19 Μαρτίου 2009

υπερ βωμων και εστιων

Όταν άρχισα τις ιντερπτήσεις εδω και καμμιά 20αρια χρόνια,αθώα , νεάνις και άδολος, χρησιμοποίησα το παρατσούκλι ιχτλάν.
Δεν είναι γιά ψάξιμο, απλώς είχε ξεμείνει μιά φαντασίωση από τη δεκαετία του '80,τότε που κοίταγα μη μας βρίσκεται κανάς σαμάνος εδώ γύρα, να τον ρωτήσω πότε θα κάνει ξαστεριά..........
Από τις πρώτες μέρες,έπαθα εναν πανικό.
Δεν είχαν βγει ακόμα και τα απαγορευτικά,κι έτσι όποιος μαλάκας μαστούρης κυκλοφορούσε στο διαδίχτυο, μούστελνε και ένα γράμμα με πολλή αγάπη απ' τον Καστανέδα.
Μπούκωναν τα ταχυδρομεία.
Μπούκωναν τα μεσαντζέρια.Γιά τσατ ρουμς δεν το συζητώ.
Ούτε απόξω δεν πέρναγα.Με μυρίζονταν αμέσως.
Παρ' όλα αυτά επέμεινα.
Επέμεινα η δόλια μέχρις εσχάτων.
Πέρασαν χρόνια, χρόνια, κιάλλα χρόνια,καλό δέν έβλεπα, το άλλαξα.
Λεγε με Δήμητρα.
Τελικά ήρθε και το πλήρωμα του χρόνου, που άν δεν θέλει να έρθει το μαλακισμένο το πλήρωμα, πριτς που θα κάνετε αυτό που θέλετε, που να κωλοχτυπιέστε καταγής και να λυσσομανάτε επανειλημένως.
Μετά από από ένα παρ' ολίγον ταξίδι, , στις χαμένες πατρίδες εκεί στον Πόντο που δεν μου έκατσε γιά λόγους ανωτέρας βίας, (έτσι έχασα και τη πρώϊμη γνωριμία με τον Πάνω και την παρέα του).
Έκατσε αυτό:
Το ταξίδι στο Μεξικό.
Μέσα στην ευτυχία, και τουλάχιστο μισό μέτρο πάνω απ τη γη, πηγαινοερχόμουνα ,γιά συναλλάγματα, χάρτες ,πρεσβείες, απ'όπου και η ατάκα:
-Καλημέρα σας, θα κάνω ένα ταξίδι στο Μεξικό , και θα ήθελα να ξέρω ποιά εμβόλια πρέπει να κάνω.
-Κοιτάξτε, μου είπε η κυρία της πρεσβείας, μπορείτε να ταξιδέψετε , δε μας πειράζει αν δεν κάνετε εμβόλια.
Επειδή όμως , εμένα θα πείραζε κι όχι αυτήν, έκανα τα εμβολιάκια μου.
Καθότι και κατά Οαχάκα μεριά ήθελα να πάω , και κατά σιέρα μάδρε οτσιντεντάλ, και να τρώω κι ότι νάναι δίχως το φόβο της μεξικάνικης κολιάντζας.
Έβγαλα και τα εισητήρια μου σαν τίμια νοικοκυρά, μπήκα και στο αεροπλάνο Αθήνα- Φρανκφούρτη, και εκεί που περίμενα στο τράνζιτ ,κοιτάζοντας ξανά αφηρημένη το εισητήριο , χλώμιασα.
Μία και μισή απογείωση.Έξη προσγείωση στο Μέξικο σίτυ.
Μα είναι δυνατόν;4 ωρες έκανα απ' την Αθήνα εδώ.Σε πεντέμισι δα βρισκόμουνα στο Μεξικό;
Τρέμοντας, και με μιά υποψιασμένη βεβαιότητα σωροβολιάστηκα να με λυπάσαι μπροστά στο γκισέ της γερμανίδας φροϋλάϊν.
Μωρέ παιδί μου, κοίτα κει να δεις , και οι αεροσυνοδές τους, Γερμανίδες είναι .
-ΠΟΣΕΣ ΩΡΕΣ ΔΙΑΡΚΕΙ Η ΠΤΗΣΗ; ρώτησα με την καρδιά να βαράει ταμπούρλο.
-13, απάντησε η ναμηζεί ανάθεμάτην , αγέλαστα και γερμανικά .
Αυτό ηταν.
Άδειασε το σώψυχό μου.
Αφού γύρισα σα χεσμένη στη μεριά μου, ξανακοίταξα τα εισητήρια,αναρωτήθηκα αν μου ήταν τόσο απαραίτητο αυτό το ταξίδι, θυμήθηκα που η ξαδέρφη μου μου είπε , πως μόνο σπαγγάτ δεν έκανε το αεροπλάνο της όταν πήγε αυτή στο Γιουκατάν.
Παιδάκια μου, σκέφτηκα , και μου βγήκε ένα ιίιιιίιιιιιχχχΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ.
Πιθανόν, ένας ψυχίατρος θα έλεγε πως επίτηδες δεν το ψείρισα από τα πριν αυτό με τη διάρκεια του ταξιδιού.
Διότι γνωστή δια τους υψηλούς μου φόβους,ειδικά όταν ίπταμαι στα 34000 πόδια καθέτως πάνω απ' τα παγωμένα Λαμπραντόρ, έκανα αυτό που λέει πάντα η μάννα μου,όταν μας συμβαίνει ένα αναπάντεχο καλό:
-Μη το πεις ούτε του παπά.
Και δεν το είπα.
Καθότι ο εαυτός μου παπάς δεν είναι , κι ένας λόγος παραπάνω.
Ήρθε το τετέλεσται.
Στριμώχτηκα με ένα τσούρμο Καλαμπρέζων που με πέρασαν γιά δικιά τους,γιατί φαίνεται ούτε κι αυτοί τα μιλάνε τα ιταλικά όπως πρέπει, και τελικά έκατσα δίπλα από μιά συναχωμένη Ιταλίδα, η οποία δε φτάνει που με ράντιζε πατόκορφα σε κάθε φτέρνισμα,ήθελε και να μου μιλάει κιόλας γιά να με ξεπλένει.
Πτώμα ζωντανό.Με μιά παγωμένη φάτσα σαν τη Σέρ ένα πράμμα.
Μόνο που εγώ τα μάτια τα ανοιγόκλεινα.
Αποφάσισα με συνοπτικές διαδικασίες , να μείνω δεμένη μέχρι να φτάσω .
Και να κατουρήσω την άλλη μέρα ,στο ξένο σπίτι.
Μετά από 6 ωρες, και παρόλο που δεν είχα πιει ούτε γουλιά νερό, γιά συντήρηση ξέρετε,ήρθα κι έσκασα.
θυμήθηκα τα φάρμακα που μούχε δώσει ο Νίκος.
Νάναι καλά το μωρό μου που με σκέφτηκε.
Και ω του θαύματος, νάτο νάτο το λεξοτανίλ, ροζουλί και στρογγυλούλι .
Το χτύπησα λέει!!
Με χτύπησε και κείνο.
Ξύπνησα απ την πείνα.
KAI κατάλαβα τι εννοούσε ο Μήτσος που με συμβούλεψε προτού φύγω, αφού εκείνος είχε κάνει την υπερατλαντική πτήση του στα 13, πολύ πριν απο μένα.
-Μάννα ,να μή ντρέπεσαι.Ό,τι σου δίνουνε να το τρώς.
Ό,τι μου δίνανε τότρωα.
Το τι κουκουρούκου και φυστίκι αλατισμένο έφαγα δε λέγεται.
Και φάε - φάε πέρασε και το υπόλοιπο δίωρο.
Τότε που φτάσαμε πάνω απ το Μέξικο-σίτυ,και κανένας δεν κατάλαβε πως αυτό από κάτω και όσο φτάνει η ματιά δεξιά και αριστερά ήταν πόλη.
Ακούστηκε ένα ουυυυυυυυυυυυυυυ πανταχόθεν ελεύθερο, και όρμηξαν οι καλαμπρέζοι στα παράθυρα.
-Έλεος!!!! φώναζα δεμένη στα φαρσί πρεβεζάνικα.
-Κατσείτε κάτ' μαρές !! Θα βαΐσ' τ' αεροπλάνο!!!
Αυτοί, με κοίταγαν ψάχνοντας τη διάλεκτο που γκάνιαζα και δεν κάθονταν.
Πολύ μετά, όταν είδα τη μέρα της ανεξαρτησίας (γιατί το είδα η ηλίθια) ,στη σκηνή που το διαστημόπλοιο αιωρείται και σκεπάζει τα πάντα;
Ε! αυτό.Απ' την ανάποδη.
Η πόλη σκεπάζει τον ορίζοντα.
Την άλλη μέρα , συνειδητοποίησα πως πήγα σ έναν άλλον κόσμο.

