27 Ιανουαρίου 2011

κεφτεδάκια με βερμούτ





Tα πάρτυ μας  ήταν λίγα.
Ή γιατί  τα πιό πολλά σπίτια δεν είχαν τόσο μεγάλους χώρους που θα μπορούσαν να μαζέψουν 20 ή 30  άτομα.Ή  γιατί οι γονείς αυτό το καινούριο φρούτο με τα μισοσβησμένα φώτα το έρριξαν στο πυρ το εξώτερο με την πρώτη ματιά...
Ή γιατί , κυρίως ,ανακάλυπταν τρομοκρατημένοι πως μεγαλώναμε και αυτό θέλανε να το εμποδίσουν οπωσδήποτε.......
Γίνονται αυτά;
Αμ δε γίνονται!
Μεγάλοι  οι καημοί , καθώς και  μεγάλοι οι έρωτες σ' αυτά τα πάρτυ .
Όταν κατορθώναμε βέβαια να τα κάνουμε, η να παρευρισκόμαστε.
Εγώ δηλαδή ,ακόμα αισθάνομαι βουτηγμένη στο ψέμμα και στην αμαρτία, αφού σε κανένα επισήμως δεν παρευρέθην με την πατρικήν βούλα , παρά  μόνο κατόπιν σκευωριών , και ανερυθριάστων ψευδολογιών  εμού και της ιδίας ,κέρδιζα το δικαίωμά μου στο στριμώχνεσθαι μετά μουσικής.
Την παρουσία μου  επίσης  σ' αυτά , συνήθως  την χρωστούσα στην  ύπαρξη νεωτέρου αδερφού κατά δυόμισι χρόνια.
Τον οποίον έσερνα  μαζί μου  ως άλλοθι ,χωρίς κανέναν ενδοιασμό η κατσίκα!
Ευτυχώς που μεγάλωσα δυόμισι χρόνια γρηγορότερα , και τον άφησα ήσυχο ..
Η συνηθισμένη διαδρομή της κοροϊδίας , ήταν ως εξής:
Ξεκινάγαμε γιά βόλτα και γλυκό στην Αστόρια.......Με το Νίκο θάμαι βρε μπαμπά.....
 και τον κοίταγα κατευθείαν στα μάτια,  γιατί κάπου είχα ακούσει
πως ο ψεύτης κοιτάει αλλού όταν σε φλομώνει στο ψέμμα.
Πηγαίναμε κατευθείαν στο πάρτυ.
Τον εγκαθιστούσα   τον έρμο σε μιά γωνιά , με τα φαγιά  που του μάζευα νάχει να πορεύεται , και συγχρόνως να βλέπει να μαθαίνει.

