30 Μαΐου 2009

.....σε τιμή ευκαιρίας.....

Το πιάνο, το λιμπίστηκε η μάννα μου ,που και μουσικόφιλη είναι και απωθημένο το είχε.
Το ανακάλυψε στα προς πώληση υπάρχοντα κάποιας γηραιάς κυρίας ,εκεί κατά τον Άγιο Λευτέρη, και περιχαρής αποφάσισε πως θα το αγοράσει γιά να μάθει πιάνο λέει η Κική που τότε ήταν 2 χρονών.
Και γιατί ήταν λέει σε τιμή ευκαιρίας.
Και ό,τι είναι σε τιμή ευκαιρίας, η μάννα μου ,- το χρειαζόμαστε δεν το χρειαζόμαστε- θα το πάρει.
Ευτυχώς σ' αυτό , μόνο ο αδερφός μου της έμοιασε.
Το πιάνο ευτύχησε να ανεβοκατέβει σε δύο διαμερίσματα της Αθήνας.
Ένα στα Κάτω Πατήσια .
Κι ένα στις Τζιτζιφιές.
Ύστερα ,το σύραμε δεμένο από την Αθήνα μέχρι εδώ.
Στο παλιό τριόροφο , το χωρίς ασανσέρ με τη στενή ξύλινη σκάλα.
Το βάλαμε και το βγάλαμε απ' το παράθυρο, όπως όλα όσα αξίζουν.
Κι'αυτό βογγώντας και τρίζοντας την πρώτη φορά απογειώθηκε , και τη δεύτερη πάτησε γη μ'ένα μπούμ επιπλέον.
Τελικά, εγκαταστάθηκε στη μέση του καθιστικού κάτω από μιά ζωγραφιά που έκλεψα ιδιοχείρως από τη σοφίτα του παλιού τριόροφου, μαζί με κάτι μπουκαλάκια χρωματιστά.
Που όπου παω, τη βάζω φάτσα-κάρτα χωρίς να ψάξω το γιατί.

Μόλις προχτές έμαθα και το όνομά της.

"το λυπημένο πορτραίτο."

Που εδώ καί δέκα χρόνια το συντροφεύει η πέτρινη μπαλαρίνα της Μαριέλλας.
Και κείνο το ελλεϊνό τικτακ ,το μαύρο.
Αυτό το τικτκάκ, ποτέ δεν θέλησα να μάθω πως ονομάζεται κανονικά .
Μου έφτανε πως μέτραγε το χρόνο και το ρυθμό μου -το ηλίθιο.
Το έχω μισήσει απο τότε που μάθαινα βιολί.
Και τούλεγα του δασκαλου.
-Βγάλτο, δεν μπορώ να παίξω μ' αυτό.
Κι εκείνος ,ένας στόκος και μισός:
- όοοχι δεσποινίς μου ,χωρίς αυτό δεν μαθαίνεις μουσική.
Λες τελικά αυτό το σκατό νάναι η αιτία που τα παιδιά μου τό έχεσαν το πιάνο;
........................................
Ε! είπα και γω, τώρα που τόχουμε, να βρούμε και μια δασκάλα να τους κάνει μάθημα.
Η αλήθεια ειναι πως συνεπής στις αρχές μου τα ρώτησα κιόλας:
-Θέλετε;
-Ναιιιιιιιιιι αμέ ούρλιαξαν αυτά!
Το εφτάχρονο και και το εννιάχρονο!
Ό,τι έμαθαν μόνο τον πρώτο χρόνο.
Στον δεύτερο είχαν παρει τον αέρα και του πιάνου και της δασκάλας.
Δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα .
Απλώς ,μόλις που έβλεπαν την ώρα να πλησιάζει, εκεί στο τελευταίο τέταρτο, όρμαγαν και τα δύο λες και παραμόνευαν πίσω από τις αντικρυστές τους τις πόρτες, τσούγκραγαν στο κεφαλόσκαλο ,με αγκωνιές κατέβαιναν τη σκάλα ,κιόλη τους η αγκούσα ήταν ποιό θα προλάβει να πρωτοκάτσει τον κώλο του στο σκαμνί για να διαβάσει δήθεν το μάθημα του πιάνου.
Ε! μετά από αυτές τις επιδόσεις τα ξαναρώτησα.
-Θέλετε να μάθετε πιάνο; ναι η ού;
-Ού! είπαν αυτά.
Κι έτσι, μόμεινε εμένα το πιάνο που ενώ ουδέποτε είχε απασχολήσει τη σκέψη μου είτε ως έπιπλο , είτε ως μουσικό όργανο, να κάνει τώρα το χαλί.