Έξι πράμματα πράμματα μόκαναν εντύπωση στο Μεξικό:
1.Οι πλαστικές στη μύτη.
Στην αρχή νόμιζα πως το μικρό άσπρο πραμματάκι ήταν σκίαστρο γιά να μη καίγεται η μύτη τους.Μπράβο!!! είπα, κοίτα να δεις, οι ιθαγενείς προσοχή στο δέρμα!!!!
-Ναρθηκάκι είναι.-Μου είπε η Μπεατρίς χασκογελώντας γιά την ηλιθιότητά μου-
Που παρίστανε και την όμορφη ,- έτσι είναι οι όμορφες μωρή παπάρω;-γιατι απλώς ήταν άσπρη και είχε φακίδες.
-Τι κουκλάρα είναι η νύφη σου ωρέ Μπεατρίς μου!!!
(Πάρε νάχεις μωρή ασκημομούρα φαντασμένη.)
-Ποιά αυτή; αφού είναι μισή ινδιάνα.
-Ινδιάνα έ;
-Πάντως είναι κούκλες οι ινδιάνες σας!(Άμα θέλω; να δεις τι κακιαζμένο γίνομαι.)
Και ήταν όντως.
Η Μπεατρίς Θερβάντες Σένα πάντως, επειδή κατά βάθος ήξερε πως ήταν ασκημομούρα ,δεν μου το συγχώρεσε ποτέ αυτό.
........................................
2.Τα ταξιά στα φανάρια.
Δεν υπάρχει πιό αστείο πράμμα.
Τα ταξιά στο Μεξικο σίτυ είναι όλα πρασινοκρέμ κατσαριδάκια.
Ένεκα που η φολξβάγκεν (όπως και άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες)έχει και εκεί τα εργοστάσιά της.
Μόλις λοιπόν τα αμολάει το φανάρι, γεμίζει μονομιάς η λεωφόρος με πραμματάκια που τρέχουν.Τόσα πολλά μαζί ,που τινάζεσαι μη και σου κολλήσουν απάνω σου.
Συμβουλή , δεν τα παίρνεις ποτέ, γιατί δεν ξέρεις που θα καταλήξεις.
......................................
3.Αυτό πού δεν έχουν(το 2000 τουλάχιστον που πήγα εγώ )πλυντήρια πιάτων και ρούχων
Έχουν από μία ινδιάνα στο κάθε σπίτι η οποία εκτελεί νυχθημερόν τα χρέη των ανωτέρω, καθώς επίσης και της ηλεκτρικής σκούπας.
Με δέκα δολλάρια την ημέρα.
............................................
Μετά είναι η σχιζοφρένεια της ιστορίας τους:
ήτοι:
Ενώ περηφανεύονται γιά την καταγωγή τους και καλά κάνουν!
Μιλάνε τη γλώσσα του κατακτητή τους.
Έχουν τη θρησκεία του σφαγέα της φυλής τους.
Και προσπαθούν να εξαφανίσουν τις ζωντανές αποδείξεις του παρελθόντος τους, γιά να μη θυμούνται.
Ως εκ τούτου και αυτό το απίθανο τρελλαμένο τουρλού.
Οι λεωφόροι με τα αγάλματα του άνχελ δε λα ενδεπεδένσια, παρακάτω του Κουαχτεμόκ του κακομοίρη του τελευταίου αυτοκράτορα των αζτέκων με λίγο Κετσαλκοάτλ στο μεσοδιάστημα ,εναλλάξ με Κορτές και καμμιά μάννα γή,χοντρή χοντρή ,του Μοκτεσούμα, αυτοκράτωρ επιφανής και άτυχος κι αυτός, κανά ζευγάρι σπανιόλων βασιλέων, και ξανά απ' την αρχή.
Οι καρακιτσάτες εκκλησίες, τίγκα στη χρυσαλοιφή και στο σκάλισμα.
Με βέρχινες δε γουαδαλούπε ,που γιά να πέφτει πιό γρήγορα το μπαγιόκο στα καλογερίστικα πουγκιά, σε βάζουνε να περνάς με κυλιόμενο διάδρομο μπροστά απ την βέρχινε τη γκαΐλα την ινδιάνα, που θαύμα- θαύμα έγινε καθολικιά γιατί είδε κιαυτή όπως όλες οι παρθένες ένα όνειρο πάλι με λουλούδια αλλα χωρίς χοντρό κοτσάνι αυτή τη φορά.
Και αρμαθιές με τσίλια γύρα γύρα απ' μισοκαραφλά αγάλματα των καθολικών αγίων.
Τι να κάνουνε οι έρημοι;
Κάπως επρεπε να εξηγήσουνε τα ανεξήγητα γιά το καλό της αστικής τάξης.
Εξ'ού και το ματς με τον μεξικάνο ξεναγό.
Μουά, η βελγίδα η Μισέλ, μετά του φίλου της που δε θυμάμαι πως τον λένε, στο βανάκι που πηγαίναμε γιά Τεοτιχουακάν.
Α! όλα κιόλα!Σ'αυτά τα τουριστικά, είναι άπαιχτοι οι μεξικάνοι.
Αρχίζει ο τυπάκος λοιπόν τι τους έκαναν οι γιουρόπιανς...
Που τους έσφαξαν οι γιουρόπιανς,
Που τους τους κατάκλεψαν οι γιουρόπιανς,
Που τους έδιωξαν απ' τα σπίτια τους οι γιουρόπιανς,
Που δεν τους άφησαν γυναικόπαιδο γιά γυναικόπαιδο άσφαχτο και αγάμητο οι γιουρόπιανς.
Με καταχάλασε ο μαλάκας !κι είχα ξεκινήσει με μιά παιδιάστικη χαρά!.
Ίδιος ο Τζόε παρεπιπτόντως, γιατί έναν Ντάλτον οι μεξικάνοι στη φάτσα τον έχουνε.
Κάποια στιγμή του λέω:
Μετά συγχωρήσεως σενόρ, αλλά, εγώ που είμαι ελληνίδα και γιουρόπιαν,μήπως ήρθε κατά λάθος κανάς μακροπρόγονος του πάππου μου του Σάββα και σας έσφαξε;
(τότε δεν είχε βγει ο Χαρδαβέλας με την Αργώ).
-Όχι μου λέει και με κοιτάει περίεργα.
-Η κοπελλιά από δω συνεχίζω το τροπάρι, είναι βελγίς και ο φίλος της βελγουί.
Άρα κι αυτοί γιουρόπιαν.
-Ταμπιέν σι;
-Σι , μου λέει.
-Μήπως σας περίλαβε κάνας βέλγος ;
-Όχι μου λέει ,και ακόμα προσπαθεί να καταλάβει.
-Γιά πες μου εντόνσες γλυκό μου αγόρι πριν να χωριστούμε , ποιός διάολος γιουρόπιαν σας έσφαξε;
Τότε το κατάλαβε, αλλά έπρεπε να απαντήσει.
-οι σπάνιαρντς μου λέει.
-ΌΟπα ,όπα, σία κι αράξαμε τσίκο.
Έ!λοιπόν απο δώ και πέρα , θα λες την ιστορία σου , με σφάχτες τους σπάνιαρντς του λέω, γιατί εμείς δεν ήρθαμε απ'την άλλη άκρη του κόσμου,γιά να ακούμε να μας πετάτε στα μούτρα πως σας σφάξαμε και σας ξεσκίσαμε.Σι;
-Σι.Δίκιο έχετε μου λεει.
Και έτσι ,κάθε φορά που μας μίλαγε γιά τον Αταχουάλπα ,τον Μοκτεσούμα και την υπόλοιπη σφαγείσα παρέα, με κοίταγε με τρόπο απ' το καθρεφτάκι.
Με μένα, να τράς πως σε τράου;Και τους βέλγους νάχουν χεστεί απ' το γέλιο.
...............................................
5.οι φίκοι νάνοι.
ναι, νάνοι σαν το ανέκδοτο με το μπόμπο.