Καθώς πλησίαζε η ώρα της λήξης της διορίας, ΄που συνήθως ήταν η δεκάτη ...Η ώρα που τελείωναν και οι κινηματογράφοι και γυρίζανε και οι γονείς στο σπίτι......
Αυτός , που από νωρίς είχε τελειώσει με τα μασουλήματα, δεν καλόβλεπε κιόλας  μέσα στα σκοτάδια, είχε το νου του στο ρολόϊ και ξεκινούσε την επαναφορά από νωρίς.
-εννιά και μισή
-εντάξει μωρέ έχουμε καιρό
-δέκα παρά είκοσι
.........................
-δέκα
.......................
-δεκα και δέκα
...............
Όταν κατά τις 11 παρά τον άρπαζα και αρχίζαμε το τρεχαλητό της επιστροφής ξέροντας τι μας περιμένει ,  επαναλάμβανε  λαχανιάζοντας τις οδηγίες χρήσης της ψευτιάς μου απειλώντας με
πως αυτή ,ήταν και  η τελευταία φορά .Καλά...
.....................
Σ' αυτά τα πάρτυ ,τον κύριο λόγο είχαν τα μπλούζ.
Μπλούζ τότε λέγαμε , (χωρίς να ξέρουμε πως υπήρχε ειδικός φορέας) ,όλα τα σλόου κομμάτια  που χορεύαμε.
Τα δισκάκια, λίγα, και συνήθως κυκλοφορούσαν  στις δισκοθήκες τις πλαστικές τα ίδια σε όλα τα πάρτυ με χαραγμένα τα αρχικά μας επάνω στο χρωματιστό χαρτί ,γιατί έπεφτε χοντρό  κλέψιμο.
Ο μεγάλος νταλκάς  , συνήθως  έφτανε στην κορύφωση   με το  χουέν ε μαν λαβς ε γούμαν.
Φλέβες πεταμένες στο πάτωμα κοπανέλι.Τι-να-λέ-με-τώ-ρα.
Καπάκι ντελ σόλε , το οποίον  είχαμε μετονομάσει σε περκέμαπερκέ, του Αλ Μπάνο.
Κατόπιν ,έπεφτε Ανταμό με το ισνσαλά, άλλες φλέβες σερνάμενες στα πατώματα  να συναντήσουν τις προηγούμενες...Και που να φανταστούμε πως στριμωχνόμασταν απάνω σε 6 εκατομύρια κόσμο στα κιμπούτζ , και δύο εμείς ως  εφηβικόν ζεύγος ,έξι εκατομμύρια δύο!!!
Ένας θεός ήξερε τι στο διάλο έλεγε βέβαια, το τραγούδι, ωστόσο εμείς το χορεύαμε ασμένως και ανελλιπώς.
Αυτό , καθώς  και κείνη την πανηλίθια  τη Ντιλάϊλα που εκεί γίνονταν το μεγάλο κλάμμα.
Να μη σχολιάσω βέβαια το μνημόσυνο  τελ Λόρα ι λοβ γιού ,που του δίναμε και καταλάβαινε.
Α ρε μάννα της Λόρας , σόρυ δηλαδή ,αλλά νομίζαμε πως προλάβατε να τον κάνετε το γάμο.... .
Και βέβαια, όταν πέφταμε σε τίποτα ψαγμένα πάρτυ  και κανά ναϊτς ιν γουάϊτ σάτεν.
ή κανά ε γουάιτερ σhέηντ οφ πελ  βοήθειά μας....και αιωνίως άχ ,αχ και άχ !
Τότε ήταν που ανακάλυψα την  Ντάστυ, σε δισκάκι που το έφερνα οπωσδήποτε μαζί μου γιά να παίζει
το ρόλο του στη λήξη του  πάρτυ.You Don't Have To Say You Love μι. Σπαραγμόοοοςςςς!!
Να αμαρτήσω απαξάπαντος  ξανά - και δίκιο μεγάλο έχεις Αναγνώστα -με τον Κριστόφ και το Αλίν, που το βρήκαμε να περιφέρεται μισότυφλο στα σκοτάδια από μεγαλύτερα ξαδέρφια.
Και  κατόπιν ότι απόμεινε από φλέβα, αρτηρία, και τριχοειδές  γινόταν  τέρτελο με   γκέρλ φρομ σαλίνα  α  - α - α-α-α-α-α...του ιδίου.
.......
Αυτό βέβαια, που μας συνάρπαζε και το είχαμε μάθει απέξω ήταν εκείνο το περίφημο α κάζα ντ ιρένε.
Που συνήθως  κυκλοφορούσε  ως  : Ακάζα Ντιρένε.
Και καλά και καλά να λες.
Δεν γινόταν πάρτυ δίχως  ακάζα ντιρένε σε δεκα φορές επανάληψη τουλάχιστον .
Και όλοι με μικρές ανάσες ,βουτηγμένοι στον ιταλικό νταλκά , και την ελληνική αμαρτία ,να μουρμουρίζουμε ό,τι άρπαξε το αυτί μας.
.....τσέντε καιβιένε .....τσέντε καιβά,....
και δώστου το μπλούζ και δώστου το ιλντεζιντέριο ντιτέ...
 .........................

