Αύριο να παω στο γιατρο να μου κάνει αυτές τις εξετάσεις του γήρατος .....
....Δε μπορεί να θυμάμαι τι έκανα παρασκευη βράδυ ενός Ιουλίου του '83 και να μη θυμάμαι πότε ξουρίστηκε ο Νταίνταλους από προψές!!!!!!!!!!!
-Μιά χαρά είσαι μου λέει ο σύζυγας  που με το ζόρι κρατιότανε να μη γελάσει.Μάλλον είσαι κουρασμένη.
Το ίδιο βράδυ πιό φορτσάτη από ποτέ ,ξαναπήγα στην 107 γιά να την κάνω γιά την 108, αλλά πρίτς.
Φτου κι απ την αρχή.
Παιδεύτηκα ακόμα καμμιά δεκαριά μερες.....
Σύνολον 24.
Ευτυχώς μετά, σε μιά μάζωξη , ρώτησα ξαφνικά εν μέσω εμπεριστατωμένης ανάλυσης  γιά το πότε είναι πιό νόστιμες οι σαρδελλομάννες... Όταν ψήνωνται ή όταν τηγανίζωνται ;
-Δε μου λέτε;
-Έχετε διαβάσει τον Οδυσσέα του Τζόυς ;
Στην αρχή οι δύο κουλτουριάρηδες που είχαμε στην παρέα ξεκίνησαν με το ύφος της καταπληκτικής εμπειρίας που αξιώθηκαν.
Όμως επειδή με είχαν απέναντι ακριβώς, και τους έπιασα και στον ύπνο, μάλλον δεν τα κατάφεραν ως το τέλος.
Κάτι ψέλλισαν σαν υπαρξιακήσημειολογιατηςμοναξιαςκαιτουμακρυνού.
Πάλι όμως επειδή με είχαν όπως είπαμε απέναντι , τρόμαξαν και συμφώνησαν με τον εκ δεξιών μου, που είπε:
"-Αει στο διάλο, κόντεψα να ζουρλαθώ.
-Γύρισα τέσσσερις γιατρούς γιά να καταλάβω πως δεν έχω τίποτα."
Τότε, εγώ αμέσως σηκώθηκα και τον φίλησα σταυρωτά γιά δύο λόγους:
Ο πρώτος , γιατί και γώ κόντεψα να ζουρλαθώ, και   ο δεύτερος ,γιατί εγώ γλύτωσα πιό νωρίς αφού ήμουνα πιο έξυπνη , πιο υποψιασμένη και πιο δεμαςχέζειςρενταλάρα, και πήγα μόνο σε έναν.
Την επόμενη μέρα περιχαρής που έπιασα τα πλάνα μου, πήρα τον χοντρό τόμο , και τόν έβαλα από κάτω απ την τηλεόραση γιά να σηκωθεί λίγο ψηλότερα.
Από τότε , είμαι η Δήμητρα και είμαι καλά.
Αν δεν απατώμαι;