Κοίτα τι εννοώ.
Και δεν κάνω πλάκα.
Σκαρφάλωσα επί τόπου προς μεγάλη αφωνία των αγαπημένων φίλων μου, γιά να το τσεκάρω διότι δεν πίστευα πως τόσα χρόνια μας δουλεύουνε οι ανθοπώλες και μας πουλάνε το, μπένζαμιν γιά νάνο.
Και εν πάσι περιπτώσει ακόμα κιάν είναι νάνος, έχει κάτι αρχίδια νααααααααααααα!!!!!!!!!!!!



.........................................................................



6.οι μέρες των νεκρών

Ήθελα νάμαι εκεί γιά τις μέρες των νεκρών.
Μούχε κάτσει αυτό από παλιά.
Από βιβλία, από ταινίες .
Και το πιό πιθανό , από κάποιο γονίδιο που επέμενε πεισμωμένο να θυμάται.**
Δεν τα παράταγε με τίποτα.
Και είχε δίκιο.
Μονάχα γιαυτό, άξιζε εκείνο το ταξίδι.

Χαζευα σε καθε αυλή αυτους τους βωμούς γιά τους αγαπημένους νεκρούς
με αφιερώματα από ζαχαρωτά, με λουλούδια, με βραχιολάκια, και με αγάπη πολλή.
Άν λάτρεψα κάτι στους μεξικάνους ήταν αυτοί οι βωμοί των νεκρών τους μέσα στα σπίτια τους.
Πρώτα έρχονται οι ανχελίτος ,μου είπε η ινδιάνα φύλακας της ζωής μου.
Και τα πεθαμένα ανχελίτος σενόρα,ξέρετε, τρελλαίνονται γιά γλυκά ,σοκολάτες, και καραμέλες με χίλια χρώματα.
Τη δεύτερη μέρα ακολουθούν οι άλλοι αγαπημένοι νεκροί.
Κάθε σπίτι περίμενε τον πεθαμένο του με το βωμό στρωμένο,τη αγάπη του στο πιάτο και ,με το παράθυρο ανοιχτό γιά να βλέπουν και οι γείτονες πως γύρισαν πάλι οι χαμένοι τους απ'τη λήθη.
Φωτογραφίες δεν έβγαλα, γιατί με κατατρόμαξαν οι φίλοι μου.
-Όταν βγαίνεις έξω, δεν πρέπει να φαίνεσαι γιά τουρίστρια μου είπαν .
Και ο μαλάκας σταμάτησα να παίρνω τη βιντεοκάμερα και την φωτογραφική μαζί μου.
Μετά από κάμποσες χαμένες μέρες, και βλέποντας αφηρημένα τη φάτσα μου στον καθρέφτη, ,μουτζώθηκα σταυρωτά ,και μετά πήγα και μούτζωσα επίσης σταυρωτά και το Χάϊμε.
-Όρσε ορέ μαλάκα!
-Πως μαρέ καβρόν εγώ δε θα φαίνομαι γιά τουρίστρια;
-Μάσκα να βάλω;
Σκέφτηκε λίγο κιαυτός ο κεφάλας:
- δίκιο έχεις καβρονσίτα, μου είπε, και μόδωσε την μεξικάνα παραδουλεύτρα γιά παρέα κάθε φορά που έβγαινα μοναχή μου.
Ωστόσο τα καλύτερα τα είχα χάσει.

................................................
Τα υπόλοιπα που θυμάμαι, είναι εκείνοι οι έρμοι οι ασημοκουμπωμένοι Μαριάτσις στη λίμνη Τσαπάλα, που δε φταίω , γιατί εγώ το είπα πως δεν πινω τεκίλες αλλά ο Χάϊμες επέμενε πως πιν'ς βιλούδο, και δίκιο είχε γιατί τα κατάφερα τελικά μετά από καμμιά δεκαριαφεύγα αλατισμένα βιλούδα ,την έρριξα τη ζεϊμπεκιά συνοδεία τρομπέτας.
Και μας κέρασαν και τα τάπας γιατί μάλλον τάχασαν οι άνθρωποι.
................................................................
Κατόπιν , αγναντεύοντας απ' το 56ο σκαλοπάτι της πυραμίδας του ήλιου την κοιμισμένη Ποποκατεπέτλ,με προσχεδιασμένο ήχο να διαπερνάει τον εγκέφαλο στο όσο παίρνει μέσα απ'τα ακουστικά και ένα σπαραχτικό τιβι σκρίν.
Μετά δεν είχα άλλο.
Μόνο μέχρι εκεί.
Απλώς κατέβηκα, και σωριάστηκα στη βάση της πυραμίδας.
Παλεύοντας γιά μιά αραιωμένη ανάσα των 2.500 χιλιάδων μέτρων ,κάτω απ τον ήλιο του σατανά,χέρια πόδια λυμένα,χάρτες, τσάντες, καπέλλα, το λουρί της κάμερας μπερδεμένο με το γουόκμαν, μιά καρδιά που ακούγεται τίνος είναι, και το νερό γουλιά-γουλιά κι αχόρταγα .
Κι όλους τους λαχανιασμένους κατεβαίνοντες από την πυραμίδα του Ήλιου, να με πηδάνε, καθώς προσγειωνότανε στη γη και όρμαγαν κατά την μεριά της πυραμίδας της Σελήνης.