Γιά το λυπημένο πορτραίτο μιάς ξένης σοφίτας








Την πέτρινη μπαλαρίνα της Μαριέλλας.






και γιά τα τρία κατσαρά πρόβατα απ' την Ολλανδία.






------------------------------------------------------------
ολέ.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA





.

27 Μαΐου 2009

*πεσόντες

Όταν λέμε ηρώον.

Τί θα μπορούσε να περάσει απ' το μυαλό του καθένα;
Ας πούμε μιά επιτύμβια στήλη;
Με ονόματα πεσσόντων και ημερομηνίες.
Μιά καλή δουλίτσα γιά τον μαρμαρά της επιλογής του κοινοτάρχη;

Μιά αγκαλιά που ηταν πολύ μικρή για να σε χωρέσει



Ή μιά αγκαλιά που δεν πρόλαβε να σε γνωρίσει;






ο ίσκιος του χωριού σου;

Ή ίσως το φόντο για παιδικές φωτογραφίες.

από τότε σχεδόν που η μνήμη βρίσκεται μονάχα στο βύζαγμα




και στη γκριμάτσα που κάνεις από παιδί ;


Όχι .

Ηρώον είναι:
Όταν κερνάς ένα ούζο τον παππού του "ορθοδόξου"
και πώς τόπες και μ' άρεσε και μένα;
Τότε μωρέ που σε πείραξε τάχα ο κνίτης σκατογελώντας λες και δεν το ξέραμε,
- Ρε αυτός είναι δ'κός μας!
-Καλά κάνει ρε μαλάκα ,απάντησες ,εγώ θα βαράω προσοχές όσο ζει και κινείται.
Γιατί κι αυτός ήταν εκεί που έπρεπε
Όταν χρειάστηκε.

Ηρώον είναι:
που έτσι αναγάλλιασε η ψυχούλα μας.
Έτσι τα καταλάβαμε όλα.
Έτσι τα αμολήσαμε στον αέρα.
Μ'αυτή τη συνείδηση πως ναι τελικά η πρόκληση από πάντα ήταν να φτάσουμε κολυμπώντας στη μέση της διαδρομής προς το Άκτιο.
Με δύσκολη αναπνοή να σκαρφαλώσουμε στη δεύτερη σημαδούρα .
Προτού πάρουμε ανάσες γιά τη βουτιά του γυρισμού. πιό μάγγες από πριν.

Ηρώον είναι:
Η επίγνωση πως εμείς είμαστε διαφορετικοί.
Γιαυτό, όσο ζούνε οι "άλλοι" θα βαράμε προσοχές σ' αυτούς που ήταν εκεί όταν τους ζητήθηκε.

Ρεβιζιονιστές και ορθόδοξους.

Πιτσιρίκια και οικογενειάρχες.

Σκληροπυρηνικούς και δηλωσίες.




Ηρώον είναι:
όταν κάνεις σπονδές με τους φίλους.
Εκείνα τα μεσημέρια που τελειώνουν το ξημέρωμα.
Τότε που ανταλλάζουμε ιστορίες,γιά παλληκαριές, γιά αγάπες και γιά τη ζωή .
που έρχονται συνήθως ακάλεστοι αλλά πάντα αγαπημένοι,
Ο πατέρας του
ο πατέρας σου
Ο θείος της
Ο Θόδωράκης κοινώς Λώλος
Κι ο Θανάσης με το ακκορντεόν και το γέλιο του.
Αυτό είναι.
...............................

*αφιερώνεται στον κνίτη που χτες , μέτρησε έναν ρεβιζιονιστή λιγότερο.