Λίγα χρόνια μετά, με τα κουτσομαθημένα ιταλικά μου , κατάλαβα πως 
όλος εκείνος ο καημός  του Νίκο κατά τα άλλα Φιντένκο -
που στην Ιταλία δεν τον ήξερε ούτε η μάννα του-,ανέβλυσε  γιά ένα μπουρδέλο .
Το σπίτι που μπαινοβγαινε ο κόσμος  κι ο ντουνιάς  και μπεκρόπινε όλη νύχτα.... .....
Και η πολυτραγουδισμένη Ιρένε  του σπιτιού, ήταν απλώς μιά πουτάνα  στην καλύτερη περίπτωση, γιατί θα μπορούσε να είναι και η τσατσά της κάζας και τότε θάταν ακόμα χειρότερο....

Η ειρωνεία του πράγματος πάντως είναι, πως  εκατοντάδες μικροαστές παρθενίτσες
βαλάντωσαν  εν αγνοία τους γιά μιά  Ιρένε  από ....σπίτι.



Dusty Springfield - You Don't Have To Say You Love .mp3
Found at bee mp3 search engine



δ.

.

14 Ιανουαρίου 2011

αν ζούσε η Ρόζα θα φύτευε φασολάκια.

                             
 Όταν το δύο χιλιάδες οχτώ,   όταν πρωτοάνοιξα αυτό το μπλόγκ,
μετά από πολλές σπρωξιές  του Καπετάνιου, και με την από τηλεφώνου  συμβολή του Αερικού,
ούτε που φανταζόμουνα  τι με περίμενε .
Πολύ  δε περισσότερο ,τι να περιμένω εγώ.
Το μόνο που ήξερα, βλέποντας το κενό που μας προετοίμαζαν  γιά να μας σπρώξουν μέσα,είναι πως αφώναχτη στο χάρο δεν θα πήγαινα.
Γενικώς φωνακλού είμαι . Δεν κρύβεται άλλωστε.
Επίσης και μάλλον εκ γενετής θυμωμένη , με  εμφανείς προσπάθειες τώρα στα -ηντατόσο  να το χαλαρώσω λίγο γιά να μην πάω καλλιά μου λόγω πίεσης και λοιπών ηλικιακών συνοδευτικών.
Αλλά ματαίως .
Αφού όχι μόνον η κατάστασή μου δεν επιδέχεται βελτίωσης, αλλά  δε με βοηθάει  και κανένας,μιάς και οι  όλοι οι  άνθρωποι που τους κάνω και μου κάνουν την τιμή να συμπαθιόμαστε, είναι όλοι ακαβάτζωτοι   ,θυμωμένοι  ,και μάλλον υψηλής πιέσεως ομοίως.Τη μικράς κυρίως.
Δε λέμε πάντα τα ίδια, αλλά συμφωνάμε  σε ένα πράμμα όλοι:
πως εκτός από τις  συγκρούσεις  με τους υπηρεσιακούς που μας κυβερνάνε , θα πρέπει να οργανωθούμε  ,με όποια μορφή αντίστασης μπορεί ο καθένας ,μέσα σ' αυτή τη χούντα που ζούμε.
Ύστερα άπό πολλές θεωρήσεις, αναθεωρήσεις , συμπεράσματα , και φτου απ' την αρχή αναθεωρήσεις ξανά,, κατέληξα  σ' αυτό που είχα από την αρχή υποψιαστεί.
Πως  η μνήμη της γεύσης    θα είναι  το  δικό μου έσχατο χαράκωμα αντίστασης   ως πολίτις.
Αυτό ξέρω να κάνω . Το κάνω λοιπόν.
Πάρα πολύ καλά.
Και αφαντάστως ζημιάρικα.
Η μνήμη της γεύσης.Φυτίλι αναμένο.
Συνεχώς παρούσα .
Παρέα με την άλλη της την αδερφή, τη μυρωδιά.
Ειδικά όταν αποφασίζουν  οι δύο τους να κάνουν γιουρούσι  στα σώψυχά σου, την ώρα που τσουγκρίζεις το ποτήρι  με τους φίλους,ή την ώρα που  αφηρημένη χαζεύεις τον  καλογιάννο στην αύλή .Να χοροπηδάει κοροϊδεμένος απ' τον καιρό.
Ο εγκέφαλός σου ,αφελής και άοπλος  ,γεμίζει από εικόνες μιάς άλλης εποχής.
Μιά  παστρικιά  κουζίνα  που γειτονεύει με τη χωματένια αυλή .