Άει παλιοκιαρατά Κετσαλκοάτλ.
Θα σε χάλαγε να με φέρεις καμμιά δεκαριά χρόνια προτύτερα;
υ.γ γιά το ταξίδι στο ιχτλάν θα μιλήσουμε άλλη φορά.





**Τα «Ταφικά» έθιμα είναι ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι για τις ψυχές, που γίνεται έξω από τα νεκροταφεία. Ξεκινά από την πεποίθηση ότι οι ψυχές μετά την Ανάσταση του Κυρίου, κυκλοφορούν ελεύθερες ανάμεσά μας και του Αγίου Πνεύματος επιστρέφουν στον τόπο τους. Τότε οι Πόντιοι του Θρυλορίου πηγαίνουν έξω από τα νεκροταφεία και στρώνουν το πιο πλούσιο τραπέζι για να αποχαιρετήσουν τις ψυχές. Είναι μέρα χαράς και όχι θλίψης. Το έθιμο είναι πολύ παλιό. Έλκει την καταγωγή του από την αρχαιότητα, όπου ήταν γνωστό ότι έκαναν διάφορες προσφορές και σπονδές στους νεκρούς. Αργότερα συνδέθηκε με την χριστιανική θρησκεία. Διατηρήθηκε ως τις μέρες μας περνώντας από τους γονείς στα παιδιά και μόνο από τους πόντιους, πιθανότατα χάρη στην επιμονή και το πείσμα τους και στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας των Ποντίων δεν αλλοτριώνεται εύκολα.


***Άνδρες, γυναίκες και παιδιά με πανέρια γεμάτα τσουρέκια, κόκκινα αυγά και κάθε είδους εδέσματα δίνουν αύριο στις έντεκα το πρωί ραντεβού στα κοιμητήρια . Εκεί, στα μνήματα, θα στρώσουν τραπεζομάντιλα, θα απλώσουν τα φαγώσιμα που έχουν φέρει, θα θυμηθούν και θα τιμήσουν τους νεκρούς τους.






.