26 Μαΐου 2009

παιχνιδι με τα κυματα ξανά

***αφιερωνεται στην Ρ γιά τον Β


Το αγόρι αγκάλιασε τα κύματα και τινάχτηκε κατά τον ουρανό.
Πρέπει να ήταν από ώρα εκεί.
Το άκουγε ενοχλημένη που γελούσε με τα κύματα και τους φίλους του.
Σκούντηξε με το πόδι την κολλητή της και κατι μουρμουρισε μέσα απ'τα δοντια της.
Όχι καλό.
Καθώς τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω, πετάχτηκαν αστραφτερές σταγόνες αρμύρας στην άκρη της γάμπας της , εκεί στον αστράγαλο.
Στηρήχτηκε στο δεξί μπράτσο και γύρισε προς τα πίσω.
Τις κοίταξε αφηρημένη για τέσσερα δευτερόλεφτα με τα μάτια θαμπωμένα απ' τον κόντρα ήλιο, διαθλασμένες σε μικρά αρμυρά χρώματα.
Μετά έκανε ένα γύρω με το βλέμμα να δει τα παιδιά.
Επαιζαν πιό κει, θάβοντας περιχαρή τον Ιάσονα στην άμμο.
-Ωραία, η σειρά σου να τα δεις την άλλη φορά. της είπε και ξανααπλώθηκε στην πετσέτα.
Ηταν στη δικιά της την παραλία .
Ο κάθε ξένος ήταν και εισβολέας.



Τότε το αγόρι γέλασε ξανά και κάτι τη ρώτησε.
Έκανε πως δεν άκουσε ,σαν να την περίμενε την αναίδειά του.
Μόνο πρόλαβε να σκεφτεί :
- δικέ μου ,γι'αυτό το γέλιο σου και μόνο ,κάποια έχει πληρώσει πολύ ακριβά .
Το αγόρι επέμεινε ,ήταν καλοκαίρι και το ήξερε πολύ καλά πως φορούσε την αστραφτερή του περικεφαλαία.
Γύρισε και το κοίταξε βαρυεστημένα :
-δεν είμαι απ' αυτά τα μέρη του είπε.
Ύστερα, σηκώθηκε,έσκυψε και μουρμούρισε στην ξαπλωμένη γυναίκα ,που χασκογέλαγε:
-Δε φταίω εγώ ,κανένας δεν τον κάλεσε ,έτσι δεν είναι;
Πέρασε απο μπροστά του αργά και περπάτησε ξανά πίσω στα χνάρια που αφησε δίπλα στο νερό , απ' όπου είχε έρθει.



Όταν επέστρεψε.Εκείνος δεν είχε πιά γέλιο.
Μάλλον ήταν αυτό που της είχε δώσει αντιπαροχή χωρίς αιδώ, χωρίς τύψη καμμία.
Έτσι , προσφορά στη στιγμή ,εκλιπαρώντας γιά ένα βλέμμα ξένο.
Θύμωσε .Θύμωσε πολύ.
"Κοίτα ρε πούστη μου πόσο εύκολα χαρίζουν τα δώρα τους τα μαλακισμένα"
Τότε μόνο του χαμογέλασε.
Κοιτάχτηκαν με την άλλη.Οι δυό τους είχαν ξεκάνει πολλούς τέτοιους.
-Τη αγνώστω προδομένη !
έλεγαν μετά στα ούζα.
Αυτός ήταν χαμένος όμως ακόμα δεν τόξερε
Γιατί δεν είχε τίποτα αλλο χαρισμένο να προσφέρει εύκολα.
Μόνο απ' τα δικά του τώρα.
Οι δυό μας λοιπόν αγόρι μου.
Τραβηξε τα καφέ κοκκάλινα ρέημπαν και τον κοίταξε.
Ο καθείς και τα όπλα του.
-μη τον αφήσεις να γυρίσει με τα πόδια,να χαρείς!χαχάνισε η πονόψυχη.
-Από που είπες πως είσαι; τον ρώτησε χαρούμενα κι έγλυψε τα μουστάκια της.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


**** γιά μιά φίλη που δεν ξέρω που είναι πιά.

24 Μαΐου 2009

παιχνιδι με τα κυματα

***αφιερωνεται στην Ρ γιά τον Β


Το αγόρι αγκάλιασε τα κύματα και τινάχτηκε κατά τον ουρανό.
Πρέπει να ήταν από ώρα εκεί.
Το άκουγε που γελούσε με τα κύματα και τους φίλους του.
Καθώς τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω, πετάχτηκαν αστραφτερές σταγόνες αρμύρας στην άκρη της γάμπας της , εκεί στον αστράγαλο.
Τις κοίταξε αφηρημένη για τέσσερα δευτερόλεφτα με τα μάτια θαμπωμένα απ' τον κόντρα ήλιο, διαθλασμένες σε μικρά αρμυρά χρώματα.
Ηταν στη δικιά της την παραλία .