Μιά βερυκοκκιά, μιά κουμπλιά, μιά πορτοκαλιά και μιά μανταρινιά.
Μιά λεμονιά που βάζει το κλωνάρι μέσα, απ' το παράθυρο της κουζίνας.
Τις ελιές , το τυρί με τον καφέ, και σένα  να γλύφεις το μερτικό σου στο πιατελάκι.
Τα πρόσωπα των  απόντων να αστράφτουν , σαν την Παντοτεινή  Παρουσία.
Το στόμα σου να γεμίζει με μιά μνήμη ανεξίτηλης γεύσης  ,χαραγμένη στο φλοιό σου  γιά όσο υπάρχεις.
Τότε είναι η ώρα που ορκίζεσαι πως αυτό θα το  δώσεις οπωσδήποτε  σ' όποιον μπορείς.
Όχι πιά σαν ζωή, όχι σαν παραμύθι, ούτε καν σαν γλυκειά ανάμνηση.
Μα σάν τρόπο αντίστασης, και σαν θυμό, αφού τίποτα πιά δεν είναι όπως το γνώρισες ,
όπως το πίστεψες  ή όπως το πάλεψες.
Μοιάζει να είναι η γεύση που  κουβάλησε από τη Σινώπη η κυρά Ουρανία.
Από τη γή και τη θάλασσά της.
Μα είναι κάτι παραπάνω.
Μοιάζει να είναι η γεύση που ανακάτεψε η μάννα με τον αμβρακικό και με τα περιβόλια της Πρέβεζας
Μα είναι κάτι παραπάνω.
Μοιάζει να είναι η γεύση του ψωμιού στο χωριό του πατέρα  ,την ώρα που το βγάζει η γιαγιά απ' το φούρο
Μα είναι κάτι παραπάνω.
Είναι η Σινώπη κι η Πρέβεζα και τα Ντούβγενα  κι ο αμβρακικός, και τα περιβόλια και το ζεστό ψωμί ,και όλα τα χρόνια που ζήσανε....που ζήσαμε ...που θα ζήσουμε ...που θα ζήσουν...
Είναι η πολυμήχανη σκέψη της ανέχειας , η φαντασία του πολιτισμού,η συνήθεια της ευμάρειας.
Είναι η αλήθεια κι ο δρόμος που μέ έφερε ως εδώ.
Είναι η ιστορία της εικόνας και η γεύση της ιστορίας.
Αισθάνομαι πως  όσο την κρατάω όπως την γνώρισα , κανένας μα κανένας δεν είναι ικανός να μου χωρέσει στο κεφάλι  την ανοστιά ,και τη χυδαία γεύση του μεταλλαγμένου οτιδήποτε.
Φροντίζω να έχω το αυθεντικό.Όσο θα το μπορώ , μέχρι εκεί που θα μπορώ.
........................
Σαν γιά απολογισμό , ή  μπορεί και σαν γεννέθλια, αυτά τα τρία χρόνια ,
πολλοί πέρασαν  από δω, αλλά δεν έκατσαν.
Άλλοι γιατί ίσως θεώρησαν το μπλογκ οικολογικό ,και χωρίς την απαιτούμενη βαρβατίλα.
Που καθόλου βέβαια δεν είναι, πρώτον γιατί δε γουστάρω να με λένε οικολόγα 
και ΄δεύτερον γιατί μάλλον δεν είμαι, αφού δεν εφευρέθηκα την τελευταία εικοσαετία .
Έτσι διάλεξα να ζω από πάντα, ακόμα και τότε που δεν ήξερα το γιατί.
Άλλοι .γιατί το θεώρησαν  της χλωρίδος  , με μιά ντομάτα φάτσα κάρτα τι άλλο θάταν  άραγε....
Αλλοι .γιατί έμειναν στην επιφάνεια βλέποντάς το σαν ημερολόγιο που επίσης καμμία σχέση.
Οτιδήποτε εδώ πέρα φαίνεται να έχει προσωπικό χαρακτήρα ,χρησιμεύει και μονο γιά αφετηρία στο παρακάτω πολιτικό πρέπει, αφού  πολιτικό όν είναι ο καθένας μας, και διαλέγει την αντίστασή και την επίθεσή του όπως του ταιριάζει..
Άλλοι γιατί ,μόνο κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι.
Κι αλλοι , ακούραστοι επιμένοντες ....