7 Μαρτίου 2009

ομορφιά μου εσύ





Κάθε που υποψιάζομαι ότι έρχεται άνοιξη, -να δεις ένα περίεργο πράμμα-, με τυλίγουν εικόνες που έχουν μυρωδιά,και μυρωδιές που έχουν εικόνα.
Ε λοιπόν! σας πληροφορώ πως αυτή η κυρία ,ήρθε .
Και επειδή αυτές οι αρωματισμένες εικόνες έχουν ένα και μόνο όνομα, έκατσα να γράψω γιαυτό.
Στούμπωσε το κεφάλι μου από τις αναμνήσεις ,όπως στριμώχτηκαν εκεί στην έξοδο, που τίποτα άλλο δεν μπορώ τώρα να πω , παρά να , αίφνιδίως θυμήθηκα, τον συμμαθητή , που ( ως αγέλαστο παραπέντε) , έγραψε πρώτα σε μιά έκθεση στην δευτέρα γυμνασίου , τότε που χιόνισε πρώτη φορά :
-Έπεσε χιόνι στην πόλη μας.
-Έπεσε χιόνι πολύ.
-Ω! Τι άσπρο που ήταν το χιόνι στην πόλη μας.
Και κατόπιν στην εκδρομή της εβδόμης, μας μάζωξε σαν τα γιδοπρόβατα κάτω από μιά βελανιδιά στο μέσον του πουθενά , κάπου εκεί προς το Αγρίνιο, και μας διάβαζε κομμάτια απ' τη φαλακρή τραγουδίστρια! Ποιός ήρθε; και κατά που πήγε είπατε;
Έτσι λοιπόν και γώ :
-Η Πρέβεζα είναι όμορφη
-Είναι όμορφη πολύ.
-Αχ! Πόσο όμορφη είναι Πρέβεζα!
Μετά βέβαια, συμμαζεύτηκαν οι αναμνήσεις σε μιά σειρά, και αποφάσισαν να βγαίνουν με εθελουσία και κατά μεγαλείας.
..................................
Στην οθόνη μου , όταν προβάλω τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια,υπάρχει πάντα ένα ποδήλατο , να ανεβοκατεβαίνει ορθοπεταλιά την ανηφόρα της Βρυσούλας.
Μετά , χάνεται ιδρωμένο προς τη Μαργαρώνα.
Κί ύστερα, ένα άλλο αντρικό μαύρο, του μπαμπά, με το σίδερο στη μέση, και ένα μαξούμ' να ανεβοκατεβάζει τον κώλο του, όρθιο και λοξό απάνω στο πετάλι.
Κάτω απ' το σίδερο που ενώνει το τιμόνι με τη σέλα και πάνω απ'την αλυσσίδα που έτσι και σόβγαινε , χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε ευζώνοι.
Τύφλα νάχουν οι κινέζοι ακροβάτες.
Όχι ακριβώς τύφλα, επειδή γιά ένα περίεργο λόγο, καθώς καβάλαγα απ' το σκαλοπάτι της γιαγιάς (γιατί αλλιώς δεν έφτανα) και έπαιρνα την κατηφόρα, προσγειωνόμουνα πάντοτε απάνω στον ασβεστωμένο ντενεκέ με την τριανταφυλλιά την άσπρη την Πρεβεζάνικη ,της κυρά Βούλας.
Ίσως γιατί , από κει και κάτω άρχιζε η ελαφριά δεξιά στροφή, και γώ πάγαινα μόνο ευθεία.
Από τότε τρομάραμ'.
Ακόμα τη βλέπω κάθε φορά που επιστρέφω εκείνη την τριανταφυλλιά, παρατημένη εκεί, πεισμωμένη, αρνούμενη οποιαδήποτε αντιπαροχή.
Το ποδήλατο μετά της μαμμάς!
Ένα πράσινο τσεχοσλαβάκικο Έσκα, βαρύ κι ασήκωτο γιά τα 40 κιλά κόκκαλο που κυκλοφορούσα με καμάρι.
Παρ' όλα αυτά, και επειδή πάλι δεν έφτανα, ανεβοκατέβαινα μπροστά στο κενό ,πάνω κάτω σαν την κωλοσούσα.
Ύστερα μεγάλωσα.Πήγα στο γυμνάσιο.
Γυμνάσιο χωρίς ποδήλατο δεν έβγαινε.
Τρίτο ποδήλατο στην οικογένεια,δεν υπήρχε περίπτωση να μπει, λόγω αφραγκίας.
Οπότε άρχισαν οι επιτάξεις στο πράσινο ποδήλατο.
Μετάάά!
Αμ δεν τα θυμήθηκα μετά όλα η κακούργα!
-Όλα εδώ πληρώνονται ....μουρμούριζε η κακομοίρα όταν της τόπαιρνα με το ζόρι-
Όλα μαμμά! Όλα!
Τα πλήρωσα! Δεν τα πλήρωσα!
Τα πλήρωσα τότε που μου έκαναν κατοχή στο αυτοκινητό μου.
Πρώτα η Κική και καπάκι μετά ο Μήτσος , στο πιό σιγάμηπατήσειςταρχίδιασου εκείνος και εντελώς εξειδικευμένος φασίστας.
- Τι το θες εσύ το αυτοκίνητο;
Στις διαμαρτυρίες μου πως είναι δικό μου και δεν τον αφορά , με κοίταζε με οίκο.
-Αφού δεν πάς πουθενά μωρέ!
Γιά να συγκατανεύσει μεγαλόψυχα
-Άμα το ζητάς θα στο δίνω......
Κάπως έτσι κωλόκατσα και 'γω τηρουμένων των αναλογιών, στη σέλλα του ποδηλάτου της Άννας.
Μ'αυτό ανακάλυψα μαζί με την υπόλοιπη παρέα την Πρέβεζα.
Γιατί Πρέβεζα δεν είναι η πόλη.
Είναι ο Αηθωμάς, το Νιοχώρι, το Μονολίθι, ο Παντοκράτορας, η Αγιατριάδα, το Καλαμίτσι, ο Μύτικας , η Σμυρτούλα κι η Νικόπολη.
Είναι η θάλασσα.
Η θάλασσα.
Έξω απ' τα σπίτια μας.
Δίπλα απ'τα βήματά μας.
Μέσα στις ζωές μας
...στις ζωές μας .... ζωές μας..... μ-α-ς.
Και ο πανταχού παρών ελαιώνας.
Που ήταν ο τελικός προορισμός μας πάντα.
Ο ελαιώνας ,που φύλαγε γύρω γύρω την Πρέβεζα ,ίδιος αιωνίως μα συγχρόνως εντελώς άλλος κάθε φορά .
Πιό αγαπησάρης στον Αγιώργη και στο Καλαμίτσι.
Πιό οικογενειακός στην Αγιάτριάδα, και κει κατά την Ταράνα, ήταν πιό υγρός ,πιό παραπονιάρης,κι έβγαζε τα πιό όμορφα κυκλάμινα που έχω δει ποτέ.
Κάποιος άλλος βέβαια,δεν μπόρεσε να τον αγαπήσει.
Τον καταδίκασε απλώς ... έτσι .Κι αυτόν και την πόλη.
Τον είδε σαν τον θάνατο μές στους θανάτους.
Εσύ πάντως , ποιητής άνθρωπος, δεν έπρεπε να πεις τέτοια πράμματα.
Και έτρεχα εγώ μετά στην Αθήνα δεκαεφτά χρονώ κοπελλίτσα να εξηγήσω τα ανεξήγητα.
Γιατί όλοι οι γκόμενοι οταν άκουγαν Πρέβεζα αναφωνούσαν οι μαλάκες :
- ααααααααααα Καρυωτάκης.
Μα έμεναν με τη χαρά της γνώσης, αφού έπαιρναν το φύλλο πορείας χωρίς πολλές εξηγήσεις.
-Γιατί;
-Γιατί Καργιωτάκης εσύ , κιόλο σου το σόϊ ορέ μαλέα.
Φίλε Κώστα...(μπορώ να σε λέω φίλο μιά και σ' αγαπάω )
Μας ρώτησες εμάς άν οι κάργιες μας ενοχλούνε;
Νεορομαντικός είπαμε, και μεις μαζί σου..
Απόξω κι ανακατωτά τα ξέραμε τα ποιήματά σου.
Αλλά εμείς δεν καθόμασταν από πίσω απ' το ξένο παράθυρο, να κοιτάμε στα κεραμίδια του απέναντι πως ακριβώς χτυπιούνται τα πτηνά τα μαύρα!
Βγαίναμε όξω!
Να κάνουμε τις βόλτες μας, και γλυκοκοιτάζαμε και κανά προκομένο που μας γλυκοκοίταζε κι αυτός.
Αλλά και από οικολογικής απόψεως να το πάρουμε, στην Πάτρα ,στην Τρίπολη και στας Αθήνας κάργιες δεν είχατε;Αφήστε που δε μου το βγάζετε απ' το μυαλό ,πως άμα σας έλεγαν Κουρουνάκη, θα τά είχατε βάλει με τας κουρούνας.......
......Κι ύστερα σας ενόχλησαν κι νοικοκυρές που καθάριζαν τα κρεμμύδια.
Φαί χωρίς κρεμμύδια έχετε φάει αγαπητέ; Α! είπα.
Κι η μπάντα που ήταν η χαρά μας, κάθε Κυριακή που πηγαίναμε στον Αντρούτσο και την ακούγαμε και πολύ μας άρεσε, κι αυτή σας βρώμισε.
Κι ας ήταν μιά απ' τις πιό παλιές μπάντες της ελλάδας**
Δεν τόψαξες καλά αγάπη μου!
Δεν τόψαξες! Και θα σε μαλώσω.
Μας σκέφτηκες εμάς, που μας είχε βγεί ο κώλος όλη τη βδομάδα ,να μάσουμε το ενάμισι φράγκο γιά το σπόγγο της Αστόριας, , άμα θέλαμε να μην υπάρχει μπάντα;Όχι βέβαια!
Η αλήθεια σου είναι πως δε σε προλάβαμε , αλλά να το ξέρεις: Δεν είχανε αλλάξει και πολλά πράμματα από τότε που έζησες κι εσύ εκεί.
Κι η φτώχια ,η ίδια ήτανε, που να δούμε βιβλιάριο τραπέζης.....και συ είχες και ένα ε;
Και με δραχμάς τριάντα ε;
Τυχερούλη!
Και τα γόνατά μας τίγκα στα σημάδια και τα σκισίματα απ το γαρμπίλι του δρόμου ήτανε....