Τότε το αγόρι γέλασε ξανά και κάτι τη ρώτησε.
Έκανε πως δεν άκουσε,
Μόνο πρόλαβε να σκεφτεί :
- δικέ μου ,γι'αυτό το γέλιο σου και μόνο ,κάποια έχει πληρώσει πολύ ακριβά .
Το αγόρι επέμεινε ,ήταν καλοκαίρι και το ήξερε πολύ καλά πως φορούσε την αστραφτερή του περικεφαλαία.
Γύρισε και το κοίταξε βαρυεστημένα :
-δεν είμαι απ' αυτά τα μέρη του είπε.
Ύστερα, σηκώθηκε,Πέρασε απο μπροστά του αργά και περπάτησε ξανά πίσω στα χνάρια που άφησε δίπλα στο νερό , απ' όπου είχε έρθει.



Όταν επέστρεψε.Εκείνος δεν είχε πιά γέλιο.
Μάλλον ήταν αυτό που της είχε δώσει αντιπαροχή χωρίς αιδώ, χωρίς τύψη καμμία.
Έτσι , προσφορά στη στιγμή ,εκλιπαρώντας γιά ένα βλέμμα ξένο.
Θύμωσε .Θύμωσε πολύ:
Τότε μόνο του χαμογέλασε.
Ήταν χαμένος όμως ακόμα δεν τόξερε
Γιατί δεν είχε τίποτα αλλο χαρισμένο να προσφέρει εύκολα.
Μόνο απ' τα δικά του τώρα.
Οι δυό μας λοιπόν αγόρι μου.
Τραβηξε τα καφέ κοκκάλινα ρέημπαν και τον κοίταξε.
Ο καθείς και τα όπλα του.
-Από που είπες πως είσαι; τον ρώτησε χαρούμενα κι έγλυψε τα μουστάκια της.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


**** γιά μιά φίλη που δεν ξέρω που είναι πιά.

10 Μαΐου 2009

οι κόττες μας φέρνουν πιό κοντά

Από πάνω μας, (δεν είναι έτσι όπως ακούγεται ) ζούνε ένας γέρος κύριος ο Σπύρος και η γυναίκα του η Σόν-ι-α.
Δεν ζούσαν από την αρχή εκεί, διότι πριν ,ήταν ένας οικολόγος που άφηνε τα βοθρολύματα του να κυλάνε στην κατηφόρα δίπλα απ το φράχτη μου με τα κυπαρίσσια, ώσπου στο τέλος κατάφερε και τάκαψε .
Γιαυτό και μεις, σηκώσαμε ένα τοίχο να μη τους βλέπουμε και να μη τους ακούμε.
Πουλήθηκε όμως πριν χρόνια το σπίτι , και το αγόρασε ο κύριος Σπύρος με τη γυναίκα του.
Είναι τώρα πεντέξη χρόνια.
Όλο αυτό το διάστημα το μόνο που ακούγαμε απ' αυτούς ήταν κάτι κακαρίσματα, και κάτι κικιρίκου από έναν κόκκορα ο οποίος δεν ξέρω γιατί , δεν λάλαγε το πρωί όπως όλα τα κοκκόρια της τάξης του , αλλά τον έπιανε κάτι μόλις ακούμπάγαμε το ντίζυ κεφαλάκι μας στο πουπουλένιο μαξιλάρι στις 3 η ώρα και στις τέσσερις μη σου πω,μέσα στα μαύρα σκοτάδια.
Πολλές φορές σκέφτηκα να τον πνίξω αυτόν τον ξεκούρδιστο τον κόκορα, καθώς και αυτόν που μας έμαθε πως την αυγή λαλάνε τα κοκόρια.-Ποιά αυγή αγάπη μου;εδώ μας παραμονεύει κάθε που γυρίζουμε απ τα πιοτά.Και υπολογίζει και το λεπτό-Αλλά πάντα το ανέβαλα.
Εχτές το απόγευμα λοιπόν ,εκεί που εξηγούσα χαριτωμένα στο φραντσιπάνι μου γιατί φέτος πρέπει να ανθίσει, ακούω , απο πάνω μου , (όντως δεν είναι έτσι οπως ακούγεται) έναν παππού να με φωνάζει:
- Να σας πω, να σας πω....
Έβαλα κι εγώ προθυμότατη ένα σκαμνάκι γιά να ανέβω να με δει, κυρίως όμως γιά να καταφέρω να τον δω.
Ευγενέστατος.
-Με λένε Σπύρο μου είπε, εσάς;
-Δήμητρα.
-Κυρία Δήμητρα θέλω να σας ζητήσω μία χάρη μου λέει.
-Μαϊντανό έχετε;
-Βεβαίως του λέω, περιμένετε να σας φέρω να φυτέψετε .
Και ενώ κρεμιέμαι απ' το φράχτη γιά να τον φτάσω η κοντή, ακούγεται ένα φουρτούλισμα μαζί με κακάρισμα από πάνω απ' τα κεφάλια μας και μία κόττα προσγειώνεται στον κήπο μου.
Χωρίς πολλές ερωτήσεις, ορμάει το τέρας η κυρία κανισίδου και αρχίζει να κυνηγάει την κόττα, η οποία σαν λωλαμένη έκανε οχτάρια κακαρίζοντας απελπισμένα, ώσπου ξαφνικά σα να είδε το φώς της, πήρε την ευθεία στο διάδρομο, απογειώθηκε, και πήγε και στούκαρε στο φράχτη με τα λιγούστρα.
Έτσι ένα πράμμα