Κοιτάζοντας  προς τα πίσω, αισθάνομαι καλά που δεν έχω αλλάξει γνώμη,από την τρίτη ή τέταρτη ανάρτησή μου, καθώς  τώρα χωρίς ερωτηματικό θεωρώ πως  ναι,

                                                           



σαν έσχατη επαναστατική πράξη.....
Αν ζούσε η Ρόζα  , θα φύτευε φασολάκια...




,

δ

8 Ιανουαρίου 2011

χρέος πλε

                    




Είναι καιρός τώρα   , που παρόλα τα φίλτρα και τους πορτιέρηδες ,
λαμβάνω μονίμως , καθημερινάς και εορτάς,  ειδήσεις και ενημερώσεις γιά την επιμήκυνση του πέους μου.
Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί οι αποστέλλοντες την πραμμάτεια τους ,επιμένουν στην εκδοχή πως εγώ ως όν, υφίσταμαι μετά πέους  .
Ίσως θα έπρεπε να το έχω υποψιαστεί, διότι χρόνια πριν  μου το αποκαλύψουν ,
οι αόρατοι αποστολείς, είχαν αποφασίσει πως θα αποχτήσω  ένα τουλάχιστον , αφού επίσης καθημερινά ,ελάμβανα  ειδήσεις , γιά τις ευκολίες αγοράς  του μπλέ χαπιού.
Και των ελπιδοφόρων - καπάκωσέτομεμιάπετραεπιτέλους- αποτελεσμάτων του.
Που γιά να ξεθυμάνω ως πεοφόρος , δε θα μούφτανε η Δυτική  Ελλάδα και κομμάτι της κεντρικής Μακεδονίας.
Κατόπιν , άρχισα να λαμβάνω  πληροφορίες γιά την επιμήκυνση του  αχόρταγου αλλά ωστόσο
πεισματικά  παραμένοντος πέους μου..
Τελευταία, η αντιμετώπισή μου εκ μέρους των διαφόρων πλασιέδων , έχει γίνει πιό  ολιστική.
Μου στέλνουν καί σημειωματάκια γιά αγορά του μπλέ χαπιού, καί σημειωματάκια γιά την επιμήκυνση του υποτιθέμενου πέους μου.
Εδώ , παρενθετικά να σημειώσω το αυθαίρετο και ταπεινωντικό συνάμα συμπέρασμα των εμπόρων ,οι οποίοι  , εκτός του ό,τι μου άλλαξαν φύλλο (και φτερό ),  αυτό που μου έδωσαν εν τέλει προς χρήσιν ,δεν πληροί  καν τις παραμέτρους που του αναλογούν:
Είναι και ψοφίμι, και γαριδάκι δρακουλίνι.

Περιττό βέβαια να πω μετά άπό όλα αυτά, πως όταν ακούω τη λέξη επιμήκυνση ,δεν  έχω την απαιτούμενη ψυχραιμία να   διαπιστώσω αν πρόκειται περί χρέους ή περί πέους.
Πιάνω τοίχο με  πλάτη τάχιστα.
Πολύ θέλει ο άνθρωπος γιά να λαχταρήσει;
Κι όχι τίποτα άλλο ,εκτός από τον τρόμο , έχω και σοβαρότατες  απορίες  τις οποίες αδυνατώ να λύσω.
Λόγου χάρη,  ΟΚ, το  χρέος  επιμηκυνθέν , θα είναι    πλέ.
Τα αρχίδια τι χρώμα θα είναι;





δ


.