Ασήμαντοι ήτανε κι οι δρόμοι μας ;
Ασήμαντοι;
Ξέρεις πόσο σημαντικός ήτανε ο δρόμος που κάθονταν η αγάπη του κάθε μιανού;
Ξέρεις πόσοι πέρναγαν και τραγούδαγαν σ'αυτούς τους δρόμους την ώρα που ακούγαμε το θέατρο της Κυριακής , και τεντώναμε αυτί ;***
Δεν ξέρεις, κι ούτε θέλησες να το μάθεις.
Κι εντάξει, και μένα δε λέω, κι ο νομάρχης και ο δήμαρχος μου τη σπάνε.
Οι μπάτσοι να δεις πως με χαλάνε.
Αλλά παντού τους βρίσκεις σπαρμένους αυτ'νούς καμάρι μου.
Όσο και να τις ξερριζώνεις , οι αρχές θα είναι πάντα εκεί , γιά να μας θυμίζουν τη μαλακία που κάναμε και τις εκλέξαμε.
Αμ, εκείνη η παραλία!!!!
Τι δόξες!
Κι ακόμα τις έχει νομίζω.
Που νομίζεις πως γκομενίζαμε οι έφηβοι, οι νέοι , κι οι μεγάλοι;
Εντάξει, εσύ τη λές προκυμαία.
Αλλά να σου πω;
Και σε προκυμαία, εμείς ,πάλι θα βολτάραμε πανευτυχείς,
Γιατί τα αγορια μας ήταν κάπου εκεί γύρα.
Άαχχχ! Κι όταν έρχονταν η άνοιξη!Με τις μοσκοβολιές απ' τις βιολέττες!
Και τα καλοκαίρια Κώστα μου!(μου επιτρέπεις να σε λέω Κώστα ε;)
Αχ! και τα καλοκαίρια!
Εμείς,τα κορίτσια και οι γυναίκες, τί όμορφα που ερωτευόμασταν!
Τόσο όμορφα, που άστραφτε ο τόπος όλος.
Ειδικά ο τόπος που αποφάσισες να στιγματίσεις γιά πάντα ένα λαμπερό καλοκαίρι πλάϊ στη θάλασσα.
Τόσο όμορφος.
Αχόρταγα όμορφος.
Δεν μπορώ να αποφύγω κάτι που είπε ένας συντοπίτης μας, όταν τον ρώτησαν σε ένα ντοκυμαντέρ πριν πολλά χρόνια γιά σένα.
...........................
"Μπορεί να ήτανε σπουδαίος ποιητής, αλλά δεν ήτανε καλά παιδάκι μ' ο άνθρωπος.
Και γιά να το καταλάβ'ς αυτό
πήγι στο πιό ωραίο μέρος τ'ς Πρέβεζας , κι αυτοκτόν'σε."
.............................
Και μετά απ΄όλα αυτά ήρθε κι ο Βασίλης που χλιμίντριζε εν εξάλλω:
-Πρέεεεεβεζααααααααααααααααα είν' οι κάααργιεςς που χτυπιούνται ...
και δόστου χτυπιόνταν κι' αυτός γιά να μας το δείξει πως γίνεται το χτύπημα της κάργιας.
Χάθηκαν τίποτα άλλα ποιήματά σου να μελοποιήσουν;
Αλλά δε βαριέσαι, είχα μεγαλώσει πιά, και ούτε που μ' ένοιαζε να εξηγήσω σε κανέναν τα ανεξήγητα.
Την προτομή όμως στην κάναμε. Α ! Όλα κι όλα...
Αν και κάθε φορά που τη βλέπω ,αναρωτιέμαι άν προτομίθηκες γιά να σε θυμούνται ή γιά να σε εκδικηθούν.
Απ'όξω απ'το σπιτάκι αυτό, που νοίκιαζες.
Εκεί
Στη μικρή πλατεία και εν μέσω καρεκλών του παρακείμενου ουζάδικου.
Καταδικασμένος εσαεί στην ανάσα των ανθρώπων που απόφευγες ,επιμελώς αηδιασμένος, σαν και του κακομοίρη του Πεσσόα, στη Λισσαβώνα.
Κάθεται o αμέριμνος ο τουρίστας που λες, και εκεί που έχει κατεβάσει διάφορα ούζα, σε βλέπει...
Να τον κοιτάς αγέλαστος από το ύψος ενός γκαρσονιού.
Αυτή είναι η Πρέβεζα.
Α! να και μία κρυπωνιάρα σκέψη!
Έλα δω μαρή.
Ισί , ισί ικί στ' γωνία.
Το σινεάκ.
Το σινεάκ στην Γκλόρια τη χειμωνιάτικη.
Κυριακή πρωί, δραχμές τρισίμιση.
Περιττό να πω πως πάντα ήμουνα με τους Ινδιάνους.
Με το Μασίστα.
Με τον Έκτορα
Και με τον Γκαούρ.
Με τον Ταρζάν ποτέ.
Τον ασπρουλιάρη το μαλάκα, τον αααααααα, ααααα, που έσκουζε μές στη ζούγκλα σχεδόν κάθε τρίτη Κυριακή.
Άστα χέστα.
Και μετά περίμενα και προκοπή!
Τόσα χρόνια πέρασαν κι από μυαλό σκατά.
.....................................................................
Η Πρέβεζα λοιπόν ,γιά μας που είμαστε μακρυά, είναι σαν τον έναν και μοναδικό παλιό έρωτα που δεν πρόφτασε να μας πληγώσει ποτέ ,γιατί εμείς προλάβαμε και τον παρατήσαμε πρώτοι.
Είναι εκεί.. αεί παρούσα, γιά την κάθε φορά που γυρνάμε πίσω .
Τότε που μας ξαναπαίρνει αγκαλιά ,και μας ξαναστήνει στα πόδια μας.







**Το 1920 με πρόεδρο τον Γυμνασιάρχη κ. Κοντό(4), ιδρύεται το σωματείο Μουσικής «Ορφεύς», η μετέπειτα φιλαρμονική της πόλης , όπου μαθήτευσαν πολλοί πρεβεζάνοι μουσικοί. Μέλη του, μουσικοί και οργανοπαίχτες, διασκέδαζαν για πολλά χρόνια τους κατοίκους της πόλης στα παραλιακά μαγαζιά και στα κέντρα, στο πάρκο της Βρυσούλας και στα Πευκάκια στον προμαχώνα.

***Στην πόλη της Πρέβεζας, όπως και στα νησιά του Ιονίου, άνθισε η καντάδα και η «Βαρκαρόλα». Τις φεγγαρόλουστες νύχτες νέοι και νέες, κρατώντας αναμμένα φαναράκια τραγούδαγαν –με ή χωρίς τη συνοδεία μουσικής- στριμωγμένοι σε βάρκες που έπλεαν στα παράλια στον Μαργαρώνα, στον Παντοκράτορα και στο Καλαμίτσι.

Πολλές γλυκές νύχτες οι καντάδες στα σοκάκια της πόλης, με τη συνοδεία της κιθάρας και του ακορντεόν, έβγαζαν τους κατοίκους στα μπαλκόνια ή και στο κατώφλι, για να προσφέρουν ένα κέρασμα στους κανταδόρους και να πουν μαζί τους κάποιο αγαπημένο τραγούδι.
Μέχρι τη δεκαετία του ΄70 ανθίζουν αυτές οι εκδηλώσεις.
Πρεβεζάνοι συνθέτες και στιχουργοί της καντάδας ήταν, ο Τάκης Ζαλακώστας, ο Σπύρος Παπαστεφάνου, ο Κίμων Μαρκής, ο Σπύρος Χρόνης, ο Γ. Τάλλαρος, ο Σ. Δήμας και πολλοί άλλοι.