Ο κώλος απ'τη δική μου τη μεριά και της υστέρως , της παρθένας , που λύσσαζε και ούρλιαζε από κάτω, και το κεφάλι μαζί με το κακάρισμα απ την πλευρά της Αννής.(της διπλανής)
Η Ρωσσίδα αστραπιαία βρέθηκε στα πόδια μου, και αρχίζει να τρέχει προς την κακαρίζουσα κόττα.
Ο παππούς ,ο κύριος Σπύρος , δεν ήταν γιά τέτοια μελισσανίδικα κόλπα , και ήρθε γύρω- γύρω , απ' την αυλόπορτα.
Εγώ , ούτε που πρόλαβα να κατέβω απ το σκαμνί στην αρχή ,και μετά δε μπορούσα γιατί είχα χεστεί απ το γέλιο.
Μπροστά η κόττα σφηνωμένη στα λιγούστρα η Σόν-Ι-α να τη φωνάζει με ένα ρώσσικο αγαπησιάρικο όνομα και να τρέχει καταπάνω της , ο κυρ- Σπύρος απο πίσω και σε απόσταση, εγώ στο βάθρο του πλαστικού σκαμνιού , η μάννα μου μία πήγαινε μπροστά μία πίσω γιατί τάχε χάσει,και η γεροντοκόρη η παρθένα να κοψοχολιάζει την κόττα.
Τέλος πάντων, την πιάσανε .
Ησυχάσανε.
- Ελάτε να πιούμε έναν καφέ τους λέω μιά και γνωριστήκαμε τώρα .
και λίγο σα να ντράπηκα που τους είχε πάρει όλους σβάρνα το φτύσιμο του προηγούμενου βρωμιάρη.
-Να πάω να αφήσω κόττα είπε η Σό-ν-ι-α.
Μεχρι να γυρίσει, είχα μάθει απ' τον παππού πως μολις είχαν επιστρέψει από ένα ταξίδι στη γη του πυρός.
Και ετοιμάζανε ένα καινούριο .
Μακρυνό κιαυτό.
Γνωστό ψώνιο εγώ με τα πασπατέματα και τα πλατσουρίσματα.
-Να πάτε στην Ισλανδία του λέω με ύφος ειδήμονα. Μπλού λαγκούν.-
-Ναι ; έχετε πάει με ρώτησε σαν παιδάκι.
-Ναι αμέ, του απάντησα θρασύτατα εγώ, και άρχισα να του περιγράφω την λαγκούνα όπως ακριβώς την έχω φανταστεί.
Με τους ατμούς της τους μπλε- αρζάν , με τα νερά της τα χουχουλιάρικκα ,με τα βουνά τα χιονισμένα γύρω-γύρω , με τα όλα της!!
Μέσα στην καλή χαρά που ανακάλυψα γείτονες , και κείνοι ακόμα μεγαλύτερη.
-Σπύυρου να πάμιε κι εμιές!!!! είπε η Σό-ν-ι-α.
Και που σπάει ο διάλος το ποδάρι του και εκεί που φαντασιωνόμασταν ωραία -ωραία μέσα στους ατμούς και στο μπλέ, ακούγεται μακρυά ένας κόκορας.
-Αυτός είναι δικός μας ,λέει ο κύριος Σπύρος.
-Τον γνωρίζετε; εκπλήχτηκα εγώ.
-Ναι,- είπε η Σό-ν-ι-α- , όταν κάνει διεύτερο κι- κιι- βραχνιάζει λίγο.
-Μας τον έκλεψε αυτός ο προτελευταίος από κάτω μας ,μου είπε συνωμοτικά.
-Και γιατι δεν τον πήρατε πίσω; του κάνω
Τι ειπε τώρα το άτομο!
Πετάγεται η Σό-ν-ι-α,
- Πάμι τώρα πάριμι κόκκορα του λέει.
Δεν της χάλασε χατήρι.
-Έρθεις και συ για μάρτυρας .
Τι να κάνω κι εγώ, μόλις τους είχα αποχτήσει να τους ξανάχανα;
Τους πήρα απο πίσω (πιστέψτε με , δεν είναι όπως ακούγεται) και πήγαμε να ελευθερώσουμε τον κόκκορα τον καταραμένο.
-Δεν είναι ο δικός σας, δεν σας τον δίνω τους λέει ο κακός.
Ποιός ειδε τον παππού και δεν τον φοβήθηκε!
Εδω και τώρα. Τα σημάδια του κόκκορα.
Ανάσκελα, μπρούμυτα, γονατιστόν , δεμένο πιστάγγωνα!Τα βρήκε όλα.
Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο.Μου βγήκανε τα δάκρυα απ' τ΄αυτιά.
Κοίτα φίλε μου ευτυχία που υπάρχει στον κόσμο,τόσο σοβαρά πρέπει νάναι τα προβλήματα. σκέφτηκα.
Με τα πολλά ,είδε και μένα ο άλλος γείτονας ,γιατί μέχρι τότε έβλεπε μόνο τη ρωσίδα, τελικά τους τον έδωσε.
-Να έρτει στου σπίιιιτι κιράσουμιι .
Μου λέει η Σό-ν-ι-α
.Μπορούσα να της χαλάσω το χατήρι;
-Κριμίδια έχεις; με ρώτησε κάποια στιγμή.
-Όχι της ειπα. Φέτος δεν φύτεψα τίποτα
-Σπύρου. φέρι κριμμίδια για Ντίμιτρα .
Σφαίρα ο Σπύρος έφυγε και επέστρεψε με όλη την βραγιά.
Τόση ευγνωμοσύνη σε κρεμμύδι δεν φανταζόμουνα πως υπάρχει.
Πήγα να φύγω.
ΤιΙΙΙ..... διν κάτσεις καααθόοουλου;
Ε! κάτσω της είπα.
Δε βαριέσαι σκέφτηκα, τόσο γέλιο είχα χρόνια να κάνω , τι μου ζητάνε πιά οι άνθρωποι.
Και κει που τα λλιέμε, ο κύριος Σπύρος ανοίγει την τιβού και άρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες μούτζες.
Με ξάφνιασε.
Είχα την εντύπωση πως μόνο στο σπίτι μας μουτζώνουμε τις ειδήσεις.
-Τι λιές -μου λέει η Σό-ν-ι-α-, όλο κόζμο μιτζώνει συνέχεια.
Εκεί ακριβώς γυρνάει ο κύριος Σπύρος ευγενέστατος:
-Με συγχωρείτε κιόλας , να σας ρωτήσω κάτι;
-Δεν ξέρω του λέω, ρωτήστε εσείς και βλέπουμε.
-Τι θα ψηφίσετε στις ευροεκλογές αν δεν γίνομαι αδιάκριτος;
-Εσείς; του λέω. Καθότι , είπαμε , μόλις τους απέχτησα μη τους ξαναχάσω.
-Ιμίς ψηφίζομιε οικουλλλλόγους δήλωσε η Σό-ν-ι-α
Να πω πως το περίμενα;Δεν το περίμενα.
Τους κοίταξα με ενδιαφέρον.
-Ισίς;
-Εμείς σύριζα της λέω.
-Τι είνι σιέριζα γυρνάει στον άντρα της,
- Ντεν ίπις τίποτα γιά σιέριζα-.
-Ε! έβηξε ο Σπύρος
-Γιατί δεν ψηφίζετε τους οικολόγους ; με ρωτάει , εσείς που έχετε και το μπαξέ, και ασχολείστε τόσο ;
-Γιατί του λέω, δε βλέπω το λόγο .
Και παλιά που είχαν μπει στη βουλή, αστείοι ήταν.Μπήκαν και ξεφούσκωσαν.
Εξ' άλλου , το οικολογικό κίνημα, είναι συνείδηση γιά τον κάθε αριστερό τώρα πιά, κι έτσι δεν χρειάζεται .
Τον κοίταξε η Σό-ν-ι-α αφ' υψηλού, καθότι του έριχνε και ένα κεφάλι, εκτός απ τα 30 χρονια τα λιγότερα, και μετά κοίταξε και μένα με κείνα τα αχνογάλαζα αθώα ρώσικα μάτια της.
-Σπύυρου , Ντίμιτρα ξιέρει.
-Κι μις σιέριζα να ψηφιέζουμε.
Κάτι πήγε να πει ο δυστυχής ο Σπύρος , γιατί και μένα γιά αριστερός δε μου φαίνονταν, αλλά τον έκοψε εκείνη :
-ΝΤΕΝ ΙΠΙΣ ΙΕΜΕΝΑ ΤΕΤΟΙΑ!!!
Φαρμακώθηκε ο Σπύρος,απ' ό,τι φαίνεται την είχε δώσει και την αντιπαροχή του ο έρημος, και δεν του πέρναγε.
Γιά να τον καλοπιάσω άρχισα τις ανταλλαγές.
-Κύριε Σπύρο, έφερα κάτι ντομάτες απ' τις Άνδεις, και να σας τις δώσω να τις φυτέψετε εσείς, γιατί εγώ θα φύγω.
-Από τις Άνδεις; τρελλάθηκε ο παππούς.
-Πότε;
-Σήμερα τις μεταφύτεψα, σε καμμιά βδομάδα θα σας τις φέρω.
Και σηκώθηκα να φύγω ,-( μέσα σε διάφορα ίδις; ίδις; , Ντίμιτρα ξιέρει τι λέει-),
γρήγορα , πριν πω καμμιά μαλακία ακόμα και τους διαλύσω και το σπίτι.
Σήμερα το πρωί, με το που βγήκα για καφέ στον κήπο, κρεμασμένος από πάνω μας(σας ορκίζομαι πως δεν είναι αυτό που ακούγεται), ο παππούς , παραμόνευε κοντά στα φραντσιπάνια.
-Καλημέρα, καλημέρα , πως είναι αυτές οι ντομάτες;
-Ψηλές του λέω , σαν δέντρα.
Ζουρλάθηκε ο πάππος απ' την προσμονή.
Ντομάτα σε δεντρο και μάλιστα Άνδεων,δεν είχε φανταστεί στο μπαξέ του ποτέ.
Κούναγε το κεφάλι σαν παιδάκι ανεβάζοντας κλίμακα και στο χαμόγελο και στην επιθυμία.
Ψηλές ε;
ψηλές σαν δέντρα ε; μονολογούσε κατακόκκινος
με ένα σκανταλιάρικο ματάκι που δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, ούτε δευτερόλεφτο .
....................................................................................
Σκέφτομαι να τους πω γιά καμμιά μπιρίμπα το βράδυ, και να καλέσουν και τους από πάνω τους.Πού ξέρεις , μπορεί κιαυτοί να ψηφίζουν οικολόγους.
(μωρε ,έτσι ακριβώς όπως το σκέφτεστε είναι)