1 Μαρτίου 2009

ενας αράπης στον ουρανό της Ελλάδας












Προσπάθησα να πετάξω άλλον αϊτό, αλλά και πάλι βρέθηκα αγκαλιά με τον περσυνό.
Δε μπόρεσα να βρώ καλύτερον.

....................................................................................

Εγώ ,είχα το ατύχημα από μικρό, να είμαι ξανθό και γαλανομάτικο.
Και εξηγούμαι:Ήμουνα το μοναδικό παιδί που κυκλοφορούσε , σε μια γειτονιά που εκτός απ τον καημό της τον μαύρο κι άραχλο, ήταν και μελαχροινή από γεννησιμιού .
Ονομασία προέλευσης :Προσφυγική.
Ήτανε εκείνη η εποχή που είχαμε δει όλοι ,-και γω μαζί βέβαια - μια ρώσσικη ταινία -ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ-
Εκεί να δεις κλάμμα.
Όλη η γειτονιά έκλαιγε για τρείς μέρες τουλάχιστον.Βαχ μάννα μου! από δω , βάχ μάννα μου!από κει.
Και μετά , κατά την τέταρτη μέρα , έτσι όπως έσκασα μύτη απ' το δρόμο γιά να πάω στο σπίτι της γιαγιάς, άρχισαν όλα τα μοσκαρδίνια της γειτονιάς -γεια σου ρούσκαγια ο ένας ,- γειά σου ρούσκαγια ο άλλος.
Ο θειός μου , που τάχαμου για να μη τον καταλαβαίνει ο χωροφύλαξ τι καπνό φουμάρει , ξεχαρμάνιαζε δίνοντάς μου διάφορα παρατσούκλια, που πάντα όμως τελείωναν σε ολίγη από κολχόζ.Ό,τι τόργχονταν στο κεφάλι, σε –άγια και σε –όβα.
Όπως ..ρούσκαγια, ..πυρόσκαγια .. Τερέσκοβα.
Mόνο Λάϊκα που δε με είπε.Όχι επειδή ήτανε σκυλί, αλλά μάλλον γιατί δεν είχε την πρεπούμενη κατάληξη.
Το πρώτο το καταλαβαίνω ως παραλλαγή.
Το τρίτο το συνάντησα αργότερα .
Αυτό το δεύτερο όμως το πυρόσκαγια, δεν το συνάντησα πουθενά.
Ούτε καν σε ταινία.
Αυτός ο συγκεκριμένος ο θειός λοιπόν ,που ήμουνα και το πρώτο του ανήψι,
με πήρε στα πρώτα κούλουμα που θυμάμαι, και μου λέει:
-Ρούσκαγια, θα φκιάσουμε έναν αϊτό , που δεν θα τον έχει κανένας άλλος.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα απ' αυτό το "κανένας άλλος", και πρωί- πρωί, κοτσαρίστηκα στη γιαγιά.
-Μααα, να το ανταρτόπληχτο ήρθεν ....
Ήπια το πρωινό μου τίλιο απ' τη μασίνα που πάντα σιγόβραζε,το ψωμί το φρυγανιασμένο με τις ελίτσες μου και το κασεράκι μου,και περίμενα το θείο να ξυπνήσει.
Όλο το πρωί έκοβε τα καλάμια ,φκιάναμε τα ζύγια με ό,τι λογής χαρτί βρίσκαμε, γιατί εφημερίδες τότε δεν υπήρχαν και πολλές.
Έφκιασε έναν τεράστιο σκελετό.
Μάλλον δεν φταίει που ήμουνα μικρή και τον έβλεπα τεράστιο, γιατί και τώρα που τον ξανασκέφτομαι μπορεί να είχε και διάμετρο ενάμισυ μέτρο.
Σαν το γύφτικο σκεπάρνι, εγώ , είχα βγάλει φιρμάνι από νωρίς ,πως μου ετοιμάζει ο θειός μου τον μεγαλύτερο και τον ωραιότερο αϊτό.
Όλα τα λιμοξύφτερα της γειτονιάς μαζεύτηκαν απόξω απ' τα σύρματα της αυλής και περίμεναν την παρουσίαση .
Φκιάσαμε και την αλευρόκολλα.
Ήρθε κι ώρα να κολλήσουμε το χαρτί.
Κοίταζα από δω, κοίταζα από κει , μόνο μιά άσπρη λαδόκολλα έβλεπα.
Τον περίμενα χρωματιστό , αλλά έλπιζα πάντα.
Τα φίδια με ζώσανε όταν τον είδα που πήρε να κολλάει το χαρτί στο σκελετό.
-Θείο, δεν τον θέλω άσπρο τον αϊτό. Συννέφιασα.
-Α! μη στενοχωριέσαι ρούσκαγια, θα τον βάψουμε μετά.
Είπα και γω ,ξανάρχισα τα γέλια κι καρδούλα μου ξαναήρθε στον τόπο της, όχι όμως για πολύ, μιας και είδα το χρώμα επιλογής.
Είναι που ήμουνα μικρή και το γλύτωσα, αλλιώς ένα εγκεφαλικό οπωσδήποτε , θα το είχα πάθει.
Όρμησα μεσα στο σπίτι σκούζοντας με τα κοτσίδια να ανεμίζουν.
-Όχιιιιιιιιιεε και μαύρον αετόόόόν , τι θα κάνω εγώ τώραααααααα .
Πετάγεται όξω η γιαγιά η Ουρανία, μαζεύοντας την μπροστοποδιά, με τον πάππο μου το Σάββα από πίσω να μισογελάει .
-Αφορεσμένο, κατηραμένο, τι έκανες στο μωρό μπρέ.
Σημειωτέον πως για τη γιαγιά ,παρέμεινα μωρό μέχρι που αυτή πέθανε και γώ ήμουνα τότε γύρω στα 30 και με παιδιά.Μωρά κιαυτά εννοείται.
-Αϊτό της έκανα ,-ο θείος - τι φωνάζετε.
- Δεν τον τελείωσα, ακόμα μωρ΄ μαμμά, θα του βάλω και γράμματα.
Έκατσε η γιαγιά μπάστακας- με τα χέρια στη μέση - απάνω απ το κεφάλι του ,δεν ήταν και λίγο που είδε το πρώτο της αγκόνι σε τέτοια κατάσταση.
Μέχρι που είδε να βάζουμε κάτι κόκκινα γράμματα απάνω στον αϊτό :
ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ.*
Έκατσα και 'γω ανακούρκουδα, ,μυξοκλαίγοντας με σκυμένο κεφάλι και το μάτι να σκανάρει λοξά ,αφού έτσι κιαλλιώς δεν είχε αλλάξει και τίποτα, μια τεράστια γάνα παρέμενε πάντα , και περίμενα πότε θα του την κόψει τη σφαλιάρα η γιαγιά, γιά να μάθ΄ αυτός.
Έλα μου όμως που εκείνη ήρθε και γέλασε, και σα να δάκρυσε κιόλας, και του είπε,:
-Έλα αφορεσμένο , να σε δώσω και καρπούζι γλυκό , και φέρε μαζί και το δαφνοκούκουτσο-εγώ ήμουνα αυτή.-
Τότε τα γλυκά ήτανε πολύτιμα,όχι όπως τώρα.
Γιαυτό και ο πάππος μου τα έβρισκε με τη μυρωδιά και τα κλέβαμε όλοι μαζί ,εκτός απ' τη γιαγιά.
Έφαγα το γλυκό, με κατεβασμένα τα μούτρα,και σαν τελείωσα τους έκανα και δήλωση με τα πόδια να αιωρούνται κοπανώντας με τη φτέρνα εναλλάξ, το μπαουλοντίβανο της τραπεζαρίας που ήμουνα θρονιασμένη.
-Εγώ αυτή τη γκαϊλα δεν την αμολάω.
Που έτσι κιαλλιώς δε θα μπορούσα κιόλας έτσι τεράστια που ήταν.
Και συνέχισα να μουτζοκλαίω.
Τότε ήρθε ο θειός μου ο Λάκης :
-Ξέρ'ς τι είναι ο Λουμούμπα;
-Όχι και δε με νοιάζ' να ξέρω .
-Εγώ θα σ΄πω,και κιάμα δε σε νοιάζ' και μετά ,να μη τον αμολήσεις.
Τον κοίταξα με το μάτι πρησμένο απ' το τρίψιμο πιό πολύ παρά απ' το κλάμμα, και παρόλο που κούναγα το κεφάλι πως - όχι ,όχι δε θέλω σ' λέω να μ' πεις τίποτα, το αυτί το τέντωσα.
-Ο Λουμούμπα , άρχισε ,ήταν ένας νέγρος αντάρτης απ' το Κογκό ,
(έπρεπε να πει άφρικαν αμέρικαν αλλά δεν τόξερε τότε),
πού τον σκότωσαν οι φασίστες γιατί ήθελε να ελευθερώσει το Κογκό.
Και μεις θα τον σηκώσουμε ψηλά να τον δούνε οι κακοί ,και να καταλάβουνε πως εμεις ξέρουμε τι του έκαναν.
Εκ γεννετής είχα ένα ευαίσθητο γονίδιο στη λέξη ελευθερία,όπως επίσης και στη λέξη αντάρτες.
Ε! ο θειός τάπε και τα δύο.
Το φασίστες δεν το πολυκαταλάβαινα, αλλά έβλεπα πως, όταν το έλεγαν όλοι οι μεγάλοι στην οικογένεια, έπαιρναν ένα ύφος , σαν τον αδερφό μου όταν έλεγε το ποίμα για την Ελλάδα, στην εθνική γιορτή.
Και μόνο που άκουσα τη λέξη φασίστες , πήρα και γώ ΑΥΤΟ το ύφος επιτέλους.
Πολύ θέλει μια μικρή άβγαλτη ρούσκαγια να βρεθεί αγκαλιά με έναν αράπη;
Έτσι λοιπόν, καμαρωτή καμαρωτή, κουβάλησα το Λουμούμπα σ'όλο τον δρόμο μέχρι τον Παντοκράτορα,εξηγώντας με περισπούδαστο ύφος ,-αφορεσμένο σε τόπα πως το μικρόπονο(εγώ ήμαν αυτή) θα μας κλείσει φυλακή - σε όλους, όσους με ρώταγαν στο δρόμο που πάω μ αυτήν τη μαυρίλα παραμάσκαλα.
Παρ'όλο που ήταν τεράστιος , ανέβηκε αμέσως.
Ήρθε όλη η Κοκκινιά και τον κράταγε γιατί τράβαγε πολύ.
Μόλις πλησίασε ο χωροφύλακας, τον αφήσανε μαζί με την καλούμπα.
Και επειδή κατάλαβα πάρα πολύ καλά πως αυτός ήταν η αιτία που ο Λουμούμπας μου τώρα πέταγε ψηλά και ανεξέλεγκτος και κυρίως χωρίς επιστροφή,όρμηξα και του έρριξα μερικές κλωτσές στο καλάμι ουρλιάζοντας.
-Φεύγα μωρέ παλιοχαμένε από δωωωωωωωωωωωωωωωω .Φεύγαααααααααααααα!
Τότε δεν ξέραμε πολλες βρισιές.
Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά και πως με ξεκολλήσανε απ' το μπάτσο.
Θυμάμαι όμως το Λουμούμπα, που, για πάαρα πολύ ώρα ,
μαύρος- μαύρος κι άραχλος με τα γράμματα του τα κόκκινα και το μεγάλο του στόμα , φαινότανε να αρμενίζει γελώντας ευτυχισμένος ,στον ουρανό.
Κι ύστερα αναρωτιόμουνα κιόλας γιά πολλά χρόνια πως διάλο μας είχαν χαραχτηρίσει αριστερούς από πιτσιρίκια.
Α! ξέχασα .
Και τον αδερφό μου ο θείος ο Λάκης , τον φώναζε Γκαγκάριν.
.....................................................................................................................................................................
Τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα που κατέβηκα να δω τη μάννα μου, και είδα ξανά τη γειτονιά που άλλαξε, τα παιδιά που δεν έχουν καμμία σχέση με τον ουρανό.
Και τους μεγάλους που τα έχουν παραχωρήσει τόσο εύκολα - αγοράζοντας μόνο με μερικά ευρώ, αϊτούς και ιστορίες-, στα χέρια του κάθε πλανόδιου μικροπωλητή.