αυτό θα γίνει δέντρο μιά μέρα.
.

4 Μαΐου 2009

όταν άνθιζαν οι ρίγανες

















Οι ρίγανες εκτός από ανεπανάληπτο μυριστικό
"όρέγκανοοοο, ορέγκανοοοο" που πουλιέται κατά μάτσα στους τουρίστες.
Εκτός από πιπεράτη πραμάτεια, "ρίίιιιιγανηηηηηηηη στα....μνιάαααααααααααααα."
Εκτός από φαρμακωμένο καταπότι γιά το τσιρλιπιπί.
Ανάμεσα σε μένα και στον Παντελή ,ήταν και κώδικας χρονικού προσδιορισμού.
Έλεγα:
-Πότε θάρθεις στην Αθήνα μπαμπά;,
-Πρώτα να μάσω τσ' ρίγανες.
Και ήξερα πως θάρθει τον Ιούνιο
Ή
- Θα νάρθεις τώρα μωρή κοπέλλα;
-Όχι μπαμπά, σε καμμιά δεκαριά μέρες μετά τις ρίγανες.
Και κείνος ήξερε πως θα ανηφορίσω στις αρχές του Ιουλίου.
Το περάσαμε πλάκα- πλάκα και στα μικρόπονα .
Στην αρχή αναγνωριστικά διαπραγματεύσιμο και απόξω- απόξω
-Μαμάα άν θάρθω τον Ιούνιο (σικ) , θα τις προλάβω τις ρίγανες; (μεταξύ μας τώρα, εσύ τι λές!)
Μετά στα σίγουρα και απροκάλυπτα.
-Μπαααααααααα αποκλείεται .
- Τις ρίγανες θα τις μαζέψετε μόνοι σας. (πέσμας κανά νέο!)
Τότε ήξερα πως θα αριβάρεις τον Αύγουστο.

...............................

Η ρίγανη συνήθως ξεπετιέται και φουντώνει μέσα στον Απρίλη, μπουμπουκιάζει μέσα στον Μάη, και στις αρχές του Ιουνίου μας χώνει στη μύτη τα ανθισμένα κλωνάρια της.





Από πάντα, οι αρχές του Ιουνίου ήταν η εκδρομή στο χωριό του μπαμπά γιά αν μάσουμε τη ρίγανη.
Τού άρεσε πάρα πολύ.
Ίσως γιατί ξαναπέρναγε απ' τις γράβες της νιότης του.
Πιθανό κι απ' το χωράφι της γέννας του.
Μπορεί και γιατί καμάρωνε που τον ακολουθούσαν τα κλωσσοπούλια του, μικρά και μεγάλα.







Τον ακολουθούσα όποτε βρισκόμουνα εκεί , όπως και συμπούρμπουλη η ανήλικος οικογένεια, καθότι ουρά της ουράς μου.
Χανόμασταν στις ανθισμένες πλαγιές .
Η Κική φαινότανε κάπως καθώς ανεβαίναμε τα μονοπάτια με τις ασφάκες.
Το Μήτσο χάναμε που και πού,αλλά τον φωνάζαμε σε ταχτικά διαστήματα μήπως και μας το φάνε οι λύκοι το αρσενικό.
Τόμαθε και κείνος το κόλπο , και φώναζε μοναχός του χωρίς πιά να τον ρωτάει κανένας με μιά βραχνή φωνούλα.
-είμαι ...είμαι ... .
..................
Ψιλοτραγουδώντας μας έδειχνε τις μεριές που φύτρωνε η ρίγανη "γιατί ξαναφυτρώνει στις ίδιες τις μεριές να το ξέρετε".
Πριν καμμιά δεκαριά χρόνια, μαζί με τις ρίγανες που μάσαμε, μούδειξε και κάτι χωράφια χαμένα μέσα στο πουρνάρι και στην ασφάκα, που ήτανε λέει στο μερτικό του.
Χρόνια προσπαθούσε να τα μοιράσει με τ' αδέρφια του , αλλά πάντα κάποιος, ο ίδιος, έφερνε εμπόδια.
"Το νου σ' -μούπε-, μη στα πάρουν όταν τα μοιράσετε και 'γω θα νάχω φύβγ' ".
-Καλά καλά , του είπα και 'γω γελώντας ,και πιστεύοντας γιά πάρα πολύ μακρυνή εκείνη την ώρα.
Τα τελευταία χρόνια δεν πηγαίναμε γιά ρίγανες γιατί πείσμωσε λέει ,και ήθελε τη δικιά του.
Απ' το δικό του το χωράφι.
Πριν τρία χρόνια πέθανε.
Στο χωράφι όπως είχε γεννηθεί.Σε άλλο όμως ,αστικό.
Ξεκίνησα και γω πιστή στην υπόσχεση και στο " νουμ' μη μ' τα πάρουν".
Ήταν βλέπεις κιαυτές οι ρημάδες οι ρίγανες στη μέση.
Έδωσα, πήρα, τα ξεσκαρτάρησα, τα βρήκα, χαρτιά ,τοπογραφικά, και τα λοιπά.
Τα μοιράσανε.
Αλλά το χωράφι του το πήρανε τελικά.
Αυτός που έφερνε πάντα τις αντιρρήσεις .
Συνεπικουρούμενος αυτή τη φορά από γιατρό,- καθηγητή στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων- και την ανοχή των υπολοίπων.
Και γω να πεις, χέστηκα γιά τα χωράφια στο βουνό του πουθενά.
Αλλά ήταν στη μέση κι αυτές οι βλοημένες οι ρίγανες.
Τα κατάφερα όμως, και βρήκα τελικά, -ας είναι ρε μπαμπά κι από άλλο βουνό-,θυμάρια, ρίγανη και φασκόμηλο.
Τα φύτεψα εκεί κατά τη μεριά της καρδιάς , γιά να σου μοσχοβολάνε .
Και τ 'άφησα να βλαστήσουν στην τύχη τους ,ξερικά.
Όταν ήρθα να σε δω, ήσουνα μέσα στην αγκαλιά απ' τα καλούδια του βουνού σου.
Και τι να σου πω ρε μπαμπά, φέτος αυτές οι ρίγανες άνθίσανε απ' τον απρίλη.








.