*Ο Πατρίς Λουμούμπα (γαλλ. Patrice Émery Lumumba) ήταν αφρικανός πολιτικός με έντονη δράση εναντίον της αποικιοκρατίας.
Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1925 και ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό μετά από την ανεξαρτησία του Κογκό από την Βελγική κυριαρχία, τον Ιούνιο του 1960. Διετέλεσε πρωθυπουργός όμως μόνο 10 εβδομάδες, καθώς τον Ιούνιο του 1960 η χώρα περιήλθε σε κρίση. Η επαρχία της Κατάγκα διακήρυξε την ανεξαρτησία της υπό τον Μωυσή Τσόμπε (Moïse Tshombe) με την υποστήριξη των Βέλγων. Ο Λουμούμπα ζήτησε τη βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών και καθώς η αναρχία συνεχιζόταν στράφηκε προς τη Σοβιετική Ένωση. Ο Λουμούμπα εκδιώχθηκε από την πρωθυπουργία από τον πρόεδρο Καζαβούμπου (Kasavubu). Στις 14 Σεπτεμβρίου έγινε πραξικόπημα από τον Μομπούτου (Colonel Joseph Mobutu) με τη στήριξη του Καζαβούμπου. Τελικά ο Λουμούμπα συνελήφθη στη 1 Δεκεμβρίου 1960 από στρατό του Μομπούτου, φυλακίστηκε και τελικά εκτελέστηκε στις 17 Ιανουαρίου 1961 υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Ο Πατρίς Λουμούμπα παραμένει ώς σήμερα σύμβολο τόσο για το λαό του Κογκό όσο και για ολόκληρη την Αφρική.